350
Λεπτομέρεια από το πρώτο τμήμα του αναγεννησιακού «Ρετάμπλ* του Ίζενχαϊμ», Ματίας Γκρύνεβαλντ, (Musée d'Unterlinden, Κολμάρ, Αλσατία), 1512-1516 | Wikipedia

Περί αμνού ο λόγος: λεξιλόγιο και ένα ποίημα

Νίκος Μορόπουλος 17 Φεβρουαρίου 2019, 09:02
Λεπτομέρεια από το πρώτο τμήμα του αναγεννησιακού «Ρετάμπλ* του Ίζενχαϊμ», Ματίας Γκρύνεβαλντ, (Musée d'Unterlinden, Κολμάρ, Αλσατία), 1512-1516
|Wikipedia

Περί αμνού ο λόγος: λεξιλόγιο και ένα ποίημα

Νίκος Μορόπουλος 17 Φεβρουαρίου 2019, 09:02

Σήμερα δεν έχει μαγειρέματα, σήμερα έχει λεξιλόγιο, και δη του αμνού. Η περιήγηση αυτή στον κόσμο των λέξεων είναι χωρίς πρόγραμμα, με μόνο χαρακτηριστικό τον αμνό. Το νόημα της περιήγησης έγκειται στο ότι δεν έχει νόημα, είναι μια περιήγηση αντίστοιχη με την επίσκεψη σε μια έκθεση έργων τέχνης.

Πηγή αποτέλεσε η «Επιτομή του Μεγάλου Λεξικού της Ελληνικής Γλώσσας Liddell & Scott», Εκδόσεις Πελεκάνος, 2007 (LS), η Πύλη για την Ελληνική γλώσσα (Π)  και το Λεξικό της Νέα Ελληνικής Γλώσσας του Γεωργίου Μπαμπινιώτη, Τρίτη Έκδοση, 2008 (ΓΜ).

Το λεξιλόγιο του αμνού

  • ο, η, άμνος: αρνί – οι πλάγιες πτώσεις όπως του αρνός (γενική) , τω αρνί  (δοτική) (LS)
  • ο αμνός: μικρό αρσενικό πρόβατο (ΓΜ)
  • ο αμνός του Θεού: στην Καινή Διαθήκη η λέξη αμνός αναφέρεται συμβολικά αποκλειστικά στον Ιησού Χριστό («ίδε ο αμνός του Θεού, ο αίρων την αμαρτίαν του Κόσμου», ««ως πρόβατον επί σφαγήν ήχθη και ως αμνός άμωμος»)
  • το αρνί: νεαρό πρόβατο (ΓΜ)
  • το πρόβατο:  ζώο τετράποδο, θηλαστικό, μηρυκαστικό με πυκνό και σγουρό τρίχωμα· αρνί  (Π)
  • αρνόμαλλο: το μαλλί προβάτου μέχρι οκτώ μηνών (ΓΜ)
  • αμνοσκοπία: μαντεία, η εξέταση της ωμοπλάτης αμνού με σκοπό την πρόβλεψη του μέλλοντος (ΓΜ)
  • αμνοερίφια: αρνιά και κατσίκια  (ΓΜ)
  • ο αρνειός: νεαρό κριάρι (LS)
  • ο άρνειος: αυτός που ανήκει σε αρνί ή πρόβατο, αρνίσιος (LS)
  • άρνειος φόνος: σφαγμένα πρόβατα (LS)
  • η αμνάς: θηλυκό του αμνός (LS)
  • το αμνίον: το δοχείο στο οποίο συγκεντρώνεται το αίμα του σφαγίου (LS)
  • η αμνίς: προβατίνα (LS)
  • ο αμνοκών: αυτός που έχει νού προβάτου, ο αφελής, ο ανόητος (LS)
  • η αρνακίς: δέρμα προβάτου, προβιά (LS)
  • το αρνίον: δέρμα προβάτου, προβιά (LS)
  • ο αρνεοθοίνης: αυτός που τρώει πρόβατα (LS)
  • αρνεύω: πηδώ, εφορμώ, κυβιστώ (LS)
  • αρνευτήρ: ακροβάτης  (LS)
Το πρώτο τμήμα του «Ρετάμπλ* του Ίζενχαϊμ», Ματίας Γκρύνεβαλντ, 1512-1516 (Musée d’Unterlinden, Κολμάρ, Αλσατία),

Δείτε εδώ το υπόλοιπο κείμενο και το ποίημα «Το αρνάκι» του Αλέξανδρου Κατακουζηνού

*Σημείωση: Σύμφωνα με το «Λεξικό Εικαστικών Τεχνών (εκδόσεις Υποδομή, σελ. 284), ρετάμπλ είναι κάθε εικόνα, γλυπτό ή άλλη παράσταση που για διακοσμητικούς λόγους έχει τοποθετηθεί πάνω και πίσω από την αγία τράπεζα του ναού.