817
| CreativeProtagon

Πώς η Μόσχα έπαιξε και έχασε στη Βενεζουέλα

Protagon Team Protagon Team 10 Ιανουαρίου 2026, 09:40
|CreativeProtagon

Πώς η Μόσχα έπαιξε και έχασε στη Βενεζουέλα

Protagon Team Protagon Team 10 Ιανουαρίου 2026, 09:40

Πριν από περίπου μια δεκαετία, ο τότε πρόεδρος της Βενεζουέλας Νικολάς Μαδούρο κρατούσε ένα αντίγραφο του σπαθιού του εθνικού ήρωα Σιμόν Μπολίβαρ και κυμάτιζε μια ρωσική σημαία, ενώ δίπλα του ο Ιγκόρ Σέτσιν, επικεφαλής της κρατικής ρωσικής πετρελαϊκής εταιρείας Rosneft και στενός συνεργάτης του Βλαντίμιρ Πούτιν, χαμογελούσε ικανοποιημένος. Η σκηνή αποτύπωνε τις φιλοδοξίες της Μόσχας: να μετατρέψει τη Βενεζουέλα σε ένα αντι-αμερικανικό προπύργιο στην «πίσω αυλή» των ΗΠΑ, με αιχμή το πετρέλαιο και τις στρατιωτικές συμφωνίες.

Δέκα χρόνια αργότερα το όραμα αυτό έχει καταρρεύσει, γράφουν οι Financial Times. Η σύλληψη του Μαδούρο και της συζύγου του από αμερικανικές ειδικές δυνάμεις, σε μια επιχείρηση που αιφνιδίασε όχι μόνο το Καράκας αλλά και τη Μόσχα, ανέδειξε με ωμό τρόπο τα όρια της ρωσικής ισχύος. Παρά την υποτιθέμενη «στρατηγική εταιρική σχέση» που υπέγραψαν Ρωσία και Βενεζουέλα μόλις τον περασμένο Νοέμβριο, το Κρεμλίνο δεν έσπευσε να υπερασπιστεί το σύμμαχό του. Αντίθετα, η αντίδρασή του ήταν αξιοσημείωτα χλιαρή.

Κατά τη διάρκεια της αμερικανικής επιχείρησης τα ελικόπτερα των ΗΠΑ φάνηκαν να διασχίζουν ανενόχλητα τον εναέριο χώρο της Βενεζουέλας, παρακάμπτοντας ένα εκτεταμένο δίκτυο αντιαεροπορικής άμυνας ρωσικής προέλευσης, που περιλάμβανε συστήματα S-300, Buk και Pantsir. Λίγες ημέρες αργότερα, όταν οι ΗΠΑ κατέσχεσαν δύο δεξαμενόπλοια που μετέφεραν, ή επιχειρούσαν να μεταφέρουν, βενεζουελανικό πετρέλαιο, πλέοντας υπό ρωσική σημαία για «προστασία», η Μόσχα περιορίστηκε σε τυπικές διαμαρτυρίες περί «αύξησης της έντασης στον ευρωατλαντικό χώρο».

Η αδυναμία αυτή δεν είναι τυχαία, σημειώνουν οι FT. Μετά από σχεδόν τέσσερα χρόνια πολέμου στην Ουκρανία, η Ρωσία είναι στρατιωτικά, οικονομικά και διπλωματικά υπερεκτεθειμένη και αποδυναμωμένη. Δεν διαθέτει πλέον την ισχύ, αλλά ούτε και τη διάθεση να υπερασπιστεί αποτελεσματικά συμμάχους όπως η Συρία, το Ιράν ή η Βενεζουέλα, χώρες που κάποτε θεωρούσε κρίσιμα αναχώματα απέναντι στην αμερικανική επιρροή. Οπως σημειώνουν διεθνείς αναλυτές, για ακόμη μια φορά η Μόσχα αφήνει τους εταίρους της «στο κρύο» όταν αυτοί βρίσκονται υπό σοβαρή στρατιωτική πίεση.

Στελέχη του ρωσικού κατεστημένου αναγνωρίζουν, έστω και έμμεσα, ότι ο Πούτιν δεν είναι διατεθειμένος να ρισκάρει μια ευθεία σύγκρουση με τον Ντόναλντ Τραμπ για χάρη της Βενεζουέλας. Η Ουκρανία παραμένει το μείζον διακύβευμα για το Κρεμλίνο και οποιαδήποτε κίνηση που θα μπορούσε να προκαλέσει ρήξη με τον αμερικανό πρόεδρο θεωρείται επικίνδυνη. Οπως σχολιάστηκε κυνικά στη Μόσχα, «η Βενεζουέλα δεν αξίζει το κόστος».

Βλαντίμιρ Πούτιν και Νικολάς Μαδούρο σε εγκάρδιο χαιρετισμό τον περασμένο Μάιο στο Κρεμλίνο. Περίπου οκτώ μήνες αργότερα ο ρώσος πρόεδρος δεν… έσπευσε να υπερασπιστεί τον βενεζουελάνο σύμμαχό του (Alexander Zemlianichenko/Pool via REUTERS)

Η ρωσο-βενεζουελανική προσέγγιση ξεκίνησε στις αρχές της δεκαετίας του 2000, γράφουν οι FT, όταν ο Πούτιν και ο Ούγκο Τσάβες βρέθηκαν ταυτόχρονα στην εξουσία. Η Μόσχα είδε στο Καράκας μια ευκαιρία να αποδείξει ότι μπορεί να αποκτήσει συμμάχους στην αμερικανική σφαίρα επιρροής. Ρωσικές ενεργειακές εταιρείες εξασφάλισαν συμβόλαια για την εκμετάλλευση πετρελαϊκών κοιτασμάτων, ενώ η Βενεζουέλα δαπάνησε περίπου 11 δισ. δολάρια για την αγορά ρωσικών όπλων, από Καλάσνικοφ μέχρι μαχητικά αεροσκάφη.

Κεντρικό πρόσωπο αυτής της σχέσης υπήρξε ο Ιγκόρ Σέτσιν, ο οποίος ανέλαβε ουσιαστικά τη διαχείρισή της. Υπό την καθοδήγησή του δημιουργήθηκε μια κοινοπραξία μεταξύ πέντε ρωσικών πετρελαϊκών και της κρατικής πετρελαϊκής εταιρείας της χώρας, PDVSA. Ωστόσο, από νωρίς το εγχείρημα αποδείχθηκε περισσότερο πολιτικό παρά οικονομικό. Το πετρέλαιο ήταν εξαιρετικά ακριβό στην εξόρυξη και στην επεξεργασία, απαιτώντας επενδύσεις δεκάδων δισεκατομμυρίων. Παράλληλα, η σοσιαλιστική γραφειοκρατία, η διαφθορά και η έλλειψη επενδύσεων υπονόμευσαν την προσπάθεια.

Η κατάσταση, επισημαίνουν οι FT, επιδεινώθηκε μετά τον θάνατο του Τσάβες. Ο Μαδούρο δεν διέθετε ούτε το πολιτικό εκτόπισμα ούτε τον απόλυτο έλεγχο που είχε ο προκάτοχός του. Η εξουσία του ήταν κατακερματισμένη, γεγονός που δυσκόλεψε περαιτέρω τη συνεργασία. Οι εταίροι της Rosneft άρχισαν να αποχωρούν, ενώ η ίδια η εταιρεία είχε επενδύσει ως το 2017 περίπου 8 δισ. δολάρια, κυρίως μέσω δανείων προς την PDVSA που εξοφλούνταν με μελλοντικές παραδόσεις πετρελαίου.

Οι κοινωνικές αναταραχές και η οικονομική κατάρρευση της Βενεζουέλας μετέτρεψαν σταδιακά τη ρωσική επένδυση σε πολιτικό βαρίδι. Το Κρεμλίνο έστειλε ακόμη και μισθοφόρους της Ομάδας Βάγκνερ για να προστατεύσουν τον Μαδούρο, όμως το ρίσκο μεγάλωνε. Τελικά, το 2020, η Rosneft αποσύρθηκε επισήμως, πουλώντας τα περιουσιακά της στοιχεία σε κρατικό φορέα, σε μια κίνηση που ερμηνεύθηκε ως έμμεση παραδοχή αποτυχίας.

Σήμερα, σημειώνουν οι FT, η Βενεζουέλα έχει χάσει τη σημασία της για τη ρωσική στρατηγική στη Λατινική Αμερική. Οι περιφερειακές συμμαχίες των οποίων φιλοδοξούσε να ηγηθεί έχουν διαλυθεί, το καθεστώς είναι απομονωμένο και ο Μαδούρο εξαιρετικά αντιδημοφιλής. Παρότι η Ρωσία καταδίκασε λεκτικά την αμερικανική επέμβαση και ζήτησε την απελευθέρωσή του, ελάχιστοι πιστεύουν ότι θα προχωρήσει πέρα από δηλώσεις.

Χαρακτηριστικό του νέου κυνισμού της Μόσχας ήταν το σχόλιο του Ντμίτρι Μεντβέντεφ, ο οποίος παραδέχθηκε σχεδόν με θαυμασμό την «αποτελεσματικότητα» της επιχείρησης Τραμπ, σημειώνοντας ότι το κίνητρο ήταν ξεκάθαρα το πετρέλαιο. Κατά ειρωνικό αλλά όχι απρόσμενο τρόπο, η υπόθεση Μαδούρο χρησιμοποιήθηκε και ως επιχείρημα για να δικαιολογηθούν οι ρωσικές επεμβάσεις αλλού.

Η ρωσική περιπέτεια με το βενεζουελανικό πετρέλαιο, καταλήγουν οι FT, αποδεικνύεται τελικά μια ιστορία μεγάλων φιλοδοξιών, πολιτικής αυταπάτης και γεωπολιτικής υπερεπέκτασης. Και το τίμημα, όπως φαίνεται, δεν θα το πληρώσει μόνο η Βενεζουέλα.

Ακολουθήστε το Protagon στο Google News

Διαβάστε ακόμη...

Διαβάστε ακόμη...