H Μπριζίτ Μπαρντό, σύμβολο της Γαλλίας που άλλαζε
H Μπριζίτ Μπαρντό, σύμβολο της Γαλλίας που άλλαζε
Η Μπριζίτ Μπαρντό υπήρξε κάτι πολύ περισσότερο από μια σταρ του κινηματογράφου. Ηταν η ζωντανή αντανάκλαση των αντιφάσεων και των μεταμορφώσεων της μεταπολεμικής Γαλλίας, ως απόλυτο σύμβολο της απελευθερωμένης θηλυκότητας και της ποπ κουλτούρας αλλά και ως ριζοσπαστική ακτιβίστρια για τα δικαιώματα των ζώων και μια βαθιά αμφιλεγόμενη πολιτική φωνή.
Η ηθοποιός, τραγουδίστρια και ακτιβίστρια, που πέθανε στις 28 Δεκεμβρίου σε ηλικία 91 ετών, ενσάρκωσε τη σύγχρονη Γαλλία με τρόπο σχεδόν κυριολεκτικό, γράφουν οι New York Times. Το 1969 έγινε η πρώτη διασημότητα που επιλέχθηκε ως πρότυπο για τη Μαριάν, το σύμβολο της Γαλλικής Δημοκρατίας που κοσμεί δημαρχεία, επίσημα έγγραφα, γραμματόσημα και νομίσματα από την εποχή της Γαλλικής Επανάστασης. Σχεδόν έναν χρόνο νωρίτερα είχε εμφανιστεί σε τηλεοπτικό σόου φορώντας μόνο μπότες μέχρι τον μηρό και μια γαλλική σημαία, ενώ ο εθνικός ύμνος μετατρεπόταν αιφνιδιαστικά σε ζωηρό ποπ τραγούδι.
Εκεί όπου το Χόλιγουντ είχε τη λαμπερή αλλά εύθραυστη Μέριλιν Μονρόε και η Ιταλία τη γήινη αλλά αξιοπρεπή Σοφία Λόρεν, η Μπαρντό ξεχώρισε για τον αδιάντροπο ηδονισμό της, που την κατέστησε μοναδικό φαινόμενο, γράφει η Washington Post. Ηταν μία από τις πιο πολυφωτογραφημένες γυναίκες στον κόσμο, πυροδοτώντας αμέτρητες φαντασιώσεις και αναλύσεις.
Η B.B. (Μπε-Μπε στα καθ’ ημάς), όπως ήταν γνωστή, συμβόλιζε μια νέα Γαλλία: τολμηρή, απελευθερωμένη και απρόβλεπτη. Ομως ποτέ δεν συμβόλισε τη συναίνεση. Αντιθέτως, θα μπορούσε να χαρακτηριστεί μία από τις πρώτες «προβληματικές» και αντιφατικές σταρ της σύγχρονης εποχής. Λατρεύτηκε και μισήθηκε, συχνά ταυτόχρονα. Κατηγορήθηκε ως κακή ηθοποιός, δύστροπη και μισάνθρωπος, αλλά ταυτόχρονα έγινε σύμβολο νεωτερικότητας και γυναικείας απελευθέρωσης. Υπήρξε ακούραστη υπέρμαχος των δικαιωμάτων των ζώων, ενώ παράλληλα συνδέθηκε πολιτικά με την Ακρα Δεξιά και καταδικάστηκε επανειλημμένως για «υποκίνηση φυλετικού μίσους».
Η ίδια δεν χρειάστηκε ποτέ να «ακυρωθεί» από άλλους· κατά κάποιον τρόπο αυτοακυρώθηκε, αποχωρώντας από τον κινηματογράφο το 1973, μόλις στα 38 της. Σε αντίθεση με πολλές αποχωρήσεις σταρ, αυτή ήταν οριστική. Κάποιοι, σημειώνουν οι ΝΥΤ, υποστήριξαν ότι η απόφασή της τής άφησε υπερβολικά πολύ χρόνο για αμφιλεγόμενες παρεμβάσεις. Ωστόσο η ίδια η Μπαρντό αναζητούσε τον έλεγχο της ζωής της. Και τον κατέκτησε.
Πολύ πριν γίνει η Μαριάν, κουβαλούσε ένα ακόμη βαρύτερο φορτίο: είχε ταυτιστεί με τη γυναικεία φύση καθαυτή. Η ταινία που την έκανε σταρ ήταν το «…Και ο Θεός έπλασε τη γυναίκα» (1956). Υπό τη σκηνοθεσία του τότε συζύγου της, Ροζέ Βαντίμ, απελευθέρωσε μια αισθησιακή, αφοπλιστική σεξουαλικότητα που έμοιαζε να ανοίγει διάπλατα τα παράθυρα της μεταπολεμικής Γαλλίας. Η ταινία χαρακτηρίστηκε ορόσημο στην ιστορία της κινηματογραφικής απεικόνισης του σεξ, του φωτός και της γαλλικής ταυτότητας.
Δεν άργησε να τραβήξει το ενδιαφέρον των διανοουμένων. Η Μαργκερίτ Ντιράς την αποκάλεσε «Βασίλισσα Μπαρντό», ενώ η Σιμόν ντε Μποβουάρ έγραψε το περίφημο δοκίμιο «Η Μπριζίτ Μπαρντό και το σύνδρομο της Λολίτας», εκφράζοντας θαυμασμό αλλά και την ελπίδα ότι η ηθοποιός θα ωριμάσει χωρίς να αλλοιωθεί. Η Μποβουάρ διέκρινε υπαρξιακή σημασία στη σωματική της γοητεία και την αποκάλεσε «ατμομηχανή της ιστορίας των γυναικών».
Στον αντίποδα, ο Ρεϊμόν Καρτιέ, διευθυντής του περιοδικού Paris Match, τη θεώρησε υπεύθυνη για την κατάρρευση των κοινωνικών ηθών, χαρακτηρίζοντάς την «ανήθικη από την κορυφή ως τα νύχια». Συμμάχησε μάλιστα, άθελά του, με τους αμερικανούς πουριτανούς λογοκριτές, όταν η ταινία «…Και ο Θεός έπλασε τη γυναίκα» απαγορεύτηκε σε κινηματογράφους από τη Φιλαδέλφεια έως το Τέξας.
Η ταινία, γυρισμένη με μόλις 40.000 δολάρια, απέφερε 8,5 εκατομμύρια δολάρια παγκοσμίως και έγινε η πιο εμπορικά επιτυχημένη ξένη ταινία που είχε προβληθεί έως τότε στις ΗΠΑ. Παράλληλα, μετέτρεψε την Μπαρντό, κόρη μιας ευκατάστατης καθολικής οικογένειας, σε παγκόσμια σταρ.
Η εκρηκτική επιτυχία τη βύθισε σε μια δίνη υπερ-διασημότητας που η ίδια ποτέ δεν αγάπησε. Κυνηγημένη διαρκώς από τους παπαράτσι, με αμέτρητους έρωτες και γάμους, γύριζε ταινίες με εξαντλητικούς ρυθμούς. «Κανείς δεν είναι ασφαλής αν με αγαπάει», έλεγε. Οταν ρωτήθηκε για την πιο αξέχαστη μέρα της ζωής της, απάντησε: «Ηταν νύχτα». Πίσω από τη δημόσια εικόνα, η Μπαρντό ήταν βαθιά δυστυχισμένη, γράφει η WP. Επινε υπερβολικά, υπέφερε από ψυχολογικές κρίσεις και εγκατέλειψε τον μοναχογιό της, τον οποίο αργότερα αποκάλεσε «καρκινικό όγκο». «Δεν ήμουν φτιαγμένη για μητέρα», δήλωνε ωμά.
Αν και το ενδιαφέρον εστιαζόταν συχνά στο σεξ απίλ της, οι μεγαλύτερες εμπορικές επιτυχίες της ήταν κωμωδίες, επισημαίνουν οι ΝΥΤ, στις οποίες ανέτρεπε το στερεότυπο της «χαζής ξανθιάς» με μεγάλη φυσικότητα.
Παράλληλα, διέπρεψε και σε πιο απαιτητικούς ρόλους, όπως στο σκοτεινό «Η αλήθεια» του Ανρί-Ζορζ Κλουζό και στην εμβληματική «Περιφρόνηση» του Ζαν-Λικ Γκοντάρ. Η δεκαετία του 1960 ήταν η εποχή της. Εκτός από τον κινηματογράφο, ξεκίνησε μουσική καριέρα, με τραγούδια γεμάτα ειρωνεία και γοητεία. Ενα τηλεοπτικό αφιέρωμα στην ίδια, την Πρωτοχρονιά του 1968, απέκτησε μυθικές διαστάσεις, ιδίως χάρη στις συνεργασίες της με τον Σερζ Γκενσμπούργκ.
Ο κοινωνιολόγος Εντγκάρ Μορέν περιέγραψε την Μπαρντό ως ένα παράδοξο μείγμα ακραίας αθωότητας και ακραίου ερωτισμού. Αν και είχε τη φήμη προκλητικής γυναικείας μορφής, ζήτησε από τον Γκενσμπούργκ να μη δημοσιεύσει το τολμηρό τραγούδι «Je t’aime… moi non plus», κάτι που εκείνος σεβάστηκε και το επανηχογράφησε λίγο αργότερα με την Τζέιν Μπίρκιν.
Η αγάπη της για τη μουσική συνεχίστηκε και μετά την αποχώρησή της από το σινεμά. Το καθοριστικό σημείο για τη σχέση της με τον κινηματογράφο, σύμφωνα με τους ΝΥΤ ήρθε όταν γύριζε την τελευταία της ταινία μεγάλου μήκους, «Η διδακτική και εύθυμη ιστορία του Κολινό» (1973). Είχε παρατηρήσει ότι ένας από τους κομπάρσους είχε μια μικρή κατσίκα και έμαθε ότι το ζώο προοριζόταν για μπάρμπεκιου. Τρομοκρατημένη, η Μπαρντό αγόρασε την κατσίκα. Ηταν ένα επεισόδιο που, όπως είπε αργότερα, την έκανε να στραφεί από την υποκριτική στην εκστρατεία για τα δικαιώματα των ζώων.
Αποσύρθηκε στο Σεν-Τροπέ και αφιερώθηκε σε έναν ριζοσπαστικό ακτιβισμό υπέρ των δικαιωμάτων των ζώων, ιδρύοντας το Ιδρυμα Μπριζίτ Μπαρντό και χρηματοδοτώντας το πουλώντας προσωπικά της αντικείμενα. Με τα χρόνια έγινε εξίσου γνωστή για τις πολιτικές της θέσεις όσο και για την καριέρα της. Υποστήριξε ανοιχτά την Ακρα Δεξιά, προκάλεσε με δηλώσεις της και παρέμεινε αμετανόητη.
Πίστευε, για παράδειγμα, ότι μόνο η πολιτική Δεξιά, μέχρι τα άκρα του Εθνικού Μετώπου και του διαδόχου του, του Εθνικού Συναγερμού, θα μπορούσε να σώσει μια παρακμάζουσα Γαλλία. Νωρίτερα φέτος εξέφρασε την υποστήριξή της στον Ζεράρ Ντεπαρντιέ και τον Νικολά Μπεντός, οι οποίοι έχουν καταδικαστεί για σεξουαλική επίθεση.
Καταδικάστηκε πέντε φορές για υποκίνηση φυλετικού μίσους, χαρακτήρισε τους μουσουλμάνους «εισβολείς» και υιοθέτησε τη ρητορική της Aκρας Δεξιάς, εκφράζοντας θαυμασμό της για τον Ζαν-Μαρί Λεπέν. Ο τέταρτος σύζυγός της ήταν στενός συνεργάτης του.
Σε πρόσφατη συνέντευξή της, στα 90 της χρόνια, δήλωσε ότι δεν χρειαζόταν τίποτα περισσότερο από όσα ήδη είχε. Οπως είχε ελπίσει η Ντε Μποβουάρ, η Μπαρντό ωρίμασε. Αλλά δεν άλλαξε.
Ακολουθήστε το Protagon στο Google News
