1181
| CreativeProtagon/Intimenews

Ανατομία του new normal

|CreativeProtagon/Intimenews

Ανατομία του new normal

Ανοίγω την πόρτα του ασανσέρ με την φρεσκοσιδερωμένη, μαύρη μου μάσκα, ασορτί με το μαύρο Τ-shirt. Βλέπω μέσα μία νεαρή κοπέλα με ένα σκυλάκι, κάνω να αλλάξω γνώμη, τελικά μπαίνω και κολλάω στο ένα τοιχίο του θαλαμίσκου, αφήνοντας ένα πνιχτό «Καλημέρα». Στην εξώπορτα συναντώ μια γειτόνισσα με το μωρό της. Αντιλαμβάνομαι ότι δεν έχει κανένα απολύτως νόημα να του κάνω αστείες γκριμάτσες· ελπίζω τα βρέφη αυτά μην θυμούνται και να μην επαναβιώνουν, το 2045, τα τραυματικά βιώματα του 2020.

Στον δρόμο βλέπω μια ηλικιωμένη με το καροτσάκι της λαϊκής και τη σούπερ μάσκα προστασίας με το διάφανο προστατευτικό τζάμι- κάτι σαν οργουελική παραίσθηση. Στο καφέ παραγγέλνω ένα φρέντο καπουτσίνο για take away (σκέφτομαι μια φίλη στο Λονδίνο που μου έλεγε ότι φοβόταν τις προάλλες να πιει νερό από το ποτήρι που τής πρόσφερε μια φίλη της στο σπίτι). Μια υπάλληλος με τριπλά γάντια μιλάει στο τηλέφωνο. Προς στιγμήν αναγκάζεται να βγάλει τη λεοπάρ μάσκα, γιατί ο άνθρωπος στην άλλη γραμμή δεν καταλαβαίνει τι λέει. Καλώς ήλθατε στη νέα κανονικότητα.

Εχοντας πλέον εισέλθει για τα καλά στη φάση Β, της επανόδου, της αποκλίμακωσης, της επιστροφής σε κάτι τέλος πάντων, παρακολουθούμε να ξετυλίγεται το κουβάρι της νέας πραγματικότητας. Μιας αλλοπρόσαλλης δυστοπίας, με υλικό από το μέλλον και το παρελθόν: σα να βάζεις στο μίξερ το «Βack to the Future» με ολίγο από Ιερώνυμο Μπος, Ντέιβιντ Κρόνενμπεργκ και μεσαιωνικές σκηνές μαζικής υστερίας.

Ενδιαφέρον έχουν οι νέες συνήθειες, όπως η παντελής κατάργηση του «small talk» (ο κορονοϊός το σκότωσε, έγραφαν προ ημερών οι New York Times). Κανείς δεν αρκείται πλέον να σε ρωτήσει απλά «Τι κάνεις;», αναμένοντας μια τετριμμένη απάντηση του τύπου «Καλά». Το σημερινό «Τι κάνεις;» εμπεριέχει έναν υπαρξιακό τρόμο· ο άλλος επιζητεί την επαφή, θέλει να μάθει περισσότερα, πώς τα πήγες στο lockdown, τι γίνεται με τη δουλειά, κοιμάσαι καθόλου το βράδυ, πώς είναι η ηλικιωμένη μητέρα σου. Για πρώτη φορά νιώθεις για όλους σημαντικός, όλοι είναι για σένα σημαντικοί. Ακόμα και ο άγνωστος (πχ ο κούριερ που σου φέρνει τον ανεμιστήρα στο σπίτι ή ο διπλανός στο παγκάκι της πλατείας ).

Αρκεί να δει κανείς τι γίνεται με τις ονομαστικές εορτές. Τέρμα τα διεκπαιρεωτικά sms, o άλλος θέλει να ακούσει τη φωνή σου, να σου ευχηθεί, να μοιραστεί τον τρόμο του για τον υγειονομικό και τον οικονομικό Αρμαγεδδώνα. Μοιάζει λίγο με την «ΑΤΜ camaraderie» του 2015, όταν έπιανες κουβέντα με τον μπροστινό ή τον πίσω σου στην ουρά του ΑΤΜ για να περάσει η ώρα. Τότε βέβαια όφειλες να ανιχνεύσεις στον αέρα τις πεποιθήσεις του συνομιλητή σου και να μην ξανοιχτείς επικίνδυνα. Και τώρα τσεκάρεις αν έχεις σκοντάψει πάνω σε «συνομωσιολογόγο», «αρνητή» ή «τρελαμένο υποχόνδριο». Ομως, εδώ το τραύμα είναι παγκόσμιο, μπορείς άνετα να βγάλεις την καρδιά σου και να την εναποθέσεις πάνω στο τραπέζι.

Αυτό το «άνοιγμα» (μια συλλογικότητα νέας εποχής) είναι ίσως το νήμα στην ύφανση της νέας πραγματικότητας. Μια 35χρονη μου έλεγε πώς όταν πήγε αισίως να κάνει ανταύγειες, η κομμώτρια τής αφηγήθηκε με κάθε λεπτομέρεια μια παλιά προσωπική της απώλεια (φαίνεται ότι η μάσκα απελευθερώνει). Η πρόταση «Πάμε για καφέ» έχει γίνει μια μικρή πράξη αντίστασης. Και πολλές ακόμη νέες συνήθειες. Το στρωμένο τραπέζι κάθε μεσημέρι (ή/και βράδυ) με τα παιδιά στο σπίτι (γιατί και να πηγαίνουν στο σχολείο δεν πάνε για πολύ), να σε ρωτούν την ώρα που σερβίρεις το μπρόκολο «τι έγινε με αυτόν που δεν ανέπνεε στη Μινεάπολη;». Αν μη τι άλλο ο άπλετος χρόνος στο Instagram, τα έχει εκθέσει λίγο παραπάνω και στον αληθινό κόσμο.

Μαζί και τα διάφορα σύνδρομα. Η παντελής αίσθηση του χρόνου (δεν ξέρεις και δεν σε ενδιαφέρει αν είναι Τρίτη η Κυριακή), που επιδεινώθηκε σαφώς από τον ετεροχρονισμένο εορτασμό του Πάσχα και το άνοιγμα ντάλα καλοκαίρι των σχολείων. Επίσης, μια συνεχής διάχυση της προσοχής που ενισχύεται από τον υπερβολικό όγκο πληροφοριών, αλλά και από την επικάλυψη προσωπικής και επαγγελματικής ζωής (λάτρα , τηλεργασία και ξερό ψωμί).

Μαζί με μια μεγάλη ματαίωση η νέα κανονικότητα φέρνει και όλα αυτά που δεν έγιναν. Το Φεστιβάλ των Καννών, τους Ολυμπιακούς, τούς γάμους που τέτοια εποχή θα είχαν την τιμητική τους. Κάτι ετήσιους πανηγυρικούς οδηγούς «Ο κόσμος του 2020» που είχα αγοράσει τον Ιανουάριο, τους έχω στοιβάξει στον πάτο ενός βουνού από δεκάδες δημοσιεύματα από αυτό το τρισκατάρατο έτος (υποθέτω ότι κάποτε θα είναι collector’s item).

Ομολογώ ότι ακόμα και εγώ που βλέπω ποδόσφαιρο μόνο στα Μουντιάλ, είχα σχεδόν βυθιστεί σε κατάθλιψη στο lockdown με την έλλειψη αθλητικών γεγονότων (μόνο το «Last dance» του Τζόρνταν τι να σου κάνει;). Λυπόμουν που κάποιοι είχαν φτάσει να στοιχηματίζουν στις… σουηδικές ιπποδρομίες και σχεδόν μου έλειπε η παλιά μου οικόσιτη γκρίνια: «Ποιον τελικό έχει πάλι; Δεν έχετε βαρεθεί;». Εχω δε φτάσει να επιχαίρω με το ξεκίνημα της Premier League (στις 17 Ιουνίου παρακαλώ) και παρακολουθώ με (σχεδόν εθνολογικό) ενδιαφέρον στο BBC ποιοι θα είναι οι νέοι κανόνες σωματικής επαφής στο ράγκμπι (!).

Είναι και οι φυλές της αποστερημένης από ωκυτοκίνη νέας πραγματικότητας. Οι εμφανώς πάσχοντες από «re-entry anxiety» (σε ελεύθερη απόδοση «άγχος της επανεκκίνησης») που μετά βίας βγαίνουν από το σπίτι, παρά την άρση των μέτρων. Είναι οι άοκνοι βιτζιλάντε της COVID- 19 που μετρούν αν πλησίασες πάνω από 1,5 μέτρο. Μόλις προχθές ένας 55χρονος σε σούπερ μάρκετ των βορείων προαστίων έκανε φασαρία, γιατί μια πελάτισσα και μία ταμίας είχαν σχεδόν «κολλήσει τα στόματά τους».

Είναι οι Τσιοδρικοί και οι αντιΤσιοδρικοί (που τώρα δεν έχουν που να στρέψουν τη λατρεία και το μένος τους αντίστοιχα). Οι φυλές των γονέων: Οι «εγώ θα τον στείλω σχολείο», οι «εγώ και βέβαια δεν θα τον στείλω σχολείο» (με συνοδευτικό σήκωμα του φρυδιού κάτω από τη μάσκα) και εκείνοι που εύλογα ή παράλογα ανησυχούν για το πώς θα είναι η καινούργια μέρα. Μια μητέρα πχ μου έλεγε ότι ο 11χρονος γιος της έχει αλλεργικό βήχα και φοβάται ότι θα υποστεί bullying στην τάξη.

Είναι τα παιδιά και οι έφηβοι του εγκλεισμού, η περίφημη πλέον «Generation Pandemic» («Γενιά της Πανδημίας»), όπως την περιέγραφε προ ημερών το αμερικανικό Τime. Είναι εκείνοι που ανθίστανται στην διαδικτυακή επικοινωνία («Υποφέρω» μου είπε μια 45χρονη γυναίκα που είδε ξαφνικά ένα σάρκινο μάθημα στιχουργικής να μετατρέπεται σε «κάτι άψυχο» μέσω Zoom). Είναι οι ευέλικτοι. Δείτε τον ιδιοκτήτη ψητοπωλείου στη Θεσσαλονίκη που έβαλε φανάρι για να την αποφυγή του συνωστισμού.

Eίναι οι πάσχοντες από «crisis fatigue» («κόπωση της κρίσης») που ζουν «χύμα», σα να μην υπάρχει αύριο. Eίναι ακόμα εκείνοι που ψάχνουν αφορμές για νέο «κάψιμο» στα σόσιαλ μίντια (μετά το τρίπτυχο Πρωτοψάλτη – Λούλης – Κιτσοπούλου, τι;). Οι αληθινά θρηνούντες για τα κλειστά θέατρα και τα σινεμά (πχ μια φανατική θεατρόφιλη μου έλεγε ότι έχει ξεμείνει με μια ντουζίνα εισιτήρια). Είναι, τέλος, αυτοί που «λύγισαν» με τους 1000 νεκρούς στο πρωτοσέλιδο των New York Times, αλλά για τους δικούς μας 175 ( μέχρι τη στιγμή που γράφονται αυτές τις γραμμές) προτιμούν να μην ξέρουν πολλά.

Πόσο νορμάλ είναι τελικά αυτό το «new normal»; Θα το δείξουν μετά από χρόνια οι έρευνες που ήδη εκπονούνται για τις ψυχικές παρενέργειες της πανδημίας. Γελάω δυνατά με ένα απόκομμα που είχα κρατήσει από τους Financial Times τον Ιανουάριο του 2020 : «Don’ t worry less, worry smarter» («Να μην ανησυχώ λιγότερο, να ανησυχώ πιο έξυπνα») ήταν η δέσμευση για το 2020 της αρθρογράφου. Προφητικό. Ελπίζω στη νέα πραγματικότητα, με κάποιο τρόπο όλοι να την ακολουθήσουμε.