Εχουν οι γονείς αγαπημένα παιδιά; Εννοείται!
Εχουν οι γονείς αγαπημένα παιδιά; Εννοείται!
Οταν γεννήθηκε ο αδελφός μου τα προνόμια της μικρής πριγκίπισσας, τα δικά μου δηλαδή, λες και κόπηκαν με το μαχαίρι. Δεν θα μπω σε λεπτομέρειες. Ως μεγάλη αδελφή βρήκα τρόπους να το αντιμετωπίσω, στην αρχή ακρωτηριάζοντας με μανία το αγαπημένο μου αρκουδάκι, αντί να βγάζω τα μάτια του «σιχαμένου» μωρού που έκλαιγε συνεχώς, και αργότερα αγνοώντας τον επιδεικτικά. Μέχρι που μεγαλώσαμε και καταλάβαμε πόσο πολύ αγαπιόμαστε. Εμείς δηλαδή καλά τη βγάλαμε με την προτίμηση γονιών (και γιαγιάς, άσε που και εκείνος νόμιζε ότι εγώ ήμουν το αγαπημένο παιδί της οικογένειας), όχι όμως όλοι.
Μια φίλη μού εξομολογήθηκε κάποτε πόσο υπέφερε σε όλη της τη ζωή ούσα απόλυτα πεπεισμένη ότι οι γονείς της προτιμούσαν την αδελφή της και ότι την ίδια την είχαν πάρει… από τσιγγάνους (αντίθετα από αυτό που ακουγόταν κάποτε, ότι δηλαδή οι τσιγγάνοι έκλεβαν μικρά παιδάκια). Η φίλη μου ήταν ψηλή, δεμένη και μελαχρινή, με σκούρα επιδερμίδα και λοξά μάτια, μια κούκλα, όμως χωρίς καθόλου αυτοεκτίμηση και αυτοπεποίθηση. Η αδελφή της, από την άλλη, ήταν μια αιθέρια ύπαρξη, μικροκαμωμένη και ξανθιά, με πράσινα μάτια. Ακόμη και στα ονόματά τους οι γονείς τους είχαν κάνει διακρίσεις. Μαρία η φίλη μου, τι πιο κοινότοπο δηλαδή, Λίζι η αδελφή της – αλλά για ευνόητους λόγους τα έχω αλλάξει.
Μου έκανε λοιπόν πολύ μεγάλη εντύπωση το άρθρο των New York Times με τις απόψεις ειδικών που επιβεβαιώνουν πόσο πολύ υποφέρουν τα παιδιά από την άνιση μεταχείριση των γονιών. Η Τέντι Ρόζενμπλουθ, που υπογράφει το δημοσίευμα της νεοϋορκέζικης εφημερίδας, αναφέρει το παράδειγμα της Κάρα (επίσης αλλαγμένο όνομα), οι μικρότερες αδελφές της οποίας απολάμβαναν πάντα περισσότερη προσοχή και ειδικά προνόμια, όπως ταξίδια στην Ντίσνεϊλαντ. Αλλά δικαιολογούσε τη συμπεριφορά των γονιών τους. Τα μεγαλύτερα παιδιά είναι γραφτό να είναι πιο ανεξάρτητα, σκεφτόταν, και οι γονείς της πιθανότατα είχαν περισσότερα χρήματα για τις μικρές αφότου εκείνη έφυγε από το πατρικό της.
Καθώς μεγάλωναν, όμως, η ειδική μεταχείριση των αδελφών της συνεχιζόταν και πλέον τα στοιχεία έγιναν κραυγαλέα. Πριν από δύο χρόνια, όταν οι γονείς της τηλεφώνησαν για να της πουν ότι σχεδίαζαν –για άλλη μια φορά– να περάσουν τις γιορτές με τις αδελφές της και δεν θα έρχονταν να την επισκεφθούν στην πόλη που έμεναν η Κάρα και τα παιδιά, είχε μια αναλαμπή: «Ξαφνικά συνειδητοποίησα ότι ίσως δεν υπήρχε δικαιολογία», είπε στους New York Times. «Ισως αυτά τα παιδιά να ήταν πάντα τα αγαπημένα τους».
Η Κάρα άρχισε να ενοχλείται από το γεγονός ότι οι γονείς της αγνοούσαν τα δικά της παιδιά με τον ίδιο τρόπο που αγνοούσαν και εκείνη. «Δύο γενιές απόρριψης» το αποκάλεσε. Και παρά τις προσπάθειές της να ξεπεράσει τη δυσαρέσκεια και την απογοήτευση, η ανισότητα επηρέασε την ψυχική της υγεία. «Απλώς δεν μπορώ να ξεπεράσω τον πόνο», είπε.
Δεν είναι η μόνη, όπως αποδεικνύεται. Ερευνες των τελευταίων δεκαετιών δείχνουν ότι τα συναισθήματα της Κάρα είναι συνηθισμένα ανάμεσα σε λιγότερο ευνοημένα αδέλφια. Στην παιδική ηλικία είναι πιο πιθανό να έχουν χειρότερη ψυχική υγεία, χειρότερες οικογενειακές σχέσεις και λιγότερη ακαδημαϊκή επιτυχία από τα αδέλφια τους, γράφει η Τέντι Ρόζενμπλουθ στους New York Times.
Ακόμη, άλλες έρευνες δείχνουν ότι αυτές οι οικογενειακές δυναμικές μπορούν να επηρεάσουν την ψυχική υγεία πολύ μετά τη νεότητα. Μια μελέτη διαπίστωσε ότι αν τα ενήλικα παιδιά πίστευαν πως ήταν ευνοημένα ή όχι ήταν ισχυρότερος προγνωστικός παράγοντας για την ψυχική τους υγεία από σχεδόν οποιονδήποτε άλλο παράγοντα που μετρήθηκε, συμπεριλαμβανομένης της οικογενειακής κατάστασης, της απασχόλησης και της ηλικίας. Μόνο η σωματική υγεία είχε πιο στενή συσχέτιση.
«Μπορείτε να μιλήσετε με ενήλικες μεγαλύτερης ηλικίας και θα σας πουν τι συνέβη όταν ήταν πέντε ετών. Εχουν κολλήσει σε αυτό», δήλωσε στους New York Times η Λόρι Κράμερ, καθηγήτρια Εφαρμοσμένης Ψυχολογίας στο Πανεπιστήμιο Νόρθιστερν της Βοστώνης, η οποία μελετά τις αδελφικές σχέσεις.
Ποιος είναι ο ευνοούμενος;
Σε μια κοινωνία που αποδοκιμάζει την άνιση μεταχείριση των παιδιών δεν είναι εύκολο να μετρηθεί η προτίμηση των γονιών. Οταν η Τζ. Τζιλ Σιούτορ, καθηγήτρια Κοινωνιολογίας στο Πανεπιστήμιο Πουρντιού της Ιντιάνα, άρχισε να στρατολογεί μητέρες για τη μεγαλύτερη διαχρονική μελέτη σχετικά με την επίδραση της γονικής προτίμησης, θυμήθηκε τον σκεπτικισμό της οικογένειάς της: «Κανείς δεν πρόκειται να απαντήσει στις ερωτήσεις σας. Οι καλοί γονείς δεν το κάνουν αυτό», την προειδοποίησαν.
Ετσι, μαζί με άλλους ερευνητές ανέπτυξαν μια πιο έμμεση σειρά ερωτήσεων: Για ποιο παιδί ξοδεύετε περισσότερους πόρους; Με ποιο νιώθετε συναισθηματικά πιο κοντά; Με ποιο είστε πιο απογοητευμένοι; Το 2001, η αμερικανίδα κοινωνιολόγος στρατολόγησε περισσότερες από 500 μητέρες με δύο ή περισσότερα ενήλικα παιδιά η καθεμία, και άρχισε να καταγράφει τις απαντήσεις τους. Πλέον έχει μελετήσει τις ίδιες οικογένειες για τόσο μεγάλο χρονικό διάστημα ώστε έχει αρχίσει να συλλέγει δεδομένα σχετικά με τις επιπτώσεις της προτίμησης παππούδων και γιαγιάδων.
Το πρώτο εκπληκτικό αποτέλεσμα από αυτά τα δεδομένα είναι το πόσο διαδεδομένη ήταν η ευνοιοκρατία. Με βάση τα ερωτήματα της μελέτης, περίπου τα δύο τρίτα των γονέων είχαν ένα ευνοούμενο παιδί που συχνά παρέμενε το αγαπημένο τους για δεκαετίες. Δεν υπήρχε κάποιο σύνολο χαρακτηριστικών που να εγγυάται ότι ένα παιδί θα ήταν το πιο ευνοημένο, αλλά αυτά τα παιδιά έτειναν να είναι οι κόρες και τα μικρότερα αδέρφια.
Μια μεγάλη ανάλυση που δημοσιεύθηκε νωρίτερα φέτος κατέληξε, ομοίως, ότι στην παιδική ηλικία οι κόρες είχαν περισσότερες πιθανότητες να τύχουν προνομιακής μεταχείρισης από τους γονείς τους. (Να σημειωθεί ότι οι έρευνες για την προτίμηση των γονιών συχνά εστιάζουν σε οικογένειες με δύο παιδιά, αφήνοντας τα μεσαία, για άλλη μια φορά, παραμελημένα.)
Ωστόσο, η διαφορά δεν οφείλεται μόνο σε επιφανειακούς παράγοντες όπως η σειρά γέννησης και το φύλο. Οι γονείς είχαν την τάση να ευνοούν παιδιά με ευχάριστη και ευσυνείδητη προσωπικότητα, πιθανότατα επειδή είναι ελαφρώς πιο εύκολο να τα αναθρέψει κανείς, δήλωσε ο Αλεξ Τζένσεν, επίκουρος καθηγητής στο Πανεπιστήμιο Μπρίγκαμ Γιανγκ της Γιούτα, ερευνητής και συγγραφέας της νέας μεγάλης ανάλυσης.
Η Τζ. Τζιλ Σιούτορ διαπίστωσε επίσης ότι στην ενήλικη ζωή ο πιο σημαντικός παράγοντας ήταν «χωρίς αμφιβολία» το αν γονείς και παιδιά είχαν παρόμοιες αξίες, συμπεριλαμβανομένων θρησκευτικών και πολιτικών ζητημάτων. Ακόμη, η αμερικανίδα κοινωνιολόγος διαπίστωσε ότι οι παράγοντες που τα ενήλικα παιδιά πίστευαν ότι θα μπορούσαν να βελτιώσουν τη θέση τους (όπως επαγγελματικά επιτεύγματα) ή να τη βλάψουν (όπως ο εθισμός ή η σύλληψη), στην πραγματικότητα είχαν μικρή επίδραση στην προτίμηση των μητέρων τους.
«Είχαμε μητέρες που επισκέπτονταν τα παιδιά τους στη φυλακή κάθε εβδομάδα», είπε η δρ Σιούτορ στους New York Times. «Eλεγαν: “Είμαι πολύ κοντά στον Τζόνι. Δεν ήταν δικό του λάθος. Είναι καλό παιδί”». Κατά κάποιο τρόπο, ωστόσο, η αντίληψη των γονέων για την προτίμησή τους είναι άσχετη, δήλωσε η δρ Σιούτορ.
Σε μελέτες που εξέταζαν τις συνέπειες της προτίμησης στην ψυχική υγεία ήταν πολύ πιο σημαντικό το αν τα παιδιά αντιλαμβάνονταν την άνιση μεταχείριση. Μια μελέτη διαπίστωσε ότι γονείς και παιδιά διαφώνησαν πάνω από τις μισές φορές όταν ρωτήθηκαν για τον βαθμό της διαφορετικής μεταχείρισης, ποιος επωφελήθηκε από αυτή την ανισότητα και αν οι διαφορές θεωρούνταν δίκαιες.
Μέρος του προβλήματος είναι ότι οι γονείς σπανίως συζητούν αυτά τα θέματα με τα παιδιά τους, τόνισε στους New York Times η δρ Λόρι Κράμερ, μία εκ των συγγραφέων της μελέτης. «Ολοι τα σκεφτόμαστε αλλά κανείς δεν μιλάει για αυτά τα πράγματα», είπε.
«Σε γενικές γραμμές δεν είναι καλό»
Η έρευνα σχετικά με τις επιπτώσεις της γονικής προτίμησης, είπε ο δρ Αλεξ Τζένσεν, μπορεί να συνοψιστεί στη φράση: «Σε γενικές γραμμές δεν είναι καλό». Από πολύ μικρά, τα παιδιά παρακολουθούν στενά τον τρόπο που τους φέρονται οι γονείς σε σύγκριση με τα αδέλφια τους. Οσοι αισθάνονται ότι ήταν σε μειονεκτική θέση είναι πιο πιθανό να υποφέρουν από άγχος και κατάθλιψη, να έχουν τεταμένες οικογενειακές σχέσεις και να εμπλέκονται σε επικίνδυνες συμπεριφορές, όπως το ποτό και το κάπνισμα, ως έφηβοι.
Οι ερευνητές δεν μπορούν να προσδιορίσουν τι προκαλεί αυτές τις αρνητικές επιπτώσεις, Αν είναι, δηλαδή, αποτέλεσμα της προτίμησης ή αν, για παράδειγμα, τα παιδιά που είναι επιρρεπή σε ψυχικές διαταραχές είναι λιγότερο πιθανό να κερδίσουν την εύνοια των γονέων τους. Η δρ Κράμερ δήλωσε, ωστόσο, ότι η έρευνα παρουσιάζει το πειστικό επιχείρημα ότι οι γονείς θα πρέπει τουλάχιστον να θίγουν πιο συχνά αυτό το θέμα-ταμπού.
Αν φέρονται στα παιδιά τους διαφορετικά, τότε θα πρέπει να εξηγούν τους λόγους. Ισως αυτό σημαίνει να εξηγήσουν, για παράδειγμα, ότι ένας αδελφός χρειάζεται περισσότερη βοήθεια με τις εργασίες για το σπίτι επειδή δυσκολεύεται στο σχολείο ή ότι μια αδερφή χρειάζεται καινούργιο νυχτικό επειδή το παλιό της έχει φθαρεί. Αν ένα παιδί κατανοήσει τον λόγο της διαφοράς, πολλές από τις αρνητικές επιπτώσεις φαίνεται ότι εξαφανίζονται.
Ωστόσο υπάρχουν και μειονεκτήματα στο να είσαι το αγαπημένο παιδί. Ενώ κάποια παιδιά μπορεί να επωφελούνται από μικρές ανισότητες, άλλα υποφέρουν όταν το χάσμα ανάμεσα σε αυτά και τα αδέλφια τους είναι πολύ μεγάλο. Τα «χρυσά» παιδιά μπορεί να αισθάνονται ένοχα ή ότι δεν αξίζουν την εύνοια των γονιών τους όταν οι διαφορές στη μεταχείριση είναι πολύ προφανείς, δήλωσε η καθηγήτρια Σούζαν Μπράνιε, επικεφαλής του τμήματος Εκπαίδευσης και Παιδαγωγικών στο Πανεπιστήμιο της Ουτρέχτης, στην Ολλανδία. «Τα παιδιά αγαπούν την ισότητα και τη δικαιοσύνη στις σχέσεις», είπε.
Η πικρία της διαφορετικής μεταχείρισης, εξάλλου, δεν φαίνεται να μειώνεται με την πάροδο του χρόνου. Η ευνοϊκή μεταχείριση των γονιών είχε την ίδια σημασία για ενήλικες στα 60 τους όπως και για 40άρηδες, σημείωσε η δρ Σιούτορ. Μάλιστα, μια γυναίκα παραδέχτηκε στην αμερικανίδα κοινωνιολόγο ότι μετά από 15 χρόνια εξακολουθούσε να τη στοιχειώνει η εξομολόγηση της μητέρας της λίγο πριν πεθάνει. «Πάντα αγαπούσα την αδελφή σου περισσότερο», της είπε…
Το γεγονός, δε, ότι οι διακρίσεις των γονιών έχουν τόσο βαθύ αντίκτυπο δεν θα έπρεπε να αποτελεί έκπληξη. «Πρόκειται για πολύ βαθείς συναισθηματικούς δεσμούς, που τους έχουμε σε όλη μας τη ζωή», εξήγησε η αμερικανίδα κοινωνιολόγος στους New York Times. «Οι γονείς είναι τα άτομα που νιώθεις ότι πρέπει να σε αγαπούν περισσότερο».
Ακολουθήστε το Protagon στο Google News
