1594
O Nτέιβιντ Μπόουι ως Ziggy Stardust το 1972, και το 2015 στο βίντεο κλιπ του "Lazarus" όπου εμφανίζεται ξαπλωμένος σε νεκρικό κρεβάτι. | Wikimedia Commons / Columbia / Creative Protagon

Οταν ο Ντέιβιντ Μπόουι συνάντησε τον θάνατο

Protagon Team Protagon Team 1 Ιανουαρίου 2026, 12:01
O Nτέιβιντ Μπόουι ως Ziggy Stardust το 1972, και το 2015 στο βίντεο κλιπ του "Lazarus" όπου εμφανίζεται ξαπλωμένος σε νεκρικό κρεβάτι.
|Wikimedia Commons / Columbia / Creative Protagon

Οταν ο Ντέιβιντ Μπόουι συνάντησε τον θάνατο

Protagon Team Protagon Team 1 Ιανουαρίου 2026, 12:01

Στο νέο βιβλίο του, που κυκλοφορεί την Πρωτοχρονιά στη Βρετανία, με τίτλο «Lazarus: Η Δευτέρα Παρουσία του Ντέιβιντ Μπόουι», ο δημοσιογράφος, συγγραφέας και ιστορικός, Αλεξάντερ Λάρμαν, γράφει για τους τελευταίους μήνες της ζωής του θρυλικού καλλιτέχνη και τον ήσυχο τρόπο με τον οποίο αποφάσισε να φύγει από τη ζωή, κλείνοντας τις εκκρεμότητές του και αποχαιρετώντας με τον τρόπο του τους ανθρώπους που εκτιμούσε.

Σε αποσπάσματα του βιβλίου που δημοσίευσε στον Guardian, ο Λάρμαν γράφει ότι ουδείς γνωρίζει με σιγουριά πότε ο Μπόουι συνειδητοποίησε ότι η άσθενειά του ήταν ανίατη. Σύμφωνα με την επικρατέστερη πληροφορία, διαγνώστηκε με καρκίνο του ήπατος το καλοκαίρι του 2014, αλλά τον Νοέμβριο του 2015 αποφασίστηκε ότι ήταν μη χειρουργήσιμος. Μέλη της προσωπικής του ομάδας αμφισβητούν αυτή τη θεωρία, πιστεύοντας ότι το γνώριζε πολύ νωρίτερα, αλλά ουδείς αμφισβητεί ότι η τελευταία του επίσκεψη στη Βρετανία είχε αποχαιρετιστήριο χαρακτήρα.

Παρά την ασθένειά του, η περίοδος ανάμεσα στην κυκλοφορία του «The Next Day» του 2013 – του πρώτου στούντιο δίσκου του μετά από μια δεκαετία– καθώς και του τελευταίου του άλμπουμ, «Blackstar», λίγο πριν τον θάνατό του τον Ιανουάριο του 2016, ήταν από τις πιο δραστήριες της καριέρας του. Παρά το χαμηλό προφίλ που διατηρούσε, δεν έχασε ποτέ την αίσθηση του χιούμορ του.

Στα μουσικά βραβεία Brit Awards του 2014, όπου βραβεύτηκε ως Κορυφαίος Βρετανός Καλλιτέχνης, έστειλε στη θέση του την Κέιτ Μος με τη χαρακτηριστική ενδυμασία του Ζίγκι Στάρνταστ, του γνωστότερου χαρακτήρα που δημιούργησε σε άλμπουμ και στη σκηνή, για να παραλάβει το βραβείο του. Το γνωστό μοντέλο διάβασε επί σκηνής ένα μήνυμά του, στο οποίο, με το γνωστό του χιούμορ, την χαρακτήριζε ως «εκπρόσωπό του Ζίγκι στη Γη».

Εκείνη την περίοδο, συνεχίζει ο Λάρμαν στον Guardian, ο Μπόουι δούλευε πάνω σε μια ιδέα για ένα θεατρικό μουσικό δράμα – μια παράσταση με τίτλο «Λάζαρος», βασισμένη στο κλασικό άλμπουμ του «The Man Who Fell to Earth», για την οποία αναζητούσε συγγραφέα. Ο θεατρικός ιμπρεσάριος, Ρόμπερτ Φοξ, του πρότεινε τον ιρλανδό θεατρικό συγγραφέα, Εντα Γουόλς. Τού τον σύστησε στη Νέα Υόρκη, και ήταν η αρχή «μιας πραγματικά υπέροχης, ανοιχτής συνεργασίας», σύμφωνα με τον Γουόλς.

Ο σεναριογράφος δεν κατάλαβε ότι ο τραγουδιστής είχε προβλήματα υγείας, καθώς «φαινόταν σε εξαιρετική φυσική κατάσταση», όπως λέει. Το σενάριο της παράστασης ολοκληρώθηκε το καλοκαίρι του 2014. Ο Μπόουι προσέλαβε ακολούθως τον κιμπορντίστα Χένρι Χέι, με τον οποίο είχε συνεργαστεί στο παρελθόν, ως μουσικό διευθυντή της παράστασης, και άρχισε να στρέφει την προσοχή του από τον «Λάζαρο» στην ηχογράφηση ενός νέου άλμπουμ.

Ο ντράμερ Ζάκαρι Αλφορντ, με τον οποίο ο Μπόουι άρχισε να ηχογραφεί κάποια ντέμο για το άλμπουμ το καλοκαίρι του 2014, παρατήρησε ότι η διάθεση του καλλιτέχνη είχε αλλάξει κατά τη διάρκεια ενός πάρτι το οποίο διοργάνωσε ο σχεδόν μόνιμος παραγωγός του, Τόνι Βισκόντι, για τα 70ά του γενέθλια. «Φαινόταν πιο γερασμένος και είχε κακή διάθεση», θυμάται ο Αλφορντ.

Ο Μπόουι αναζητούσε μια ακόμα δραματική στροφή στο μουσικό ύφος του, επηρεασμένος από την βραβευμένη με Grammy αμερικανίδα τζαζ μουσικό Μαρία Σνάιντερ. Ο βρετανός μουσικός είχε φλερτάρει με τη τζαζ στο παρελθόν, ωστόσο τώρα ήθελε να ηχογραφήσει ένα δικό του εντελώς τζαζ άλμπουμ. Γνωρίστηκε με τη Σνάιντερ και τον Ιούλιο του 2014 κυκλοφόρησαν το «Sue» με την ορχήστρα της στο Λος Αντζελες.

Σύμφωνα με ανθρώπους του περιβάλλοντός του, ο Μπόουι αντιμετώπιζε αρκετά προβλήματα υγείας την τελευταία δεκαετία της ζωής του, που περιελάμβαναν από τουλάχιστον ένα σοβαρό εγκεφαλικό, μέχρι «έξι ανακοπές καρδιάς», σύμφωνα με την βιογράφο του, Γουέντι Λι. Σε όλες αυτές τις περιπτώσεις, όπως και σε αυτή του μοιραίου καρκίνου, ο μουσικός δεν αποκάλυπτε την κατάστασή του ούτε στους στενότερους συνεργάτες του.

Στη διάρκεια της ηχογράφησης του «Sue», ο Μπόουι αναμφίβολα γνώριζε πόσο άρρωστος ήταν, αλλά, σε αντίθεση με την ανακοπή που υπέστη το 2004, είχε αποφασίσει να συνεχίσει να εργάζεται – και μάλιστα πυρετωδώς, αναφέρει ο Guardian. Μετά την ηχογράφηση του τραγουδιού με τη Σνάιντερ, επικοινώνησε με γνωστούς του μουσικούς με σκοπό να μπουν στο στούντιο στις αρχές του 2015 για ένα νέο άλμπουμ.

Ο Ντέιβιντ Μπόουι σε συναυλία στο Φρεζίς της Γαλλίας, το 1983. (Luciano Viti/ Getty Images/ Ideal Image)

Χωρίς να το γνωρίζουν οι μουσικοί του, ο Μπόουι είχε αρχίσει να υποβάλλεται σε χημειοθεραπείες, και ανακοίνωσε τα νέα στον Βισκόντι στις αρχές Ιανουαρίου του 2015, βγάζοντας το καπέλο του για να αποκαλύψει το χωρίς μαλλιά κεφάλι του. Στην μπάντα του ανέφερε ότι η υγεία του ήταν κλονισμένη, χωρίς περαιτέρω λεπτομέρειες, και τους έβαλε να υπογράψουν συμφωνητικά εχεμύθειας ώστε να διασφαλίσει ότι τίποτε δεν θα διέρρεε στη δημόσια σφαίρα.

Στο στούντιο εμφανίσθηκε δυναμικός και αποφασιστικός, με πλήρη επαγγελματισμό, και ζηλευτή, για την κατάστασή του, ενέργεια. Γνώριζε ακριβώς πώς ήθελε να χειριστεί το υλικό που είχε γράψει και ήταν γεμάτος ενθουσιασμό – τον οποίο μετέδιδε και στους υπόλοιπους μουσικούς. Παράλληλα, το μαύρο χιούμορ του ήταν καταλυτικό. Σε ένα email που έστειλε στον σαξοφωνίστα του, Ντόνι Μακάσκιλ, έγραφε: «Δεν έχω περάσει τόσο τέλεια από την εποχή του εμφράγματός μου»!

Η ηχογράφηση ολοκληρώθηκε τον Μάιο, αλλά ο Μπόουι δεν σταμάτησε για ξεκούραση. Ο καρκίνος του βρισκόταν σε ύφεση κι εκείνος αποφάσισε να πέσει με τα μούτρα στο δεύτερο τεράστιο πρότζεκτ της χρονιάς – τη θεατρική παράσταση «Λάζαρος». Είχε αποφασίσει, αντί μεγάλης πρεμιέρας, να παρουσιάσει το θεατρικό στο New York Theater Workshop, χωρητικότητας μόλις 199 θέσεων.

Πριν ξεκινήσουν οι πρόβες της παράστασης, ο τραγουδιστής ταξίδευσε στο Μπρούκλιν για να συζητήσει τα γυρίσματα του βίντεο του πρώτου τραγουδιού του άλμπουμ, του ομότιτλου «Blackstar», με τον σουηδό σκηνοθέτη Γιόχαν Ρενκ. Εκεί του είπε με αφοπλιστική ειλικρίνεια ότι ήταν πολύ άρρωστος, και ότι υπήρχε σοβαρή πιθανότητα να έχει πεθάνει πριν την ολοκλήρωση των γυρισμάτων. «Ηθελε ο θάνατος να είναι παρών στο βίντεο», αποκάλυψε αργότερα ο σκηνοθέτης.

Στο παράξενο βίντεο του «Blackstar», ο Μπόουι υιοθετούσε πολλαπλές περσόνες, μεταξύ των οποίων έναν νεκρό αστροναύτη αλά «Επισμηναγός Τομ» –αναφορά σε χαρακτήρα του κλασικού του τραγουδιού «Space Oddity»– και έναν γκριζομάλλη εκκεντρικό μεσσιανικό χαρακτήρα του 19ου αιώνα. Το βίντεο κυκλοφόρησε στις 19 Νοεμβρίου 2015 και έλαβε ενθουσιώδεις κριτικές, παρά την αμηχανία που προκάλεσε το περιεχόμενό του.

Μεταξύ των γυρισμάτων του βίντεο και της κυκλοφορίας του – γράφει ο Λάρμαν στον Guardian – ο καλλιτέχνης συμμετείχε σε όσο το δυνατόν περισσότερες πρόβες του «Λαζάρου», μέχρι την πρεμιέρα του στις 7 Δεκεμβρίου. Στο ξεκίνημά τους η υγεία του χειροτέρευσε τόσο, που αναγκάστηκε να αποκαλύψει την κατάστασή του στο καστ, αλλά και να συμμετέχει στις πρόβες μέσω βιντεοκλήσεων. Σοκαρισμένοι, όλοι κατάλαβαν πόσο σημαντικό ήταν να ολοκληρώσουν το έργο όσο εκείνος ήταν ακόμα ζωντανός.

Σύντομα, η νόσος επέστρεψε και στις αρχές Νοεμβρίου οι γιατροί του είπαν ότι ο καρκίνος ήταν πλέον ανίατος και ότι θα σταματούσαν κάθε θεραπεία, συνεχίζοντας μόνο την παρηγορητική φροντίδα. Αντί να ενδώσει στην απελπισία, ο Μπόουι διατήρησε τον γνωστό επαγγελματισμό του και γύρισε ένα ακόμη βίντεο με τον Ρενκ, αυτή τη φορά για το τραγούδι «Lazarus». Εμελλε να είναι το τελευταίο βίντεο που θα γύριζε.

Η θεατρική πρεμιέρα του «Λαζάρου» στη Νέα Υόρκη έγινε στις 7 Δεκεμβρίου και σηματοδότησε την τελευταία δημόσια εμφάνιση του καλλιτέχνη πριν τον θάνατό του. Φωτογραφήθηκε από ορδές φωτογράφων και θαυμαστών και κατάφερε να ανέβει στη σκηνή μόλις έπεσε η αυλαία, αλλά με μεγάλη δυσκολία. όπως γράφει ο Guardian. Ο σκηνοθέτης της παράστασης, που τον βοήθησε να μπει στο αυτοκίνητο για να φύγει, κατάλαβε ότι ήταν η τελευταία φορά που τον έβλεπε.

Είχε λιγότερο από έναν μήνα ζωής, και τις τελευταίες εβδομάδες του τις πέρασε αναλαμβάνοντας όση περισσότερη δουλειά μπορούσε. Γνωρίζοντας ότι δεν του έμενε πολύς χρόνος άρχισε να ηχογραφεί πέντε νέα τραγούδια – τα οποία δεν πρόλαβε να ολοκληρώσει. Το σινγκλ «Lazarus» είχε αποφασιστεί να κυκλοφορήσει στις 8 Ιανουαρίου 2016, ώστε να συμπέσει με τα γενέθλιά του, δύο ημέρες πριν τον θάνατό του.

Σε ένα από τα τελευταία του email προς τη δισκογραφική του εταιρεία, τη Sony, το περιέγραψε με μετριοφροσύνη ως «συμπαθητικό, για ηχογράφηση από έναν γερασμένο ροκ σταρ». Συνειδητοποιώντας ότι αυτό θα ήταν το τελευταίο του άλμπουμ, αποφάσισε να αποχαιρετήσει με τον τρόπο του τους αγαπημένους του συνεργάτες και φίλους.

Με το γνωστό μαύρο χιούμορ του, έστειλε ένα email στον φίλο, συνάδελφο, και συνοδοιπόρο του στα πρώτα χρόνια της καριέρας του, Μπράιαν Ινο, κάνοντας μια αυτοσαρκαστική σύνοψη των απαράμιλλων καλλιτεχνικών τους επιτευγμάτων. Στο τέλος έγραψε: «Σε ευχαριστώ για τις καλές μας στιγμές, Μπράιαν. Δεν θα σαπίσουν ποτέ». Το ρήμα που χρησιμοποίησε στην τελευταία φράση, έκανε τον Ινο να καταλάβει ότι αυτό ήταν το τελευταίο αντίο του φίλου του.

Ο Μάικ Γκάρσον, κιμπορντίστας και μακροβιότερος συνεργάτης του, έλαβε ένα παρόμοιο email, που έγραφε: «Μάικ, κάναμε απίστευτη δουλειά μαζί» – γεγονός που οδήγησε τον μουσικό να σχολιάσει προφητικά στη σύζυγό του: «Δεν θα ξανακούσω νέα του». Εστειλε αντίστοιχα μηνύματα και σε άλλους συνεργάτες του, αφήνοντας ίχνη αποχαιρετισμού, πάντα σε χαμηλούς τόνους, χωρίς να πει ποτέ ευθέως «αντίο».

Γνώριζε ότι το άλμπουμ θα ήταν η τελευταία καλλιτεχνική παρακαταθήκη του και τα τραγούδια του απέκτησαν προφητική χροιά στα αυτιά των κριτικών μετά τον θάνατό του – και πολλοί, δικαίως, το χαρακτήρισαν ως το magnum opus του. Σε μια χρονιά που σημαδεύτηκε από την απώλεια μεγάλων καλλιτεχνών, όπως ο Τζορτζ Μάικλ, ο Πρινς και ο Λέοναρντ Κοέν, το «Blackstar» μπήκε στη λίστα των κορυφαίων της χρονιάς, μαζί με το κύκνειο άσμα του Κοέν, «You Want It Darker».

Ο Ντέιβιντ Ρόμπερτ Τζόουνς, που έγινε παγκοσμίως γνωστός ως Ντέιβιντ Μπόουι, πέθανε στο σπίτι του στο κέντρο της Νέας Υόρκης, στις 10 Ιανουαρίου 2016. Συγκίνηση και θρήνοι πλημμύρισαν δρόμους και πλατείες σε όλο τον κόσμο, με χαρακτηριστική την εικόνα εκατοντάδων φαν του στο Λονδίνο να τραγουδούν το «Starman» και το «Life On Mars» σε επιμνημόσυνη συγκέντρωση στο Μπρίξτον, τη γενέτειρά του.

Με σχεδόν μεταφυσική ενόραση, στους στίχους του «Blackstar» –ομότιτλου τραγουδιού του τελευταίου του άλμπουμ– ο Λευκός Δούκας τραγουδά: «Κάτι συνέβη την ημέρα που πέθανε / Το Πνεύμα ανήλθε ένα μέτρο επάνω του / και μετά έκανε στην άκρη».

Ακολουθήστε το Protagon στο Google News

Διαβάστε ακόμη...

Διαβάστε ακόμη...