2078
|

Ασφαλιστικό: Επιδοτώντας τους εύπορους

Γιώργος Στρατόπουλος Γιώργος Στρατόπουλος 20 Ιανουαρίου 2019, 01:00

Ασφαλιστικό: Επιδοτώντας τους εύπορους

Γιώργος Στρατόπουλος Γιώργος Στρατόπουλος 20 Ιανουαρίου 2019, 01:00

Σε προηγούμενο άρθρο (εδώ) εξηγήσαμε γιατί η απόφαση του ΣτΕ 2287/2015 που κρίνει αντισυνταγματικές τις περικοπές των συντάξεων βάσει των ν. 4051/2012 & 4093/2012, βασίζεται σε παρωχημένο σκεπτικό και η εκτέλεσή της είναι επιζήμια για όλους.

Διαβάζοντας προσεκτικά το σκεπτικό των δικαστών –δεν είμαι νομικός- αναρωτήθηκα αν είχαν κατανοήσει επαρκώς για ποιο λόγο οι συντάξεις των υψηλοσυνταξιούχων μειώθηκαν πολύ περισσότερο από τις συντάξεις των υπολοίπων «παραβιάζοντας τις συνταγματικές αρχές της αναλογικότητας και της ισότητας στα δημόσια βάρη» ή γιατί τα ποσοστά αναπλήρωσης της ίδιας ομάδας διαμορφώθηκαν τόσο χαμηλά, ώστε «να παραβιάζεται ο συνταγματικός πυρήνας του κοινωνικοασφαλιστικού δικαιώματος, η χορήγηση δηλαδή στον συνταξιούχο παροχών τέτοιων που να του επιτρέπουν να διαβιώνει με αξιοπρέπεια, εξασφαλίζοντας του όρους όχι μόνο της φυσικής του υποστάσεως (διατροφή, ένδυση, στέγαση, βασικά οικιακά αγαθά, θέρμανση, υγιεινή και ιατρική περίθαλψη όλων των βαθμίδων), αλλά και της συμμετοχής του στην κοινωνική ζωή με τρόπο που δεν αφίσταται, πάντως, ουσιωδώς από τις αντίστοιχες συνθήκες του εργασιακού του βίου».

Οι ίδιοι οι δικαστές αναγνώρισαν την πολυπλοκότητα του Ασφαλιστικού και σημείωσαν την έλλειψη μιας εύληπτης μελέτης για την αναγκαιότητα των μέτρων που έκριναν: «Με δεδομένο, άλλωστε, τον κατ’ εξοχήν πολύπλοκο και τεχνικό χαρακτήρα των σχετικών ζητημάτων, η έλλειψη τέτοιας μελέτης, και μάλιστα διατυπωμένης με τρόπο κατανοητό και ελέγξιμο από το δικαστή κατά τις βασικές της θέσεις, θα καθιστούσε κατ’ ουσίαν ανέφικτο το δικαστικό έλεγχο των οικείων νομοθετικών μέτρων από τις ανωτέρω συνταγματικές απόψεις».

Είναι απόλυτα δικαιολογημένη η δυσκολία των δικαστών. Δεν μπορεί κάποιος μη ειδικός να διανοηθεί το πλήθος και το εύρος των αναγκαίων παρεμβάσεων, προκειμένου το κοινωνικοασφαλιστικό σύστημα της χώρας μας να εξορθολογιστεί και να πλησιάσει τον υπόλοιπο πολιτισμένο κόσμο. Ειδικά αν έχεις υπόψιν μόνο τον «ελληνικό τρόπο», είναι αδύνατον να αντιληφθείς τις πραγματικές υποχρεώσεις και την ουσιαστική αποστολή του κοινωνικού κράτους.

Γιατί μειώθηκαν περισσότερο οι συντάξεις εκείνων που είχαν εισφέρει τα περισσότερα;

Οι υψηλοσυνταξιούχοι (πρώην υψηλόμισθοι εργαζόμενοι) κατέβαλαν, κατά τεκμήριο, τις περισσότερες εισφορές στη διάρκεια του εργασιακού τους βίου. Και μετά, στη διάρκεια της δημοσιονομικής προσαρμογής, υπέστησαν τις μεγαλύτερες ποσοστιαίες περικοπές στις συντάξεις τους. Θεωρούν, λοιπόν, οι συνταξιούχοι αυτής της κατηγορίας ότι, ενώ ειδικά εκείνοι είχαν καταβάλλει εισφορές που δικαιολογούν τις υψηλές συντάξεις τους, τώρα «πληρώνουν το λογαριασμό» για τις συντάξεις που αποδόθηκαν χαριστικά χωρίς αντίστοιχες εισφορές (ΟΓΑ, πρόωρες, αγάμων θυγατέρων, «μαϊμού» αναπηρικές κ.ά.).

Πρόκειται, όμως, για παρανόηση που θα κατανοήσουμε με μια σύντομη ανάλυση της λειτουργίας του ασφαλιστικού συστήματος.

Συνήθως, το ποσοστό αναπλήρωσης -το ποσοστό του εισοδήματος των εργαζομένων που «αναπληρώνεται» κατά τη συνταξιοδότηση με τη μορφή σύνταξης- είναι υψηλότερο για τα χαμηλότερα εισοδηματικά κλιμάκια. Αυτό αποτυπώνεται στο διάγραμμα Ι (πηγή: ΟΟΣΑ Pensions at a Glance – 2009 εδώ, σελ. 119 ).

Δανείζομαι την αιτιολόγηση αυτής της κλιμάκωσης από την ίδια έκθεση του ΟΟΣΑ:

Οι περισσότερες χώρες του ΟΟΣΑ προστατεύουν τους εργαζόμενους με χαμηλά εισοδήματα από την φτώχεια, παρέχοντάς τους υψηλότερα ποσοστά αναπλήρωσης από ό,τι για το μέσο όρο. Για παράδειγμα, οι εργαζόμενοι που κερδίζουν μόνο το ήμισυ του μέσου εισοδήματος λαμβάνουν ποσοστά αναπλήρωσης κατά μέσον όρο 72%, σε σύγκριση με 59% για εκείνους που λαμβάνουν το μέσο εισόδημα.

Διάγραμμα Ι

Διάγραμμα Ι: Το ποσοστό αναπλήρωσης για τρεις κατηγορίες εισοδημάτων: α) 50%, β) 100% και γ) 200% του μέσου εισοδήματος

Όπως φαίνεται στο διάγραμμα Ι για το μέσο όρο των χωρών του ΟΟΣΑ, το 2009 τα ποσοστά αναπλήρωσης ήταν 72%, 59%, 50% για τους συνταξιούχους που το εισόδημά τους πριν την συνταξιοδότηση αντιστοιχούσε στο 50%, 100%, 200% του μέσου εισοδήματος. Στην Ελλάδα τα αντίστοιχα ποσοστά ήταν 95,7%. Ανεξαρτήτως εισοδήματος! Για όλους!

Το ελληνικό ασφαλιστικό σύστημα γαλαντόμο οριζοντίως και καθέτως!

Σε κάθε ασφαλιστικό σύστημα που δεν είναι αποκλειστικά ανταποδοτικό, οι συντάξεις έχουν δύο συνιστώσες: α) την ανταποδοτική, που συνδέεται με τις εισφορές που κατέβαλε ο εργαζόμενος και β) την προνοιακή, που ουσιαστικά είναι χορηγούμενο από το κράτος βοήθημα, για να βελτιώσει το επίπεδο ζωής του συνταξιούχου. Η δεύτερη συνιστώσα δεν είναι δικαίωμα συναρτώμενο με εισφορές. Δεν είναι καν δικαίωμα!

Γι’ αυτό στις περισσότερες χώρες του ΟΟΣΑ η επιδότηση των συντάξεων γίνεται επιλεκτικά. Το βοήθημα κατευθύνεται, κυρίως, προς τους οικονομικά ασθενέστερους, με τη μορφή των υψηλότερων % αναπλήρωσης για τα χαμηλότερα εισοδηματικά κλιμάκια.

Και στον πυρήνα της πολιτικής αυτής βρίσκεται μια καθολικά ισχύουσα αλήθεια: οι κοινωνικοί πόροι είναι περιορισμένοι, άρα πρέπει να κατανέμονται έτσι, ώστε να προστατεύουν από την ακραία φτώχεια τους ασθενέστερους.

Αλλά η χώρα μας αντιμετώπιζε με την ίδια γενναιοδωρία φτωχούς και πλούσιους. Δεν εστίαζε στα χαμηλότερα εισοδηματικά κλιμάκια αλλά επιδοτούσε εξίσου όλες τις συντάξεις. Ίδια ποσοστά αναπλήρωσης (95%) σημαίνει ίδια ποσοστά επιδότησης των συντάξεων σε όλους, υψηλοσυνταξιούχους και χαμηλοσυνταξιούχους. Κατά συνέπεια, σε απόλυτα νούμερα επιδοτούσε περισσότερο εκείνους που είχαν ήδη περισσότερα.

Για να κατανοήσουμε πώς ακριβώς δούλευε το σύστημά μας, ας υποθέσουμε ότι το ποσοστό αναπλήρωσης που αντιστοιχεί στις καταβληθείσες εισφορές ανέρχεται στο 53% (ίσο με το ποσοστό αναπλήρωσης για το μέσο εισόδημα στη Γαλλία το 2009), οπότε το υπόλοιπο 42% αφορά την προνοιακή συνιστώσα, την κρατική επιδότηση. Αυτό σημαίνει πως ένας ασφαλισμένος που έπρεπε να λαμβάνει 530€ μηνιαία σύνταξη βάσει των εισφορών του, ελάμβανε τελικά 950€ (επιδότηση 420€). Άλλος ασφαλισμένος με διπλάσιες εισφορές, που έπρεπε να λάβει σύνταξη 1060€, ελάμβανε 1900€, (επιδότηση 840€). Κι εκείνος που έπρεπε να λάβει 1590€, ελάμβανε τελικά 2850€ (επιδότηση 1260€). Δηλαδή, εκείνοι που ελάμβαναν μεγαλύτερο εισόδημα ως εργαζόμενοι, άρα και υψηλότερη σύνταξη βάσει εισφορών, απολάμβαναν σε απόλυτα νούμερα και τις μεγαλύτερες επιδοτήσεις στις συντάξεις τους από τον κοινωνικό προϋπολογισμό.

Με λίγα λόγια, γενναιοδωρία άνευ όρων και στόχων!

Το παράδειγμα, αν και υποθετικά τα νούμερα, βοηθά να κατανοήσουμε γιατί οι περικοπές συντάξεων ήταν πολύ μεγαλύτερες στις υψηλές συντάξεις. Το κράτος δεν αφαίρεσε από τους συνταξιούχους δεδουλευμένα, ποσά που αναλογούσαν σε εισφορές που είχαν καταβάλει. Απλώς σταμάτησε να επιδοτεί γενναιόδωρα τους πιο εύπορους.

Φυσικά είναι οδυνηρό να χάνεις ξαφνικά το μισό σου εισόδημα. Αλλά το λάθος δεν μπορούσε να συνεχιστεί. Το κράτος δεν μπορούσε πια να τηρήσει τις πολύ γενναιόδωρες υποσχέσεις που είχε δώσει.

Γιατί το Ασφαλιστικό μας σύστημα χρεοκόπησε ηθικά πριν από την κρίση;

Η μεταρρύθμιση των συντάξεων ίσως να είχε γίνει νωρίτερα, εάν οι επίδοξοι μεταρρυθμιστές είχαν κατανοήσει (και είχαν ύστερα βοηθήσει ή αναγκάσει και την κοινή γνώμη να αντιληφθεί) το πόσο ηθικά χρεοκοπημένο είναι το Ασφαλιστικό μας. Πόσο αναπαράγει τις ανισότητες, και συχνά τις διευρύνει, αντί να τις καταπολεμά. (Μάνος Ματσαγγάνης, εδώ)

Στη δεκαετία πριν από την κρίση, η Ελλάδα ακολουθώντας την παράδοση της γηραιάς ηπείρου, είχε ένα μεγάλο κοινωνικό κράτος -τουλάχιστον σε όρους δαπανών ως % του ΑΕΠ. Με μια σημαντική ιδιαιτερότητα: στήριζε ελάχιστα τους πιο αδύναμους και διεύρυνε τις ανισότητες. Ξόδευε πολλά για κοινωνικές δαπάνες αλλά διέθετε ελάχιστα για τους άνεργους, τη στήριξη της οικογένειας, την καταπολέμηση της φτώχιας. Επιδοτούσε όμως πολύ γενναιόδωρα τους πιο εύπορους συνταξιούχους!

Επιδοτώντας τους εύπορους

Το Διάγραμμα ΙΙ (βασίζεται σε στοιχεία του ΟΟΣΑ, Pension Update, Νοέμβριος 2014 εδώ, σελ. 5) απεικονίζει τον τρόπο που οι χώρες του ΟΟΣΑ κατανέμουν τις κοινωνικές δαπάνες. Οι δαπάνες που κατευθύνονται στους φτωχότερους (χαμηλότερο εισοδηματικό πεμπτημόριο) εικονίζονται με τη μπλε στήλη.

Οι δαπάνες που κατευθύνονται στους πλουσιότερους (υψηλότερο εισοδηματικό πεμπτημόριο) εικονίζονται με το διάνυσμα που καταλήγει σε πορτοκαλί ρόμβο.

Όπως βλέπετε, στη χώρα μας οι κοινωνικές δαπάνες επιδοτούν περισσότερο τους εύπορους παρά τους φτωχούς. Συγκεκριμένα, πάνω από το 30% των κοινωνικών δαπανών κατευθύνεται στο πιο εύπορο 20% της κοινωνίας. Κάτι λιγότερο από 10%, κατευθύνεται στο φτωχότερο 20% της κοινωνίας. Σε όρους άνισης κατανομής των κοινωνικών δαπανών, η Ελλάδα καταγράφει μια από τις χειρότερες επιδόσεις μεταξύ των χωρών του ΟΟΣΑ.

Διάγραμμα ΙΙ

Διάγραμμα ΙΙ: Κατανομή των κοινωνικών δαπανών στις χώρες του ΟΟΣΑ. Ο ρόμβος αντιστοιχεί στο % των κοινωνικών δαπανών που κατευθύνεται στο πιο εύπορο 20% της κοινωνίας. Η μπλε στήλη αντιστοιχεί στο % των κοινωνικών δαπανών που κατευθύνεται στο φτωχότερο 20% της κοινωνίας.

 

Το διάγραμμα περιέχει στοιχεία του 2011, άρα απεικονίζει τα χαρακτηριστικά του κοινωνικού κράτους που χτίσαμε τις δεκαετίες πριν την κρίση.

Η παράδοξη κατανομή των κρατικών κοινωνικών δαπανών που διευρύνει τις κοινωνικές ανισότητες έχει μια απλή εξήγηση: μέρος του κοινωνικού κράτους είναι και οι συντάξεις. Στη χώρα μας ήταν πάντα το μεγαλύτερο τμήμα του κοινωνικού κράτους, απορροφούσε τη μερίδα του λέοντος των κοινωνικών δαπανών.

Οπως είδαμε παραπάνω, πριν από την κρίση η Ελλάδα είχε ένα καθολικά γενναιόδωρο ασφαλιστικό σύστημα, με ίδια υψηλά ποσοστά αναπλήρωσης για όλους. Χορηγούσε σε όλους συντάξεις σχεδόν διπλάσιες -χάριν οικονομίας το «διπλάσιες»- από εκείνες που αναλογούσαν στις εισφορές τους. Κατά συνέπεια, σε απόλυτα νούμερα, το κοινωνικό κράτος επιδοτούσε πολύ περισσότερο εκείνους που είχαν υψηλότερους μισθούς, είχαν αποδώσει υψηλότερες εισφορές και τους αναλογούσε υψηλότερη –βάσει εισφορών- σύνταξη, την οποία το γενναιόδωρο σύστημα διπλασίαζε.

Μια εύγλωττη σύγκριση. Από τη μια ένας καλοπληρωμένος ανώτατος διοικητικός υπάλληλος, βάσει των υψηλών εισφορών που κατέβαλε, θα ελάμβανε μηνιαία σύνταξη 1500€ από την ηλικία των 55 ετών. Το σύστημα διπλασίαζε τη σύνταξή του και απολάμβανε επιπλέον 1500€ το μήνα για 25 χρόνια! Κι από την άλλη ένας αγρότης, που δεν κατέβαλε καθόλου εισφορές, συνταξιοδοτήθηκε στα 65 και απολαμβάνει 360€ μηνιαία σύνταξη για 15 έτη.

Ε, λοιπόν, το ποσόν της κρατικής επιδότησης για τον ανώτατο υπάλληλο είναι 7πλάσιο από το ποσό επιδότησης του ανασφάλιστου αγρότη.

Το άνισο κοινωνικό κράτος

Δύο διαγράμματα με στοιχεία1 από τη Eurostat περιγράφουν γλαφυρά την προβληματική και άνιση κατανομή των δαπανών του κοινωνικού κράτους στη χώρα μας.

Διάγραμμα ΙΙΙ

Διάγραμμα ΙΙΙ: Η Ελλάδα δαπανά για κοινωνικές παροχές περίπου ίδιο % ΑΕΠ με το μ.ό. της Ευρωζώνης. Πηγή Eurostat

Διάγραμμα IV

Διάγραμμα IV: Λοιπές κοινωνικές δαπάνες ως % του ΑΕΠ στην Ευρωπαϊκή Ένωση (Κοινωνικές δαπάνες εξαιρουμένων των δαπανών για συντάξεις). Πηγή Eurostat

Σύμφωνα με το διάγραμμα ΙΙΙ, οι κοινωνικές δαπάνες της Ελλάδας ως % του ΑΕΠ είναι σχεδόν όσο ο μέσος όρος της Ευρωζώνης. Αφαιρώντας όμως τη δαπάνη για συντάξεις, η εικόνα αλλάζει. Τώρα η Ελλάδα (διάγραμμα IV), δαπανά τα λιγότερα απ’ όλους για «λοιπές κοινωνικές δαπάνες». Δηλαδή για τους ανέργους, τη στήριξη της οικογένειας και την προστασία από την φτώχεια και τον κοινωνικό αποκλεισμό. (Πιο αναλυτικά «Η ακτινογραφία του Προϋπολογισμού»)

Με δυο λόγια, στη χώρα μας ο κοινωνικός Προϋπολογισμός εξαντλείται στην επιχορήγηση των συντάξεων. Για τους φτωχούς, τους ανέργους, τους ακραία αδύναμους μένουν ψίχουλα. Είναι δε αξιοσημείωτο ότι ο θεσμός του Ελάχιστου Εγγυημένου Εισοδήματος, που καλύπτει αυτό το κενό στο κοινωνικό κράτος, επιβλήθηκε από την κοινωνικά ανάλγητη τρόικα. Ενώ ο κοινωνικά ευαίσθητος ΣΥΡΙΖΑ ως αντιπολίτευση απαξίωνε το θεσμό του ΕΕΕ (εδώ), και ως κυβέρνηση κωλυσιεργούσε και καθυστέρησε την εφαρμογή της 2ης φάσης κατά ενάμιση χρόνο (εδώ).

Στη μεταρρύθμιση του Ασφαλιστικού και κατ’ επέκταση του κοινωνικού κράτους αντιστάθηκαν όλοι, δεξιοί και αριστεροί. Γιατί το καθολικά γενναιόδωρο Ασφαλιστικό που είχαμε φτιάξει δεν είχε ούτε δεξιό ούτε αριστερό πρόσημο. Είχε πρόσημο καθυστέρησης. Ηταν κατάλληλο ίσως για μια χώρα σαν την Τουρκία αλλά εντελώς ακατάλληλο για μια σύγχρονη ευρωπαϊκή χώρα με αντεστραμμένη ηλικιακή πυραμίδα.

Η «αντισυνταγματικότητα» του Νόμου 4387/2016 (Κατρούγκαλου)

Ο νόμος Κατρούγκαλου, σε ό,τι αφορά τις παροχές, χρειάζεται τεχνικές διορθώσεις, παραμετρικές διορθώσεις που θα τον καταστήσουν περισσότερο ανταποδοτικό. Όμως όσες παραμετρικές διορθώσεις κι αν γίνουν, δεν πρόκειται να αλλάξουν ουσιωδώς τα χαμηλά ποσοστά αναπλήρωσης των σχετικά υψηλών εισοδημάτων. Φυσικά 55% ποσοστό αναπλήρωσης σημαίνει 10% υψηλότερη σύνταξη για τον δικαιούχο σε σχέση με ποσοστό αναπλήρωσης 50%. Η παραμετροποίηση του νόμου είναι μια συζήτηση που έχει νόημα. Άλλο πράγμα όμως οι τεχνικές διορθώσεις κι άλλο η συνταγματικότητα του νόμου.

Όσοι, λοιπόν, προετοιμάζονται να κρίνουν το νόμο, και ειδικά το άρθρο 14 που αφορά τον επανυπολογισμό των υφιστάμενων συντάξεων, υιοθετώντας το σκεπτικό παλαιότερης απόφασης (2287/2015), ότι δηλαδή οι χαμηλές συντάξεις (δηλαδή τα χαμηλά ποσοστά αναπλήρωσης) παραβιάζουν το συνταγματικό πυρήνα του κοινωνικοασφαλιστικού δικαιώματος περί αξιοπρεπούς διαβίωσης, καλό θα είναι να μελετήσουν τον πίνακα Ι που παρουσιάζει στοιχεία σχετικά με τα ποσοστά αναπλήρωσης στον υπόλοιπο κόσμο σύμφωνα με την πιο πρόσφατη έκθεση του ΟΟΣΑ (Pensions at a Glance 2017, πίνακας 4.5 – σελ. 105.)

Και το ερώτημα είναι απλό:

Πώς μπορεί αυτό που συμβαίνει σε όλο τον πολιτισμένο κόσμο (χαμηλά ποσοστά αναπλήρωσης για εργαζόμενους με εισοδήματα υψηλότερα από το μέσο εισόδημα), στην Ελλάδα να θεωρείται παραβίαση του πυρήνα του κοινωνικοασφαλιστικού δικαιώματος;

Πίνακας Ι

Ποσοστά αναπλήρωσης από το δημόσιο σύστημα ασφάλισης


Σημειώσεις

1Τα στοιχεία στα διαγράμματα ΙΙΙ & IV αναφέρονται στο 2014. Παρόμοια, όμως, ήταν η εικόνα και το 2008, παρόμοια παρέμεινε και το 2016, το πιο πρόσφατο έτος για το οποίο διαθέτει στοιχεία η Eurostat. Η εικόνα θα ήταν ήταν λίγο καλύτερη, αν η τωρινή κυβέρνηση δεν είχε καθυστερήσει τόσο πολύ την εφαρμογή του Ελάχιστου Εγγυημένου Εισοδήματος (ΕΕΕ) που ξεκίνησε πιλοτικά το 2014. Λόγω των μεγάλων καθυστερήσεων στην εφαρμογή του ΕΕΕ – σε ΚΕΑ το μετονόμασε η κα Φωτίου- η βελτίωση στην κατανομή των κοινωνικών δαπανών θα αρχίσει να αποτυπώνεται στα στοιχεία της χρήσης 2017.