1331
Ο Στέφανος Τσάλλας στα γραφεία των Γιατρών Χωρίς Σύνορα στην Αθήνα | Protagon/Eλένη Κατρακαλίδη

Ο γιατρός που θα κάνει Πρωτοχρονιά στην κορυφή του Κιλιμάντζαρο

Αστερόπη Λαζαρίδου Αστερόπη Λαζαρίδου 7 Δεκεμβρίου 2018, 19:31
Ο Στέφανος Τσάλλας στα γραφεία των Γιατρών Χωρίς Σύνορα στην Αθήνα
|Protagon/Eλένη Κατρακαλίδη

Ο γιατρός που θα κάνει Πρωτοχρονιά στην κορυφή του Κιλιμάντζαρο

Αστερόπη Λαζαρίδου Αστερόπη Λαζαρίδου 7 Δεκεμβρίου 2018, 19:31

Ο Στέφανος Τσάλλας κλείνει τα 32 στις 16 Δεκεμβρίου του 2018. Θα περάσει τα γενέθλιά του κάνοντας εφημερία στο Πήλιο, όπου αυτή την εποχή κάνει το αγροτικό του. «Ιδανική περιοχή για να κάνω το αγροτικό μου, καθώς έχει βουνά και μπορώ να προπονούμαι στην ορειβασία» λέει ο ίδιος. Ο πλαστικός χειρουργός που πριν από έναν χρόνο ένωσε τις δυνάμεις και τις ευαισθησίες του με τους Γιατρούς Χωρίς Σύνορα, δεν έπεσε θύμα κάποιου συναδελφικού σαδισμού που τον υποχρέωσε να κάνει γενέθλια δουλεύοντας. Απλώς, πρέπει να στριμώξει οκτώ εφημερίες μέσα στον Δεκέμβριο, γιατί στις 26 του μηνός, φεύγει για Αφρική.

Στην κλασική ερώτηση που γίνεται όλο και πιο συχνή αυτή την εποχή: «Εχεις κανονίσει κάτι για Πρωτοχρονιά;» ο Στέφανος απαντά με τον εξής αναπάντεχο τρόπο: «Ναι. Να ανέβω το Κιλιμάντζαρο, το ψηλότερο βουνό της Αφρικής, ύψους 5.985 μέτρων».

Ο σκοπός είναι καλός, σχεδόν ιερός, καθώς οι ανάγκες που προκύπτουν από το φλέγον ζήτημα του Προσφυγικού όλο και πληθαίνουν και όσα χρήματα συγκεντρωθούν μέσω crowd funding από το συγκεκριμένο εγχείρημα-κατόρθωμα, θα διατεθούν στους Γιατρούς Χωρίς Σύνορα. Ο Στέφανος χρηματοδοτεί εξ’ ολοκλήρου την αποστολή και την ανάβασή του. Και θα έχει μαζί του για καλή τύχη, έναν μικρό κόκκινο λούτρινο δράκο που του είχε χαρίσει η κοπέλα του στα 24 του.

Στα 31 του, σχεδόν 32 του, παραμένει εξίσου ενθουσιώδης με την Ιατρική, τη μαγεία των χειρουργείων και τη σημασία του να βοηθάς όσους σε έχουν ανάγκη. Μας μίλησε χωρίς φόβο και με πολύ πάθος για τη δουλειά του και για την επικείμενη περιπέτειά του στο Κιλιμάντζαρο, που θα διαρκέσει από τις 26 Δεκεμβρίου ως τις 4 Ιανουαρίου 2019 (ας μην ξεχνάμε, ότι εκτός από την ανάβαση υπάρχει και η κατάβαση).

-Πώς προέκυψε η περιπέτεια με το Κιλιμάντζαρο;

«Εμαθα ότι η βρετανική ομάδα Action Challenge διοργανώνει ανάβαση εκεί και αποφάσισα να το τολμήσω. Ασχολούμαι πολύ με τον αθλητισμό. Περπατάω, κάνω πολεμικές τέχνες, κανό και ταξιδεύω πολύ. Οπότε είπα ότι θα το κάνω και θα το συνδυάσω με κάτι ελπιδοφόρο. Για την ορειβασία έχω αγάπη από μικρός, ασχολούμαστε οικογενειακώς με αυτήν. Υπάρχει και μία παιδική μου φωτογραφία με εμένα και τον παππού μου στον Ολυμπο».

Από τις πρώτες αναμνήσεις με πεζοπορία, με τον παππού του στον Ολυμπο

-Τι θα περιέχει το σακίδιό σου;

«Το σακίδιο πρέπει να είναι σχετικά ελαφρύ. Εχει μέσα απαραίτητα ρούχα που δεν φοράς εκείνη τη στιγμή, όπως τα πιο χοντρά σου γάντια ή το πιο χοντρό μπουφάν ή αδιάβροχο, κτλ κτλ. Επίσης φάρμακα, ταμπλέτες για μαλάρια, diamox για νόσο υψομέτρου, νερό, πολλά πολλά σακουλάκια με ηλεκτρολύτες σε σκόνη και υπνόσακο. Κάμερες, power bank, goPro τα βάζεις
σε τσέπες εσωτερικές ή κατευθείαν πάνω στο σώμα σου, γιατί το κρύο σκοτώνει τις μπαταρίες πολύ γρήγορα».

-Υπάρχει τρόπος επικοινωνίας με τον…κάτω κόσμο όταν βρίσκεστε τόσο ψηλά;

«Η επικοινωνία από το σημείο και πάνω όπου χάνεις τα συνηθισμένα δίκτυα, γίνεται με δορυφορικά τηλέφωνα. Αυτά είναι «ακριβά παιχνίδια», συνήθως αναλογούν ένα ή δύο ανά αποστολή και χρησιμοποιούνται για ιατρική ανάγκη και ενημέρωση για τις καιρικές συνθήκες».

-Πώς ακριβώς ξεκουράζεται ένας ορειβάτης σε τέτοια υψόμετρα;

«Καλό είναι να μην ξεκουράζεσαι πολύ! Είναι καλύτερο να κάνεις χαλαρή δραστηριότητα. Οταν κοιμάσαι, το σώμα ρίχνει τον ρυθμό αναπνοής και αυτό σε συνδυασμό με την μειωμένη συγκέντρωση οξυγόνου, μπορεί να οδηγήσει σε νόσο υψομέτρου, η οποία ξεκινάει από απλό πονοκέφαλο και εμετούς και φτάνει μέχρι σύγχυση, πνευμονικό και εγκεφαλικό οίδημα. Οπότε προσπαθείς να κοιμάσαι όσο το δυνατόν λιγότερο και όρθιος – δηλαδή ημικαθιστός».

-Τι δεν θέλεις με τίποτα να συναντήσεις στην αποστολή σου;

«Μακριά από μένα η νόσος υψομέτρου!».

-Γιατί αποφάσισες να κάνεις αυτή την ανάβαση την Πρωτοχρονιά;

«Είναι εντελώς συμβολικό. Είναι τότε που οι περισσότεροι βρίσκονται σε εορταστικό και χουχουλιάρικο κλίμα με τους δικούς τους ανθρώπους. Υπάρχει όμως και τόσος κόσμος που την ίδια στιγμή βρίσκεται σε προσφυγικά camps ή σε εμπόλεμες ζώνες, τόσοι άνθρωποι που έχουν χωριστεί βίαια από την οικογένειά τους. Υπάρχουν με άλλα λόγια, πολλοί άνθρωποι που δεν περνούν καθόλου καλά όσο οι υπόλοιποι διασκεδάζουν».

-Στην πρώτη σου αποστολή με τους Γιατρούς Χωρίς Σύνορα, βρέθηκες κοντά στους πρόσφυγες στη Λέσβο. Τι δεν πρόκειται να ξεχάσεις ποτέ από εκείνη την εμπειρία;

«Είδα δωδεκάχρονα παιδιά να είναι απαθή και αδιάφορα για το τι άλλο, τι χειρότερο, θα μπορούσε να τους συμβεί. Ακουσα πράγματα που δεν μπορούσα να επεξεργαστώ. Που αν τα ζήσεις, μπορείς να καταλήξεις ακόμη και στην τρέλα. Μου είπαν για μία φυλακή, όπου άφηναν τους νεκρούς μέσα στα κελιά μαζί με τους άλλους κρατούμενους. Οι ζωντανοί, επειδή δεν τους έφτανε το φαγητό που τους έδιναν, έπαιρναν τους νεκρούς και τους χειρίζονταν σαν μαριονέτες για να ξεγελάσουν τους φύλακες, να τους περάσουν για ζωντανούς και να παίρνουν την έξτρα μερίδα φαγητού».

-Σπούδασες Ιατρική στην Αθήνα, έκανες μεταπτυχιακό στην πλαστική χειρουργική στο Λονδίνο και έχεις δουλέψει ως πλαστικός χειρουργός σε διάφορα νοσοκομεία του Λονδίνου. Γιατί επέλεξες τη συγκεκριμένη ειδικότητα;

«Με ενδιαφέρει πολύ ό,τι έχει να κάνει με τραύμα, εγκαύματα και μικροχειρουργική, εκεί όπου κατασκευάζεις κάτι και έχεις και μία αίσθηση καλλιτεχνίας. Τα χειρουργεία είναι «φαντεζί», συναρπαστικά, δεν βαριέσαι ποτέ. Ασχολούμαι κυρίως με τραύματα και εγκαύματα, δεν με ενδιέφερε ποτέ να μικραίνω μύτες ή να κάνω λίφτινγκ. Είναι πάντως ενδιαφέρον ότι αν και η αισθητική χειρουργική είναι μόλις το 10% της ειδικότητας, ο περισσότερος κόσμος όταν ακούει «πλαστικός χειρουργός» νομίζει ότι είναι μόνο αυτό!».

«Πιστεύω ότι για να γίνεις καλός γιατρός, πρέπει να έχεις νοσήσει ο ίδιος. Πρέπει επίσης, να αφιερώνεις χρόνο στον ασθενή σου, να τον ακούς περισσότερο και να μιλάς λιγότερο», λέει ο Στέφανος

-Ποιος είναι για σένα ο ορισμός του «καλού γιατρού»;

«Να μην είσαι ρομπότ, να μην το βλέπεις σαν απλή «δουλειά», να μην αντιμετωπίζεις τον ασθενή σαν αλγόριθμο, να μην λες «τι να κάνουμε, ό,τι έγινε έγινε, φέρε τον επόμενο». Πιστεύω ότι για να γίνεις καλός γιατρός, πρέπει να έχεις νοσήσει ο ίδιος. Εγώ για παράδειγμα, έχω υποστεί μερικά χειρουργεία και ξέρω από πρώτο χέρι την ψυχολογία του ασθενή. Πρέπει επίσης, να αφιερώνεις χρόνο στον ασθενή σου, να τον ακούς περισσότερο και να μιλάς λιγότερο. Πολλοί γιατροί συμπεριφέρονται σαν θεοί και μιλούν σαν οπλοπολυβόλα με το σκεπτικό «θα χρησιμοποιήσω όσο πιο δύσκολους ιατρικούς όρους έχω μάθει στη σχολή, δεν θα κοιτάζω καν στα μάτια τον ασθενή αλλά θα κάνω ότι κοιτάζω την αξονική του επόμενου πελάτη, θα απαντάω και σε όλα τα τηλέφωνα για να δείχνω πολυάσχολος και στο τέλος θα σηκωθώ και θα φύγω με την καλοσιδερωμένη μου ποδιά».

Σύμφωνα με έρευνες, κάθε ασθενής είναι τόσο αγχωμένος κατά τη διάρκεια της επίσκεψής του στον γιατρό, που συγκρατεί μόλις το 20% της πληροφορίας. Δεν λέω ότι ως γιατρός πρέπει να πας στο άλλο άκρο και να συμπεριφέρεσαι σαν αρκουδάκι της αγάπης, αλλά μπορείς έστω να το βουλώσεις και να ακούσεις προσεκτικά τι έχει να σου πει ο άνθρωπος που έχεις απέναντί σου; Μόνο τότε θα κάνεις την πιο σωστή διάγνωση και θα τον βοηθήσεις ουσιαστικά».

-Τι σε έκανε να επιστρέψεις στην Ελλάδα, ενώ είχες ήδη καλές διασυνδέσεις με νοσοκομεία του Λονδίνου; Συνήθως οι νέοι γιατροί φεύγουν και δεν επιστρέφουν…

«Το ζήτημα είναι τι μπορεί να κάνει η ίδια η Ελλάδα, για να φέρει τους γιατρούς της πίσω. Θέλω να δουλέψω εδώ, αλλά με καλές συνθήκες. Δεν μιλάω για τις χρηματικές απολαβές, αλλά για το να πηγαίνω στη δουλειά μου και να ευχαριστιέμαι την κάθε ημέρα. Δεν έφαγα τα μούτρα μου στα βιβλία για να κάνω ό,τι πιο απλό υπάρχει και να περιμένω να γεράσω μέχρι να αναγνωριστεί η αξία μου. Στην Αγγλία τούς ενδιέφερε πόσο καλός ήμουν και πόσο σκληρά δούλευα. Οχι πόσων χρόνων ήμουν. Εδώ δυστυχώς, πολύ συχνά συμβαίνει το αντίστροφο».

Προετοιμασία για τη δύσκολη ανάβαση

-Εχεις κάποιο γούρι που παίρνεις μαζί σου σε κάθε ταξίδι;

«Θα πάρω έναν μικρό κόκκινο λούτρινο δράκο, δώρο της κοπέλας μου από όταν ήμουν 24 χρονών. Φυσικά αυτός ο δράκος θα έχει την τιμή να δει τη θέα από τα 5.985 μέτρα όταν καταφέρω να ανέβω στο Κιλιμάντζαρο».


Αν επιθυμείτε να ενισχύσετε την προσπάθεια του Στέφανου Τσάλλα, μπορείτε να το κάνετε εδώ: https://crowdfunding.msf.gr