570
| CreativeProtagon/Shutterstock

Οι Ελληνες να μην κάνουν διακοπές;

|CreativeProtagon/Shutterstock

Οι Ελληνες να μην κάνουν διακοπές;

Η ευρύτερη περιοχή μπορεί να έχει και τριάντα χιλιάδες κλίνες. Τριάστερες, τετράστερες, πεντάστερες, εξάστερες και πάει λέγοντας. Τις καλές εποχές, έτσι για πλάκα, είχα μετρήσει εβδομήντα φωτεινές ταμπέλες «Rent a car» κατά μήκος του κεντρικού δρόμου, φανταστείτε πόσα αυτοκίνητα περίμεναν στα πίσω γκαράζ για να νοικιαστούν. Εστιατόρια, ταβέρνες και κάθε λογής φαγάδικα ή ταχυφαγεία στριμώχνονται το ένα δίπλα στ’ άλλο, προσφέροντας γεύσεις χωρίς τελειωμό. Από fish and chips μέχρι κασιώτικα ντολμαδάκια, από ινδικό μέχρι κρητικό αντικριστό, από χάμπουργκερ μέχρι πολίτικα γιουβαρλάκια, από  γιαπωνέζικο σούσι μέχρι νοτιοαφρικάνικες πουτίγκες. Μια πανδαισία ή μια αηδία, διαλέξτε και πάρτε.

Στις έντεκα το βράδυ (ώρα άλλοτε, που το σούρτα-φέρτα και το γλέντι των τουριστών ήταν στο απόγειό του), έκανα μια βόλτα κατά μήκος της τουριστούπολης, στην κεντρική της λεωφόρο. Συνάντησα ένα σκυλί και ένα ζευγαράκι ερωτευμένων που είχε λουφάξει σε μιαν σκοτεινή είσοδο μαγαζιού και φιλιόταν. Τα λιγοστά αυτοκίνητα περνούσαν με ογδόντα και ενενήντα χιλιόμετρα, ξεσηκώνοντας τις εφημερίδες που ήταν πεταμένες στα ρείθρα των πεζοδρομίων. Κατεβασμένα ρολά και θεοσκότεινες βιτρίνες έπιαναν ως εκεί που έφτανε το μάτι. Η εικόνα θα ήταν αποκαρδιωτική, αν δεν κυριαρχούσε εντός μου το συναίσθημα του υπερβατικού. Σα να έβλεπα χουλιγουντιανή ταινία με την ερημωμένη και μισοκατεστραμένη Νέα Υόρκη στο έλεος συμμοριών και αλλόκοτων δολοφόνων. Κι όλα αυτά εξ αιτίας ενός ακέφαλου και ασπόνδυλου μικροοργανισμού που ξεκίνησε από ένα παζάρι της Κίνας.

Μέσα στα χιλιόμετρα των κλειστών μαγαζιών, έψαξα ένα ανοικτό για να τσιμπήσω κάτι. Έστω στα όρθια. Ένα σάντουιτς, ένα σουβλάκι, μια τυρόπιτα βρε αδερφέ. Τίποτα. Ούτε ένα για δείγμα. Έψαξα ένα δωμάτιο να περάσω την νύχτα. Αμ δε. Οι ξενοδόχοι και οι «δωματιάδες» δεν απαντούν ούτε στο τηλέφωνο. Πίσω από κλειστές τζαμένιες πόρτες, βλέπω τις σκοτεινές ρεσεψιόν να φαντάζουν σαν σκηνικό ταινίας μυστηρίου. «Βρες από το κινητό σου κανέναν Airbnb» μου λέει ένας περιπτεράς, «μόνο αυτοί είναι διαθέσιμοι, οι υπόλοιποι θα ανοίξουν όταν θα ‘ρθουν οι τουρίστες, αν έρθουν…». Άντε να βρεις τώρα δωμάτιο μέσω πλατφόρμας βραχυχρόνιας μίσθωσης στις έντεκα την νύχτα, για το ίδιο βράδυ. (Ενημερωτικά, στην ντοπιολαλιά δεν είναι η πλατφόρμα Airbnb. Είναι άνθρωπος, ο Ερμπιενμπής.)

Συγγνώμη, κι αν ένας Ελληνας αποφασίσει να πάρει την άδειά του στις 3 ή στις 10 του Ιούλη και να πάει διακοπές με την οικογένεια του; Δεν είναι δα και παράλογες ημερομηνίες. Πού θα μείνει; Τι θα φάει; Που θα πιεί καφέ; Από ποιόν θα νοικιάσει ομπρέλα στην παραλία; Σε ποιο μπαράκι θα απολαύσει το ποτό του; «Α, τώρα είναι νωρίς» μου απαντά γνώστης του τουριστικού χώρου, «κανένας δεν θ’ ανοίξει για λίγους Ελληνες που θα πάρουν πρόωρη άδεια. Τον Αύγουστο, κάτι θα βρει.»

Δηλαδή έχουμε κατασκευάσει θηριώδεις τουριστουπόλεις που είναι αποκλειστικά προσανατολισμένες στον εισαγόμενο μαζικό τουρισμό; Αλλιώς είναι πλήρως ασύμφορες και καταρρέουν ως το τελευταίο τούβλο; Καμία απολύτως επαφή τους με την τοπική οικονομία ή την εσωτερική αγορά; Εγγλεζουπόλεις και Γερμανουπόλεις που απλώς χτίστηκαν στα δικά μας χώματα κι έχουν δικούς μας εργαζόμενους; Διάολε, κάποτε υπήρχαν πολύ λιγότερα ξενοδοχεία και ταβέρνες στην χώρα, αλλά ο Έλληνας που έψαχνε κάπου να μείνει τον Ιούνιο και τον Ιούλιο, έβρισκε. Τώρα τζίφος; Ή οι Γερμανοϊταλοί ή κανένας; Ο μόνος τρόπος να κάνουμε διακοπές στην χώρα μας, είναι μαζί με τον βασιλικό (Αγγλογάλλοι και Αμερικάνοι) να ποτιστεί και η γλάστρα (οι Έλληνες); 

Το μοντέλο μας κάπου πάσχει. Φέτος έγινε ολοφάνερο. Κι αν του χρόνου ξαναγυρίσουν οι τουρίστες, καημός δεν είναι. Θα κρύψουμε τους φετινούς προβληματισμούς μας κάτω απ’ το χαλί και θα συνεχίσουμε με mοuzaka, souvlaki, syrtaki. Αν το κάνει ο διάολος και δεν έρθουν όμως;