711
|

Δημοκρατία και ενσυναίσθηση

Δημοκρατία και ενσυναίσθηση

Το ρεύμα του πολιτικού μοντερνισμού, και ο ορθολογισμός που το χαρακτηρίζει, καταγράφει ως το κύριο κοινωνικό του επίτευγμα, τη θεμελιοποίηση της ανθρώπινης ενσυναίσθησης. Στον αντίποδα, τα μεταμοντέρνα κοινοτικά αγωνιστικά ρεύματα, διεκδικούν τον επαναπροσδιορισμό των ανθρωπίνων δικαιωμάτων. Δομούνται μέσω της αντίστασης τους σε ένα νομικό και κοινωνικό κατεστημένο – που αποδίδουν σε παλαιάζουσες πατριαρχικές δομές. Κατ’αυτόν τον τρόπο ο – κοινωνικά φιλελεύθερης έμπνευσης – μεταμοντερνισμός βαφτίζει τον ατομικό αυτο-ορισμό, ως την πηγή των εξελιγμένων ανθρωπίνων δικαιωμάτων. Εν ολίγοις, ο καθένας έχει το δικαίωμα να απαιτεί τον αδιαπραγμάτευτο σεβασμό των προσωπικών του επιλογών, της ατομικής ιδιότητας του, την οποία έχει την επιλογή να εκθέσει στο κοινωνικό σύνολο, χωρίς να χαίρει κρίσης, ή έστω λογοδοσίας.

Η θεμελιώδης διαστρέβλωση που εδραιώνεται με τον τρόπο αυτόν, βασίζεται στην σύγχυση του ενδόμυχου και της ιδιωτικότητας. Μια ιδιωτική πτυχή της ζωής μας, μας ανήκει. Αντιθέτως μια ενδόμυχη πτυχή της ζωής μας, υφίσταται αποκλειστικά εάν εγγράφεται σε ένα πλαίσιο συλλογικότητας, μετοχής σε μια διαπροσωπική σχέση, ερωτική ή φιλική. Υπ’ αυτό το πρίσμα, το ενδόμυχο είναι το ύψιστο ιδανικό μιας δημοκρατικής κοινωνίας. Διότι η ζωή από κοινού προϋποθέτει την ανάπτυξη ευάλωτων δεσμών αλληλεγγύης.

Ενα από τα πολλά συνθήματα του Παρισινού Μάη του ’68 υπήρξε το «η ντροπή είναι αντεπαναστατική». Η έννοια της ντροπής που επικαλούνταν οι φοιτητές της εποχής, και η οποία είναι πλήρως συνδεδεμένη με το δημοκρατικό ενδόμυχο, αφορούσε στην αναζήτηση ενός χώρου συναισθηματικής έκφρασης, μακριά από το βλέμμα και την κρίση της κοινωνίας. Με άλλα λόγια, το αίτημα ήταν η πρόσβαση στο απαγορευμένο φρούτο του Αδάμ και της Εύας, χωρίς την θεία τιμωρία που συνεπάγεται με την αμαρτία της επιθυμίας. Μια αμιγώς ενδόμυχη σχέση αποτινάσσει λοιπόν την κοινωνική σεμνότητα, σε ένα πλαίσιο αποκλειστικά διαπροσωπικό. Τα όρια και το «αποδεκτό» εντάσσονται σε άλλα σύνορα, τα οποία ορίζουν όσοι μοιράζονται και επικοινωνούν με τον «άλλον».

Η σύγχυση του μεταμοντερνισμού, και οι πολιτικές επιπτώσεις αυτής, περιστρέφονται γύρω από την άδικη αφομοίωση του ενδόμυχου στον κόσμο της ατομικής ιδιοκτησίας – με την σημασία της απόλυτης κυριαρχίας του ατόμου πάνω στον εαυτό του.

Η ενδόμυχη ελευθερία μας θα διασφαλιζόταν στα πλαίσια μιας συμφωνίας που συσχετίζει την βούληση δύο προσώπων, και που φυλάσσεται από την κάθε εξωτερική επιβολή, δημόσιας φύσεως. Αντιθέτως, ο μεταμοντερνισμός συγχέει τα όρια που θέτει το κοινό καλό, το δημόσια πράγμα -με απώτερο σκοπό την κοινωνική συνοχή – και τα ηθικά και θεολογικά κατάλοιπα μιας ιστορικής συνέχειας της εξέλιξης του ανθρώπου.

Η πραγματική απειλή απέναντι στο ενδόμυχο, στο θεμιτά κρυφό, στην απαραίτητη αυτή πτυχή της ζωής του καθενός, δεν είναι το κοινό, αλλά η ιδιωτικοποίηση. Εκεί που οι πολιτικοί θεσμοί μοχθούν να διασφαλίσουν το ενδόμυχο, η φαντασίωση της ατομικής ιδιωτικότητας εικάζει πως θα ήταν προτιμότερη η πλήρης επίδειξη του «εγώ», στα πλαίσια μιας ψευδούς διαφάνειας. Οι επιπτώσεις είναι κάθε άλλο παρά επιθυμητές, διότι επιτρέπεται έτσι μια χειραγώγηση του ενδόμυχου, ένας χυδαίος εξορθολογισμός, μια τροποποίηση σε όργανο πολιτικής πίεσης. Το ενδόμυχο δεν ορίζεται, δεν εξηγείται, και κυρίως δεν επικοινωνείται δημόσια, αλλά μοιράζεται διαπροσωπικά. Μια απόπειρα ορθολογικής αυτογνωσίας, δεν συνδέεται με το ενδόμυχο, αλλά το διαστρεβλώνει.

Μια πλουραλιστική δημοκρατία, μια ευαίσθητη δημοκρατία, που σέβεται και διασφαλίζει το ενδόμυχο, οφείλει να αναγνωρίζει τις προσωπικές εμπειρίες του ενδόμυχου, που καθορίζουν την πολιτική συνείδηση των ανθρώπων. Η ζωή σε μια πολιτική και θεσμική κοινωνία, προϋποθέτει την αναζήτηση της αναγνώρισης και της αποδοχής του «άλλου». Άρα, το δημοκρατικό πλαίσιο απαιτεί καθολικά την ύπαρξη ενσυναίσθησης, δια της συμβολικής και νομικής θεσμοποίησης των ανθρωπίνων παθών. Το δημοκρατικό πλαίσιο έχει ως πρωταρχικό ρόλο την εύρεση μίας ισορροπίας μεταξύ των επιθυμιών, των παθών και της ανάγκης κοινών αναφορών και κανόνων.

Εξ ορισμού, το ενδόμυχο δεν εντάσσεται σε ένα πρακτικό νομικό πλαίσιο. Ωστόσο, μια ανθρώπινη και ευαίσθητη δημοκρατία διασφαλίζει θεσμικά το ενδόμυχο, κρίνοντας θεμιτή την ύπαρξη επιθυμιών, είτε επαγγελματικών είτε προσωπικών: είναι μια δημοκρατική ανάγκη. Η ψευδαίσθηση της αφαίρεσης του προσωπικού από την πολιτική σφαίρα, δια μέσω της υπόσχεσης ενός πλήρους και διαφανούς ελέγχου των επιλογών του ανθρώπου πάνω στον ίδιο του τον εαυτό, οδηγεί στην ιδιωτικοποίηση και στον ορθολογισμό του «εγώ», που εδραιώνεται από την άδοξη επίδειξη του.

Μόνο που η κοινωνική έκθεση του «εγώ» δεν προσφέρει την καταναγκαστική αποδοχή αλλά την εξάλειψη της ουσίας του ενδόμυχου, δηλαδή της μόνης πραγματικά εσωτερικής και ελεύθερης πτυχής της ζωής του ανθρώπου. Μια αναίσθητη δημοκρατία οδεύει δίχως αμφιβολία σε μια δικτατορία του ατομικισμού. Ας αναρωτηθούμε λοιπόν αν ένα ναρκισσιστικό καπρίτσιο αξίζει την θυσία ενός πολιτικού και κοινωνικού ιδεώδους ανταλλαγής, συλλογικότητας και αλληλεγγύης.