1039
|

Για ό,τι δεν καίγεται…

Ρέα Βιτάλη Ρέα Βιτάλη 23 Ιανουαρίου 2020, 14:00

Για ό,τι δεν καίγεται…

Ρέα Βιτάλη Ρέα Βιτάλη 23 Ιανουαρίου 2020, 14:00

Η γυναίκα έκανε μια εγκληματικά επιπόλαιη κίνηση. Κι από εκεί και πέρα όλα εκτυλίχθηκαν «σαν ψέμα». Και αυτή η φράση θα κολλούσε στο μυαλό για μέρες… Σαν ψέμα. Σαν ταινία. Σαν κάποιος να οργάνωσε μια τρελή, άγρια πλάκα και θα ξυπνούσαμε και δεν θα υπήρχε τίποτα από αυτά που ζούσαμε. Στάχτες, Παντού. Και μια μυρουδιά να σπάει τα ρουθούνια.

Κοίταζα παγωμένη. Ο γιος μας με μια κουβέρτα πάνω του: «Ησυχάστε κυρία είναι καλά». «Είσαι καλά;», σφιχτή, πιο σφιχτή αγκαλιά δεν έχει, άρα είναι καλά, αλλά δεν είμαστε καλά.

Πυροσβέστες· ένα χέρι τεράστιο απλώνεται μπροστά μου και λέει: «Κρατηθείτε από μένα». Κρατιέμαι από εκείνον και νοιώθω σιγουριά.

Αστυνόμοι νεαρά παιδιά περιθάλπουν συνεχώς τον γιο μου με πατρική τρυφερότητα.

Προχωρώ στο σπίτι. Δεν είναι δυνατόν! Μαύρα. Ολα. Μια άγνωστη γυναίκα τραβάει ηδονικά υπνωτισμένη με το κινητό της. «Ποια είστε;» τη ρωτάω. Ντροπιασμένη οπισθοχωρεί με μικρά βηματάκια ενώ χαζά ψελλίζει κάτι. «Πόσο καλύπτει την ανωμαλία σας να τραβάτε ένα σπίτι που καίγεται;» ξεσπάω πάνω της κιλά θυμού.

Εξαφανίζεται. Στάχτες. Ολα στάχτες. Ο γιος μου τσακώνεται, τον ακούω να τσακώνεται. «Κώωωωστα!» ουρλιάζω, τρέχω προς κάπου, όπου η φωνή του… Ερχεται τρέχοντας. «Ενας δημοσιογράφος μου ζητούσε να κάνω μια δήλωση. Του φώναζα να φύγει»… Είναι δυνατόν; Πότε πρόλαβαν; Δήλωση από παιδί;

«Ησύχασε μαμά. Κανονίζω εγώ»… Σε λίγα λεπτά, Κώστας ενήλικος. Προλαβαίνει και ματώνει η καρδιά μου. Πέρσι παλεύαμε τον δικό μου καρκίνο… Ενήλικος. Τώρα φωτιά! Διπλά ενήλικος. Πόσο χρονών ο Κώστας πια;…

Ο Γιάννης; Πού ο Γιάννης;. Ψάχνω σε αλλόφρονα κατάσταση. Γραπώνονται τα μάτια μας. Τι μας συμβαίνει; Δεν υπάρχουμε ενώ υπάρχουμε. Μυρουδιά καρφώνεται στα ρουθούνια μας και δεν θα φύγει. Μπορεί και ποτέ να μη φύγει. «Ετσι το Μάτι», περνάει σκέψη αστραπή και συμπονώ στον αέρα. Είμαστε μαύροι, παντού, τα χέρια μας, το πρόσωπό μας.

Ο Απόστολος! Πού βρέθηκε ο Απόστολος; «Κυριά Ρέα, πάρτε υγρά χαρτομάντηλα». Τρίβω τρίβω το μαύρο δεν φεύγει. Σιγά σιγά φεύγουν όλοι. Ενας πυροσβέστης μου δίνει μια κάρτα. Μένουμε μόνοι. Εμείς και όλα κάρβουνο.

«Γιατί τέτοια καταστροφή;» κλαίμε και σπάμε παγάκια, η αγκαλιά μας ζεσταίνει, μας ακούω κριτς κρατς λιώνουμε ο ένας μέσα στον άλλον και κλαίμε κλαίμε.

Ενας κύριος μας σκουντάει τρυφερά: «Ελάτε στο σπίτι μας να πιείτε ένα ποτήρι νερό, να σταθείτε κάπου…Να πλυθείτε κύριε Γιάννη», ο Γιάννης ακολουθεί σαν με γνωστό, ακολουθώ, περπατάμε, δεν με νοιάζει πού πάμε, σαν θλιβερή πομπή… Ενώ βουίζει κάθε πόρος μου: «Τι έγινε; Τι έγινε; Τι έγινε; Δεν είναι δυνατόν, δεν είναι δυνατόν, δεν είναι δυνατόν».

Βρίσκομαι σε ένα σπίτι μεγαλειώδες. Μας προσφέρουν νερό, θέλουν με θέρμη να μας προσφέρουν τα πάντα, με τυλίγει από παντού ευγένεια, θαλπωρή, διακριτικότητα και μάτια που γλυκολυπούνται. Εκεί οριστικά στέκεται στο μυαλό μου, ότι όλα είναι στάχτη.

«Ολα στάχτη!» κατασταλάζουμε. Οχι κι εμείς στάχτη… Oχι! Κάπου πρέπει να πιαστώ. Κάπου! Και εκεί… Πώς δουλεύει η άτιμη ψυχή; Πώς σνιφάρει ελπίδα λες και είναι κόκα! Στο μαύρο, στο κατράμι μαύρο, ψάχνει, ψάχνει, ψάχνει, αστραπιαία ψάχνει, βρίσκει… Και αυτόματα, αντανακλαστικά, ακυρώνουν τα ματιά μου κάθε τι από εικόνα που υπάρχει γύρω μου, εικόνα τόσης πολυτέλειας, και ξεβράζει η μνήμη μου τον ιδιοκτήτη του σπιτιού, αυτό το θηρίο, τον ξεβράζει χαμηλό, γονατιστό… Θυμάμαι ένα δυστύχημα που είχε κάποτε το παιδί του και ευτυχώς όλα κατέληξαν σε ζωής χαρά. Και μ΄αυτή τη σκέψη… Ενός βουνού που γονατίζει για τα αληθινά ουσιώδη… Γρήγορα, αστραπιαία τινάχτηκε μέσα μου θετική ενέργεια. Ουσία. Η μόνη περιουσία… Είμαστε καλά! Είμαστε όλοι καλά!

Από εκείνη τη μέρα πέρασε καιρός. Ούτε ξέρω πόσα έχουμε ζήσει! Τα σπίτια μας είναι η αποθήκη της ζωής μας. Ξεσκίζεται η ψυχή σου να βρίσκεις μέσα στη στάχτη αποτυπώματα της. Πώς διάολο γίνεται ο διαχωρισμός; Ποιο μαγικό χέρι σπάει το μάρμαρο, λειώνει ολόκληρο πολυέλαιο αλλά αφήνει μια φωτογραφία του πατέρα σου και ένα δικό του τσαντάκι ατόφιο; Ποιο χέρι αφήνει τα παιδικά τετράδια των παιδιών σου ενώ σου έχουν χαρίσει πια εγγόνια; Ποιο χέρι προστατεύει το τετράδιο με τα ποιήματά μου, που πάντα έταζα «Κάποτε θα τολμήσω να τα εκδώσω»; Ποιο χέρι μια βιντεοκασέτα, που ούτε καν έχω δει…Πλησιάζω, κοιτάω, διαβάζω από περιέργεια τον τίτλο «Η ζωή σε δυο πράξεις»…

Ακου φίλε μου!.. Ακου φίλε μου! Αυτό που ζήσαμε, η τραγωδία μιας πυρκαγιάς, μας βγάζει όλες τις αποχρώσεις συναισθημάτων. Μπορεί και κάθε λεπτό, άλλο συναίσθημα!… Το τραγικά απρόσμενο μας έδεσε πιο πολύ. Μας αλληλομαθαίνουμε, πιο μέσα καταμέσα. Για κάθε μέλος της φαμίλιας μας… Πόση βαθιά, πόσο βαθιά-βαθιά εκτίμηση τρέφω! Να σας εξομολογηθώ και κάτι σπαραξικάρδια μαγευτικό; Χρόνια και χρόνια, παρατηρώντας γύρω μου, συχνά μονολογούσα απορία. Μα, υπάρχει τόση ανοησία; Τόσο ξόδεμα ζωής σε κακία; Σε ζηλοφθονία; Σε φθήνια; Σε αγνωμοσύνη;

Τώρα πια μονολογώ, εκ διαμέτρου αντίθετη απορία… Μα, υπάρχει τόση καλοσύνη; Τόση ευγένεια ψυχής; Τόση γενναιοδωρία; Τόση δοτικότητα; Τόση μεγαλοσύνη ανθρωπιάς; Τόση ενεργητική συμπόνια; Τόσοι «ωραίοι» άνθρωποι;

Σας περιέγραψα τον πρώτο οικοδεσπότη που μας περιέθαλψε για λίγη ώρα και πόσο βοήθησε στην αυτόματη ψυχολογική «by pass» στήριξή μας. Θα σας πω και το πρώτο τηλέφωνο που δέχτηκα. Ο Χάρης και η γυναίκα του. Του Χάρη η οικονομική κατάσταση είναι το ακριβώς αντίθετο του πρώτου οικοδεσπότη. Σπουδαίος τεχνίτης, παλιός μάστορας του ξύλου πλην «Όπου φτωχός και η μοίρα του», όπως λέγαμε στα χρόνια των παροιμιών. Τον τραβάει η ατυχία ή την τραβάει αυτός; Δεν έχω καταλήξει. Πάντως από δράμα σε δράμα. Νομίζεις ότι το κακό ψάχνει γωνία να τον πετύχει να τον γαμήσει. Και εκείνος κάποτε αφέθηκε σε ελεύθερη πτώση. Λες και είναι Ινδός που πιστεύει στο κάρμα, φόρεσε μέχρι και ινδικό χαμόγελο τα τελευταία χρόνια, της στυγνής οικονομικής κρίσης. Και μου τηλεφώνησε, ποιος; Ο Χάρης! «Εμείς σε κάποιον γνωστό θα βρούμε να πάμε. Το σπίτι μας- σπίτι σας» είπε.

Η ζωή…Αχ η ζωή! Όπως το είπα στην εκπομπή «Το μαγικό των ανθρώπων» που μου έκαναν την τιμή να μου αφιερώσουν…Η ζωή, ένα άγριο ποίημα. Προχωρούμε.

ΥΓ Μπούκη, Κάτια, Dima, Νικόλα, Αλέκα, Καίσαρα, Δημήτρη, Ευάγγελε, Μαρία, Άννα, Εύη, Λεωνίδα, Τάσο, Μιρένα, Παγωνίτσα, Ιωάννα, Αθηνά, Μαίρη Αν, Αχιλλέα, Όλγα, Παντελή, Μαρία, Νίκο, Θεοδώρα, Λήδα, Νίκη, Άντα, Λουκά, Γιώργο, Αποστολίδη, Γιάννη, Μαρικέρη, Παναγιώτα, Πάνο, Άγκυ, Λουίζα, Αργυρώ, Γωγώ, Άρη, Μάρτζυ και πόσοι ακόμα… Μοιάζει ευχέλαιο; Υπέρ υγείας. Οι ωραίοι άνθρωποι στη ζωή μας! Επενδύοντας σε σχέσεις… Κανένας κίνδυνος απώλειας από πυρκαγιά.

ΥΓ2 Παρακαλώ μη στείλετε κανένα σχόλιο, ούτε μήνυμα. Το κείμενο γράφτηκε γιατί ένοιωθα την βαθιά συνειδησιακή ανάγκη να σας μιλήσω-υπενθυμίσω για ό,τι δεν καίγεται ποτέ. Τις ανθρώπινες σχέσεις. Και για ανθρώπους, τόσο της Πυροσβεστικής όσο και της Αστυνομίας, που πραγματικά δεν πίστευα τον τρόπο που μας συμπεριφέρθηκαν με επαγγελματισμό και ψυχής ευγένεια.