783
| CreativeProtagon/Intimenews

Περί «αναβάθμισης» της εκπαίδευσης

Νίκος Σαλτερής Νίκος Σαλτερής 29 Μαΐου 2020, 12:44
|CreativeProtagon/Intimenews

Περί «αναβάθμισης» της εκπαίδευσης

Νίκος Σαλτερής Νίκος Σαλτερής 29 Μαΐου 2020, 12:44

Πριν μερικές εβδομάδες, η υπουργός Παιδείας έθεσε σε διαβούλευση νομοσχέδιο για την Αναβάθμιση του Σχολείου. Ο τίτλος, οι διαδικασίες σύνταξης, το περιεχόμενο και η στιγμή της κατάθεσής του, καθώς και οι αντιδράσεις των εκπαιδευτικών που ακολούθησαν, επιβεβαίωσαν το κλασικό «τελετουργικό»:

Το κόμμα εξουσίας προτείνει κάποιες αλλαγές στην εκπαίδευση χωρίς κάποια πολιτική συναίνεση και αγνοώντας το ουσιαστικό πρόβλημά της, δηλαδή τα παραγόμενα εκπαιδευτικά αποτελέσματα –όσες απ’ αυτές τις αλλαγές υλοποιηθούν για λίγο, αυξάνουν την εντροπία του εκπαιδευτικού συστήματος, ενώ σταθερά οι εκπαιδευτικές ομοσπονδίες διαφωνούν σε όλα, αδιαφορώντας επίσης για το τι παράγει το Σχολείο.

Πολλές ρυθμίσεις του συγκεκριμένου νομοσχέδιου είναι «ιδεολογικά» φορτισμένες και επιδιώκουν τη συσπείρωση κυρίως όσων βρίσκονται ιδεολογικά πλησιέστερα στην κυρία Κεραμέως, ενώ ήδη προκάλεσαν την ενόχληση πολλών. Αλλες γρήγορα θα ξεχαστούν από την παρούσα ή την επόμενη κυβέρνηση και δύσκολα θα βελτιώσουν στο παραμικρό το χαρακτήρα του Σχολείου μας.

Αν και σε αυτό θεσμοθετείται –για άλλη μια φορά τα τελευταία 40 χρόνια– η αξιολόγηση στην Εκπαίδευση, αυτή η αξιολόγηση σχεδιάζεται ως μια ανούσια, γραφειοκρατική διαδικασία (αξιολόγηση σχολείου) ή παραπέμπεται και πάλι στις ελληνικές καλένδες (αξιολόγηση εκπαιδευτικών). Χαρακτηριστικό είναι ότι αγνοείται το γεγονός ότι τα στελέχη που επιφορτίζονται με την υλοποίησή της, επιλέχθηκαν από την περασμένη κυβέρνηση με κριτήριο ακριβώς την εχθρική τους στάση προς κάθε μορφή αξιολόγησης!

Από το σύνολο των αμιγώς «ιδεολογικών» ρυθμίσεων ξεχωρίζουν η αναγραφή της διαγωγής στα απολυτήρια και η αντικατάσταση της Κοινωνιολογίας με τα Λατινικά, ως εξεταζόμενο μάθημα για την εισαγωγή στα ΑΕΙ. Αποτελεί, όμως, κοινό τόπο ότι η πρώτη έχει μηδενική παιδαγωγική αξία και δεν αντιμετωπίζει στοιχειωδώς τα προβλήματα διαγωγής που υπάρχουν στα Λύκεια, ενώ η δεύτερη ικανοποιεί μόνο κάποιους αφελείς που ταυτίζουν την Κοινωνιολογία με τον Μαρξισμό. Οι μαθητές θα παπαγαλίζουν τώρα τα Λατινικά, ενώ οι λυκειάρχες δύσκολα θα αναθέσουν το μάθημα, αφού ελάχιστοι φιλόλογοι πλέον γνωρίζουν στοιχειωδώς τη γλώσσα…

Επιπλέον, η υπόθεση ότι το νομοσχέδιο προωθεί την αναβάθμιση της Εκπαίδευσης ελέγχεται ως ανακριβής. Για παράδειγμα, το δέκα ως βάση προαγωγής δεν αντιμετωπίζει την αδυναμία των υστερούντων μαθητών να αποκτήσουν ελάχιστες γνώσεις. Αντίθετα, θα αυξήσει την επιείκεια των καθηγητών σε Γυμνάσιο – Λύκειο, ώστε να αποφεύγεται η δυσαρέσκεια των γονέων και το σχολείο να «ξεφορτώνεται» μια ώρα νωρίτερα όσους δεν «τραβάνε». Τα προβλήματα εποπτείας της διοίκησης και της στήριξης όσων μαθητών υστερούν, δεν επιλύονται με παρόμοιες ρυθμίσεις.

Ακόμη, ελάχιστη σχέση έχουν με την αναβάθμιση της εκπαίδευσης η ποσοτική αύξηση των Πρότυπων Πειραματικών Σχολείων (ΠΠΣ) και η πρόσθεση αντικειμένων στο Πρόγραμμα Σπουδών. Γιατί δεν πρέπει να συγχέουμε τις αυξημένες γονεϊκές προσδοκίες, που αποτελούν και το μοναδικό παράγοντα διαμόρφωσης του μαθητικού πληθυσμού των ΠΠΣ με την πραγματική επιλογή προικισμένων μαθητών. Οπως δεν μπορούμε να είμαστε βέβαιοι για την υπεροχή του διδακτικού τους προσωπικού, αφού αυτό θα επιλεχθεί με βάση «χαρτιά» και όχι τις διδακτικές και ακαδημαϊκές του δεξιότητες. Και το σημαντικότερο: τα ΠΠΣ δεν ακολουθούν κανένα είδος διαφοροποιημένου προγράμματος, ούτε πραγματοποιούν εκπαιδευτικούς πειραματισμούς, οπότε δεν παράγουν ούτε αξιολογούν συντεταγμένα συγκρίσιμα πρότυπα διδασκαλίας. Ο,τι θετικό πιθανώς συμβαίνει σε αυτά, ουδέποτε μεταφέρθηκε στο υπόλοιπο εκπαιδευτικό σύστημα ή επέδρασε θετικά στα παραγόμενα απ’ αυτό εκπαιδευτικά αποτελέσματα. Επιλεκτικά σχολεία είναι, δεν είναι κακό να υπάρχουν, αλλά ουδεμία σχέση έχουν με την εκπαιδευτική αριστεία και την αναβάθμιση της εκπαίδευσης.

Τέλος, τα «νέα γνωστικά αντικείμενα» και οι «μέθοδοι διδασκαλίας» που προβλέπονται, δεν αναμένεται να συμβάλουν στην αναβάθμιση του Σχολείου και δεν είναι νέα, αφού βρίσκονται ήδη διάχυτα στα ισχύοντα Αναλυτικά Προγράμματα Σπουδών (2003-). Θα έχουν δε παρόμοια τύχη με αυτά, δηλαδή θα αγνοηθούν από την πλειονότητα των εκπαιδευτικών. Το νέο στην Εκπαίδευση δεν προκύπτει σωρεύοντας γνωστικά αντικείμενα και αυξάνοντας τον ήδη τεράστιο όγκο προγραμμάτων και εγχειριδίων, για τον απλούστατο λόγο ότι η συντριπτική πλειοψηφία των εκπαιδευτικών ουδέποτε τα μελετά.

Ο εκπαιδευτικός νεωτερισμός βρίσκεται ακριβώς στην αντίθετη κατεύθυνση, όπως δείχνει η διεθνής εμπειρία: ολιγοσέλιδα προγράμματα σπουδών, πολλαπλό βιβλίο, παιδαγωγική αυτονομία σχολικών μονάδων, καλή εκπαίδευση, προσεκτική επιλογή και συνεχής εκπαίδευση των εκπαιδευτικών, κίνητρα επαγγελματικής ανάπτυξης και καλές αμοιβές. Τίποτα από αυτά δεν ισχύει, ούτε προβλέπεται να ισχύσει στην ελληνική εκπαίδευση. Απλά, συνεχίζουμε ακάθεκτοι στο ίδιο αδιέξοδο μοτίβο.

Αν οι συντάκτες του νομοσχεδίου διέθεταν πολιτική τόλμη θα μπορούσαν να σχεδιάσουν ΠΠΣ, που θα ακολουθούσαν διαφοροποιημένα προγράμματα και κατευθύνσεις σπουδών (π.χ. θετική, θεωρητική, ΤΠΕ, στήριξη μαθητών που υστερούν), καθώς και την υποχρέωση παραγωγής πρότυπων διδασκαλίας, ενώ θα σχεδίαζαν τον θεσμικό τρόπο διάχυσης των καλών πρακτικών τους στο σύνολο της Εκπαίδευσης. Παράλληλα, θα θεσμοθετούσαν εθνικές εξετάσεις τύπου PISA για το σύνολο του μαθητικού πληθυσμού, με τις οποίες: α) θα επέλεγαν τους μαθητές των ΠΠΣ, διατηρώντας την αρχή της τυπικής ισότητας και β) θα αξιολογούσαν τα παραγόμενα μαθησιακά αποτελέσματα του Σχολείου μας. Με τη διαφορά ότι στη συνέχεια θα έπρεπε να σχεδιάζουμε εκπαιδευτικές πολιτικές με βάση τα συγκεκριμένα συμπεράσματα αξιολόγησής τους και όχι τις ενίοτε ιδεολογικές εμμονές μας.

Αλλά η σχέση με την εκπαιδευτική πραγματικότητα, το θάρρος και η φαντασία δεν χαρακτηρίζουν τους σχεδιαστές εκπαιδευτικής πολιτικής της χώρα μας.