Πάντα να φοβάσαι μια υπερδύναμη που φθίνει
Πάντα να φοβάσαι μια υπερδύναμη που φθίνει
Πριν από εβδομήντα χρόνια, η Βρετανία και η Γαλλία, δύο χώρες που βρίσκονταν ήδη σε πορεία παρακμής, επιχείρησαν να καταλάβουν στρατιωτικά τη Διώρυγα του Σουέζ, θυμίζει ο Τζανάν Γκανές στους Financial Times. Το παράδοξο, συμπληρώνει, είναι ότι καμία από τις δύο χώρες δεν κυβερνιόταν τότε από κάποιον κραυγαλέο εθνικιστή ηγέτη. Ο Αντονι Ιντεν, πρωθυπουργός της Βρετανίας, ήταν λόγιος, γνώστης της αραβικής και της περσικής γλώσσας και ίσως ο πιο καλλιεργημένος ένοικος της Ντάουνινγκ Στριτ στη μεταπολεμική εποχή. Ομως το άγχος της απώλειας κύρους έχει την τάση να οδηγεί ακόμη και τους πιο λογικούς ανθρώπους σε παράτολμες αποφάσεις.
Η Γαλλία εγκλωβίστηκε σε έναν χαμένο πόλεμο στην Αλγερία, ενώ η Βρετανία έμεινε εκτός ενός ευρωπαϊκού εγχειρήματος που θεωρούσε καταδικασμένο. Πρόκειται για λανθασμένες επιλογές, οι συνέπειες των οποίων βαραίνουν μέχρι σήμερα τις δύο χώρες. Η παρακμή των ΗΠΑ δεν είναι τόσο απότομη όσο εκείνη της Βρετανίας και της Γαλλίας τότε. Οι ΗΠΑ παραμένουν η ισχυρότερη χώρα στον κόσμο, έστω και με μικρότερο προβάδισμα. Ωστόσο, σε ένα βαθύτερο επίπεδο, γράφουν οι Financial Times, η αμερικανική παρακμή είναι ίσως πιο οδυνηρή.
Η Βρετανία μπορούσε να παρηγορηθεί με την ιδέα ότι παραχωρούσε την παγκόσμια πρωτοκαθεδρία σε μια δημοκρατική, αγγλόφωνη και πολιτισμικά συγγενή υπερδύναμη. Οι ΗΠΑ, αντιθέτως, βλέπουν να χάνουν έδαφος απέναντι στην Κίνα, μια χώρα με την οποία δεν μοιράζονται ούτε πολιτικές αξίες, ούτε πολιτισμική εγγύτητα. Το ερώτημα του «απέναντι σε ποιον φθίνεις» έχει σημασία. Και όταν σε αυτή τη συνθήκη προστεθεί ένας ηγέτης όπως ο Ντόναλντ Τραμπ, εμμονικός με την ιεραρχία, το κύρος και τη θέση στην παγκόσμια τάξη, τότε προκύπτουν συμπεριφορές όπως η πίεση προς τη Γροιλανδία, η επίδειξη ισχύος στην Καραϊβική και άλλες απόπειρες ανάκτησης χαμένου γοήτρου, που θυμίζουν έντονα το Σουέζ· ίσως με λίγο μεγαλύτερη αποτελεσματικότητα.
Ακόμη και αν στον Λευκό Οίκο βρισκόταν ένας «φυσιολογικός» πρόεδρος, οι ΗΠΑ πιθανότατα θα κινούνταν επιθετικά αυτή την περίοδο, θεωρούν οι Financial Times. Τα κράτη που ανησυχούν για την πτώση τους έχουν την τάση να διογκώνουν την εικόνα τους. Σπανίως μια υπερδύναμη αποδέχεται με ψυχραιμία την παρακμή της. Για να καταλάβει κανείς ότι το φαινόμενο δεν εξηγείται μόνο αναλύοντας τον Τραμπ, αρκεί να θυμηθεί ότι ήδη επί προεδρίας Τζορτζ Μπους του νεότερου, η Αμερική έδειξε, επίσης, δυσφορία απέναντι στη λεγόμενη «φιλελεύθερη διεθνή τάξη βασισμένη σε κανόνες». Ακόμη και πέρα από την εισβολή στο Ιράκ, ο Μπους αντιμετώπιζε με περιφρόνηση το Διεθνές Ποινικό Δικαστήριο.
Αυτό δεν αποτελεί απαραίτητα κατηγορία εναντίον του, καθώς πολλά στοιχεία της παγκόσμιας διακυβέρνησης είναι περισσότερο ιδεολογικά φορτισμένα, παρά γνήσια φιλελεύθερα. Το ουσιώδες, όμως, είναι ότι η αμερικανική αποστασιοποίηση από τη διεθνή νομιμότητα ξεκίνησε πριν από τον Τραμπ. Κάτι βαθύτερο, δομικό, φαίνεται να ενοχλεί τις ΗΠΑ, σχολιάζουν οι Financial Times και αυτό το κάτι ενδέχεται να είναι η σχετική παρακμή τους.
Παρότι η απόλυτη οικονομική και τεχνολογική ισχύς των Ηνωμένων Πολιτειών παραμένει εντυπωσιακή, η σχετική τους θέση έχει αποδυναμωθεί. Αυτό φαίνεται στη μειωμένη αποτελεσματικότητα των κυρώσεων που επιβάλουν, στον αγώνα δρόμου για την Τεχνητή Νοημοσύνη, αλλά και στο γεγονός ότι η Κίνα τολμά να αποκτά στρατηγικά «πατήματα» ακόμη και στο δυτικό ημισφαίριο. Το στρατιωτικό χάσμα μεταξύ ΗΠΑ και Κίνας δεν είναι πια αυτό που ήταν στις αρχές του αιώνα. Υπό αυτές τις συνθήκες, οποιοσδήποτε Ρεπουμπλικανός πρόεδρος θα αντιδρούσε επιθετικά, έστω λιγότερο απερίσκεπτα από τον Τραμπ.
«Να φοβάσαι πάντα εκείνον που κατεβαίνει κοινωνικά» γράφουν οι Financial Times. Οσοι ζούμε καλύτερα από ό,τι γεννηθήκαμε, δυσκολευόμαστε να κατανοήσουμε το τραύμα της αντίστροφης πορείας. Ακόμη και μια μικρή απώλεια κύρους μπορεί να αποσταθεροποιήσει άτομα και κοινωνίες, ακόμη και αν η απόλυτη θέση τους παραμένει καλή. Στη Δημοκρατία της Βαϊμάρης, δεν ήταν οι πιο εξαθλιωμένοι που στράφηκαν στους Ναζί, αλλά η μεσαία τάξη που είδε τις αποταμιεύσεις της να εξαφανίζονται. Στη γεωπολιτική, το ίδιο φαινόμενο εκδηλώνεται σε γιγαντιαία κλίμακα.
Αντίστοιχα, ο πόλεμος της Ρωσίας στην Ουκρανία δεν είναι παρά μια διαμαρτυρία για τη μειωμένη θέση της μετά την κατάρρευση της Σοβιετικής Ενωσης. Ο ρόλος του ηγέτη έχει σημασία και ο Τραμπ ενισχύει τη θεωρία των «μεγάλων ανδρών» της Ιστορίας. Ομως, σύμφωνα με τους Financial Times, τα μοτίβα επαναλαμβάνονται. Δεν υπήρξε ποτέ κάποια μεγάλη δύναμη που αποδέχθηκε ήρεμα την πτώση της.
Η επιθετικότητα των ΗΠΑ δεν προέκυψε στην ακμή τους, αλλά στην υποχώρησή τους. Οταν ήταν στο απόγειο της ισχύος τους μετά το 1945, επέλεξαν τη γενναιοδωρία: Σχέδιο Μάρσαλ, ΝΑΤΟ, ανοικοδόμηση της Γερμανίας και της Ιαπωνίας. Είναι ευκολότερο να είσαι μεγαλόψυχος από ψηλά. Οταν, όμως, αρχίζεις να κατεβαίνεις, κυριαρχούν η καχυποψία και η επιθετικότητα. Μέχρι οι ΗΠΑ να συνηθίσουν τον ρόλο μιας από τις υπερδυνάμεις του πλανήτη και όχι της μοναδικής, η αστάθεια είναι αναμενόμενη.
Ο Τραμπ, καταλήγουν οι Financial Times, προτιμά να «αγωνίζεται για να μη σβήσει το φως». Κάποια στιγμή, όμως, όπως έγραψε και ο Ντίλαν Τόμας, οι σοφοί αναγνωρίζουν ότι το σκοτάδι είναι αναπόφευκτο.
Ακολουθήστε το Protagon στο Google News
