Δαρμένοι στο Instagram
Δαρμένοι στο Instagram
Η γυναίκα έπιασε τα δυο της βυζιά και τα ταρακουνούσε ενώ χαμογελούσε περιπαικτικά στην οθόνη. Με διακτίνισε στα παράθυρα του Αναμορφωτηρίου Θηλέων, μια σκηνή της παιδικής μου ηλικίας. Ετσι έκαναν εκείνα τα κορίτσια πίσω από τα κάγκελα «παίζοντας» με τα αγόρια που είχαν σχολάσει από το γήπεδο. Βλέπεις, ο εγκλεισμός τις είχε χτυπήσει στο κεφάλι. Κορίτσια «πάνω στο δεν παίζω», κάπως έπρεπε να παίξουν.
Μετά ο Αντώνης Ρέμος έκανε έκπληξη στον Αλιάγα και τραγούδησε το καινούργιο του τραγούδι. Το σιγοτραγούδησα. Μετά μια κυρία με ενημέρωσε ότι κατέχει εύκολο τρόπο ώστε να εξελίξω τα αγγλικά μου. Μετά φοιτητές στο Πεκίνο μας τραγουδούσαν κάλαντα στα ελληνικά. Μετά η ψυχολόγος Αννα Κανδαράκη, με μια γλύκα διαρκείας και με μια γλάστρα στα χέρια, μας μίλησε για τις σχέσεις μέσω του φυτού που, όπως είπε, το φρόντιζε, το φρόντιζε, αν και ήταν πλαστικό. Για να καταλήξει ότι όσο και να το φροντίσει κάποιος, όσο και να το ποτίσει, αυτό θα παραμένει πλαστικό. Ετσι, κατέληξε, γίνεται και με όσες λένε «Θα τον/την αλλάξω». Αρα; Ή πλαλάτε ή λουστείτε τον, λέω κι εγώ.
Μετά βρέθηκα Παρίσι να χαζεύω ένα «ουάου!» σπίτι προς πώληση, ασχέτως αν, σαφέστατα, δεν εδυνάμην προς αγορά του. Μετά είδα μάνα να κρατάει παιδάκι αγκαλιά χωρίς μαλλιά και να μιλάει για τις χημειοθεραπείες του. Μετά βγήκε μια κοπέλα που ανάδευε τα κωλομέρια της και γελούσε. Μετά μιλούσε ο Αντετοκούνμπο στον Αρναούτογλου για τη γυναίκα του και τη γνωριμία τους. Μετά είδα ένα καινούργιο έργο της Melissa joseph, μιας καλλιτέχνιδας που λατρεύω.
Μετά είδα κάποιον να φτιάχνει κεμπάπ και μου έτρεξαν τα σάλια. Και ένας άλλος ένα τεράστιο σάντουιτς και μου έτρεξαν περισσότερο. Μετά είδα τον Τραμπ με τον Ζελένσκι. Μετά είδα κατά ρυπάς ηλίθιους να κάνουν ηλιθιότητες, ωστόσο κόλλαγε το μάτι μου για να δω μέχρι πού μπορούν να φτάσουν τη βλακεία. Μετά είδα εξαθλιωμένα παιδιά στη Γάζα. Μετά είδα ένα βραχιόλι που μου έχει κλέψει την καρδιά μου και θέλω να το ξεχάσω αλλά επανέρχεται.
Μετά είδα τη Ζωή (μια είναι η Ζωή) να κοιτάει τον Φραπέ με τον τρόπο που κοιτάει μόνο η Ζωή, και ο Φραπές να την κοιτάει με τον τρόπο που μόνο ο Φραπές. Μετά είδα μια πρόταση γάμου με κάποιον που είχε γονατίσει σαν πρίγκιπας του παραμυθιού και το κορίτσι έκλαιγε, έκλαιγε, έκλαιγε. Μετά είδα τον Μαζωνάκη με το μικρόφωνο πλαγίως «Εξυφαίνεται… καταγγελίες… ισχυρά επιχειρηματικά συμφέροντα… πράξη της πεολειχίας… Το παίζεις παρθένα και θες να κάνεις και καριέρα…», αυτά έβγαιναν γραπτώς. Ο,τι προλάβαινα να διαβάζω σας τα μεταφέρω και ανάθεμά κι αν κατάλαβα. Μετά, μετά, μετά, μετά… Ωπα!
Στοπ! Στοπ! Σας παρατηρώ με το κινητό στο χέρι να γλιστράτε οθόνη όλο και πιο κάτω, όλο και πιο κάτω, όλο και πιο κάτω. Ωρες! Μπαίνετε στο κόλπο. Κατακλύστηκε η ζωή μας εικόνες, μπουνιές στα μάτια, βιαίως επεξεργασμένες-ανεπεξέργαστες, γρήγορα, όλα γρήγορα, γρήγορα. Ζαλιστικά, χαοτικά γρήγορα. Τι στην ευχή μένει; Πολτός. Πώς από μια τέτοια σκληρή πάλη «κομμάτια» στα μάτια να υπάρξει χώρος για εξέλιξη ροής;
Η ροή έχει σημασία στη ζωή. Η ροή ενός βιβλίου όπως εξελίσσεται μια ιστορία, η ροή μιας συνέντευξης όπως εξελίσσεται η κουβέντα, η ροή ενός ποιήματος όπως την κτίζει ο ποιητής, η ροή μιας σχέσης όπως σμιλεύεται με τον χρόνο, την καθημερινότητα της γνωριμίας, όλο και βαθύτερα. Ζούμε, βιώνουμε κρεοπωλεία που πετσοκόβουν παρουσία του πελάτη. Διάβασα τα δραματικά αποτελέσματα αναφορικά με την αναπηρία της μη κατανόησης κειμένου, ακόμα χειρότερα της αδυναμίας ανάλυσης κειμένου. Λογικό δεν είναι; Μένει χώρος στο μυαλό για να παρακολουθήσει κάποιος «ολόκληρο» κάθε είδους «έργου»;
Εξυπακούεται ότι απομακρυνόμαστε από τη συνομιλία. Κάθε είδους συνομιλία, ενός λόγου που κάνει ευεργετική βόλτα από το ένα στόμα στο άλλο και από το ένα μυαλό στο άλλο. Πόσο λαχταρώ σπινθηροβόλες συνομιλίες! Τρέμει η ψυχή μου, μην και χάσω μαγευτικούς συνομιλητές, ως το πλέον σπάνιο είδος. Εννοείται, έτσι «χασάπικα» θα αποφασίσουμε και ψήφους. Θα κρίνουμε βάση θορυβωδών κραυγών, τσιτάτων, κάποιον/κάποια «που τα χώνει»… Σωστά εξελίσσονται όλα. Θα μείνουμε μόνοι.
Η γυναίκα έπιασε τα βυζιά της και τα ταρακουνούσε ενώ χαμογελούσε από οθόνης. Με διακτίνισε σε εκείνα τα κορίτσια του αναμορφωτηρίου θηλέων ενώ περνούσαν αγόρια. Τις είχε χτυπήσει ο εγκλεισμός στο κεφάλι. Κορίτσια, πάνω στο «δεν παίζω», κάπως έπρεπε να παίξουν. Μα και τώρα οι άνθρωποι κάπως πρέπει να παίξουν. Πόσο; Πόσες ώρες; Μας έχει βαρέσει ο «εγκλεισμός» στο κεφάλι.
ΥΓ: Το κείμενο είναι απολύτως εορταστικό.
Ακολουθήστε το Protagon στο Google News
