Ο θάνατος του εμποράκου: Οι τοπικές αγορές αργοσβήνουν
Ο θάνατος του εμποράκου: Οι τοπικές αγορές αργοσβήνουν
Μέσα στις γιορτές βγήκα για δώρα – μια πολύ αγχωτική διαδικασία, ειδικά αν θέλεις να πάρεις κάτι ξεχωριστό για τον καθένα. Η εύκολη λύση είναι βιβλία, αλλά δεν διαβάζουν όλοι. Η δεύτερη λύση είναι τα μαγαζιά της γειτονιάς σου: Θα τα ενισχύσεις και όλο και κάτι διαφορετικό θα βρεις.
Η γειτονιά μου είναι το Χαλάνδρι, που πάντα φημιζόταν για την αγορά του. Από καταστήματα μεγάλων αλυσίδων μέχρι μικρά, «ανεξάρτητα» μαγαζιά, υποτίθεται ότι έχει τα πάντα σε αφθονία. Αυτό που έχει πλέον σε μεγαλύτερη αφθονία απ’ όλα είναι ξενοίκιαστα καταστήματα.
Σε μερικούς από τους βασικούς εμπορικούς δρόμους η εικόνα είναι απελπιστική. Ενα στα δύο μαγαζιά είναι άδειο, με ξηλωμένες βιτρίνες, κολλημένες αφίσες και κάποιο «ενοικιάζεται» να περιμένει ανταπόκριση. Ορισμένα από αυτά είναι άδεια εδώ και καιρό. Αλλα νοικιάζονται, στήνονται επιχειρήσεις και σε διάστημα λίγων μηνών εγκαταλείπονται. Στις πόρτες τους συσσωρεύονται σκουπίδια και απλήρωτοι λογαριασμοί.
Εκτός από τις μικρές επιχειρήσεις, φεύγουν από την τοπική μας αγορά και κάποιες μεγάλες αλυσίδες, οι οποίες μετακομίζουν στα παρακείμενα εμπορικά κέντρα. Οι επιλογές μειώνονται σταθερά. Εκεί που είχες στα πόδια σου ατελείωτα μαγαζιά κάθε είδους, τώρα τα εξαντλείς όλα σε πολύ σύντομο χρονικό διάστημα. Δεν θα πω «η αγορά μας πεθαίνει», αλλά σίγουρα μικραίνει απελπιστικά. Στο γειτονικό Μαρούσι και σε πολλές άλλες περιοχές η εικόνα είναι ίδια.
Κάνοντας μια αναζήτηση σε ένα μεγάλο site, είδα ότι στο Χαλάνδρι διατίθενται αυτή τη στιγμή 358 καταστήματα προς ενοικίαση, η πλειονότητα στο κέντρο του. Ο αριθμός είναι τεράστιος και προφανώς δεν τα περιλαμβάνει όλα. Κάποια διατίθενται μέσω μεσιτικών, άλλα στόμα με στόμα, άλλα καθόλου. Ο μέσος όρος της τιμής των ενοικίων εξηγεί σε μεγάλο βαθμό τον λόγο που παραμένουν άδεια: 20,96 ευρώ το τετραγωνικό μέτρο. Για ένα κατάστημα 100 τ.μ., δηλαδή, θέλεις πάνω από 2.000 ευρώ – και αυτό όχι σε κεντρικό σημείο. Στα κεντρικά σημεία και για τους «καλούς» χώρους οι τιμές ξεφεύγουν σε εξωπραγματικά επίπεδα.
Πώς μπορεί μια μικρή επιχείρηση να ξεκινήσει με τέτοιο ενοίκιο, συν τα υπόλοιπα έξοδα; Προφανώς δεν μπορεί. Η κατάσταση συμπαρασύρει την εστίαση. Από τα εκατοντάδες σουβλατζίδικα, καφέ και εστιατόρια που ξεφυτρώνουν διαρκώς, ελάχιστα επιβιώνουν. Οι αλυσίδες διεθνών ταχυφαγείων που μπαίνουν να καλύψουν το κενό μετατρέπουν την περιοχή σε μια απρόσωπη «αμερικανιά» για προεφήβους: πλαστικό μπέργκερ κάτω από φώτα neon.
Η εικόνα δεν περιορίζεται στο Χαλάνδρι. Το λιανεμπόριο εμφανίζει γενική υποχώρηση. Το πρώτο εννιάμηνο του 2024 άνοιξαν στην Ελλάδα 4.940 νέα καταστήματα, πτώση κατά 6,6% συγκριτικά με τους πρώτους εννιά μήνες του 2023. Οι βασικές πιέσεις που δέχεται είναι γνωστές: μειωμένη αγοραστική δύναμη των καταναλωτών, υψηλό λειτουργικό κόστος, ανταγωνισμός από τις μεγάλες αλυσίδες και το ηλεκτρονικό εμπόριο, φορολογικά βάρη και αυξανόμενο κόστος ενέργειας. Το πρόβλημα είναι οριζόντιο, όμως σε κάποιες περιοχές αφήνει πιο έντονα τα σημάδια του.
Παράλληλα, στα μικρά καταστήματα οι τιμές ανεβαίνουν ώστε να καλυφθούν τα υπέρογκα έξοδα και οι καταναλωτές απευθύνονται όλο και περισσότερο στις αλυσίδες γρήγορης μόδας. Μοιραία, τα εμπορικά κέντρα τραβάνε όλο και περισσότερο κόσμο. Η απουσία χώρων στάθμευσης εντείνει το πρόβλημα. Στο Χαλάνδρι, με την περήφανη αγορά του, δεν υπάρχει ούτε ένα δημόσιο πάρκινγκ. Κάποτε οι άνθρωποι έρχονταν από αλλού για να ψωνίσουν. Τώρα φεύγουν και οι κάτοικοι.
Δεν είναι υποχρεωτικό να υπάρχει αγορά σε κάποια περιοχή. Μερικές από τις πιο επιθυμητές γειτονιές της Αττικής είναι καθαρά οικιστικές. Οταν, όμως, μια ολόκληρη περιοχή είναι στημένη γύρω από το λιανεμπόριο και την εστίαση, τότε η σταδιακή εγκατάλειψή τους αφήνει πίσω μεγάλα κενά: τους άδειους χώρους, που χάσκουν, αλλά και τα έσοδα που παύουν να έρχονται στον οικείο δήμο και γενικά στον τόπο.
Είναι από τις περιπτώσεις που δεν μπορεί να προτείνει κανείς λύσεις. Οπως παρατήρησε πρόσφατα ο δήμαρχος Χαλανδρίου απαντώντας σε σχετικό σχόλιο στα social, «ο Δήμος δεν ευθύνεται για τα τεράστια ενοίκια που ζητάνε οι ιδιοκτήτες». Ισχύει. Η υπερτίμηση του real estate είναι (και) ιδιωτική υπόθεση, και τα καταστήματα δεν είναι στέγη ώστε να απαιτήσει κανείς οριζόντια μέτρα.
Οι άνθρωποι που προτιμούν να κρατάνε τα καταστήματά τους κλειστά παρά να ρίξουν τις τιμές, προφανώς έχουν άλλες προτεραιότητες. Το ίδιο γίνεται, άλλωστε, και με χιλιάδες σπίτια.
Σταδιακά συνηθίζουμε την εικόνα των κλειστών μαγαζιών. Το κουβεντιάζουμε μεταξύ μας, «α, έκλεισε και το τάδε», με συγκατάβαση. Μια αγορά, όμως, δεν είναι απλώς μερικά καταστήματα. Είναι συνήθειες, διαδρομές, καθημερινότητα· είναι από αρχαιοτάτων χρόνων η ζωή ενός τόπου. Και η ταυτότητά του. Που καταλήγει σε μια τεράστια ταμπέλα φαστφουντάδικου ή σε ένα στραβοκολλημένο «ενοικιάζεται».
Ακολουθήστε το Protagon στο Google News
