Λουκάνικο στην καρμπονάρα; Γρήγορα την αστυνομία ζυμαρικών!
Λουκάνικο στην καρμπονάρα; Γρήγορα την αστυνομία ζυμαρικών!
Ο Ματέο Σαλβατόρι και ο Εμιλιάνο Σαντόρο είναι αυτόκλητοι «επιθεωρητές» της ιταλικής κουζίνας, βαθμολογώντας στο TikTok αυτοσχέδιες ιταλικές συνταγές από όλο τον κόσμο. Κατακεραυνώνουν χρήστες από την ανατολική Ευρώπη που μαγειρεύουν λουκάνικα, αυγά και γιαούρτι με πέννες και το αποκαλούν «καρμπονάρα»…
Οι δύο κωμικοί, που έχουν γίνει σταρ στα ιταλικά μέσα κοινωνικής δικτύωσης, ολοκληρώνουν την φρίκη που τους προκαλούν αυτές οι συνταγές με μια φράση που αποτελεί σήμα-κατατεθέν τους στο TikTok και στο YouTube: «Δεν εγκρίνεται»! Ετσι αφορίζουν τα ζυμαρικά που κόβονται στα δύο πριν την κατσαρόλα και οποιαδήποτε παραλλαγή στην παραδοσιακή συνταγή της πίτσας.
Με σχεδόν 30 εκατομμύρια ακολούθους, το δίδυμο, γνωστό ως «Lionfield» –μετάφραση της πόλης τους, Καμπολεόνε, νότια της Ρώμης, στα αγγλικά– σερβίρει γαστρονομικές επιπλήξεις με άφθονη ειρωνεία. Αλλά στην Ιταλία, η ανάκτηση της παγκοσμίως οικειοποιημένης γαστρονομικής κουλτούρας της δεν είναι αστείο – είναι αιτία πολέμου, όπως γράφει χαρακτηριστικά η Washington Post.
Μια σειρά από διαδικτυακούς… καραμπινιέρους μαγειρικής έχουν ενταχθεί σε μια γαστρονομική σταυροφορία με κυβερνητικούς αξιωματούχους και διάσημους σεφ για να σταματήσουν την ξένη διαστροφή της ιταλικής κουζίνα – μια εκστρατεία τόσο σοβαρή που η κυβέρνηση προτείνει έναν νέο νόμο που θα φυλακίζει τους εμπόρους παραποιημένης παρμεζάνας, ή μεταμφιεσμένης μοτσαρέλας, για έως και τέσσερα χρόνια.
Οι Ιταλοί εδώ και δεκαετίες παραπονιούνται για τα τέρατα τύπου Φρανκενστάιν που δημιουργούνται στο όνομα της τοπικής κουζίνας, όπως η… αηδιαστική πίτσα με ανανά. Αλλά στην πολυετή τους προσπάθεια να αναγνωριστεί ευρέως η «ιταλική κουζίνα» από την UNESCO –κάτι που επιτέλους επετεύχθη τον Δεκέμβριο– η μαγειρική τους υπερηφάνεια πυροδοτεί μια έντονη συζήτηση για την αυθεντικότητα του ιταλικού φαγητού και την πολιτικοποίηση της μαγειρικής.
Η ένταξη της ιταλικής κουζίνας στη λίστα της UNESCO έχει προκαλέσει και αντιδράσεις, που αναφέρονται στον «μύθο της υπεροχής» της – με βρετανούς κριτικούς εστιατορίων να κάνουν λόγο για «σκουπίδια», χλευάζοντας τους λάτρεις της ως κατόχους «ουρανίσκων κακομαθημένων νηπίων». Λίγοι αντιλαμβάνονται την ειρωνεία ότι αυτοί οι χαρακτηρισμοί εκστομίζονται από εκπροσώπους μιας χώρας που δεν διαθέτει καν εθνική κουζίνα…
Σε κάθε περίπτωση, ιταλοί αρθρογράφοι θεμάτων μαγειρικής αισθάνονται τέτοια οργή, που κάνουν λόγο για περιστατικό άξιο «διπλωματικού επεισοδίου». Οι αντιδράσεις δεν αποτελούν έκπληξη σε μια χώρα όπου, λίγα χρόνια μετά την ατιμωτική αποχώρηση της Domino’s, η κυβέρνηση της Τζόρτζια Μελόνι άρχισε να τροφοδοτεί με ενέσεις εθνικισμού την κουλτούρα του ιταλικού φαγητού.
Η Μελόνι χαιρέτησε την ένταξη της ιταλικής κουζίνας στην UNESCO φωταγωγώντας το Κολοσσαίο με τα χρώματα της ιταλικής σημαίας, και με ένα βιντεοσκοπημένο μήνυμα που κατέληγε στο «Ζήτω η ιταλική κουζίνα! Ζήτω η Ιταλία!». Στην ετήσια συγκέντρωση των δεξιών της δυνάμεων στη Ρώμη, η πρωθυπουργός διατυμπάνιζε ότι οι αριστεροί πολιτικοί της αντίπαλοι «τρίζουν τα δόντια τους» και «τρώνε διαρκώς κεμπάπ».
Ο Φραντσέσκο Λολομπρίτζιντα, υπουργός Γεωργίας της Ιταλίας, έχει επιβάλλει τις τρίχρωμες ετικέτες πάνω στα ιταλικά κρασιά και τον περασμένο Νοέμβριο ζήτησε επίσημη έρευνα από την ΕΕ μετά την ανακάλυψη ενός ιδιαίτερα ενοχλητικού βάζου κονσέρβας με καρμπονάρα προς πώληση σε μια αγορά τροφίμων εντός του κτιρίου του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου στις Βρυξέλλες.
Το φαγητό είναι μια τεράστια επιχείρηση στην Ιταλία, αξίας 700 δισ. ευρώ ετησίως. Εξοργισμένοι από την άνοδο της ρωσικής παρμεζάνας και του κινεζικού πεκορίνο, οι ιταλοί νομοθέτες αναμένεται να ψηφίσουν σύντομα ένα νέο νόμο, που διπλασιάζει τη μέγιστη ποινή φυλάκισης σε τέσσερα χρόνια από δύο για ψευδή δήλωση της χώρας προέλευσης των τροφίμων που πωλούνται στην Ιταλία – και υπερδιπλασιάζει τα πρόστιμα, στα 50.000 ευρώ.
Ο καθηγητής ιστορίας τροφίμων, Αλμπέρτο Γκράντι θεωρεί την έκφραση της υπερηφάνειας για το ιταλικό φαγητό ως βαθιά ανησυχητική, έως και άδικη. Θεωρεί ότι η ιταλική κουζίνα είναι μια μορφή μύθου, καθώς δημιουργήθηκε κυρίως από ιταλούς μετανάστες στο εξωτερικό, καθώς και από ξένες επιρροές, όπως το μπέικον και τα αυγά σε σκόνη που έφεραν στην Ιταλία αμερικανοί στρατιώτες στον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο – δίνοντας την ιδέα για την καρμπονάρα.
Παράλληλα αναφέρει στην Washington Post ότι η πίτσα πριν τον πόλεμο ήταν σε μεγάλο βαθμό «σκόρδο και χοιρινό λίπος πάνω σε ψωμί» που πωλούνταν στους δρόμους της Νάπολης. Επισημαίνει ότι οι πιτσαρίες ξεπήδησαν στην Ιταλία με την οικονομική άνθηση των δεκαετιών του 1950 και 1960 – πολύ μετά την καθιέρωσή τους στις ΗΠΑ. Οι απόψεις του προκαλούν απειλές εναντίον του, και χαρακτηρισμούς όπως «αποστάτης του τιραμισού» και «προδότης της τρατορίας»!
Είτε πρόκειται για αναθεωρητισμό είτε όχι, οι Ιταλοί συσπειρώνονται για να υπερασπιστούν την κουζίνα τους. Σύμφωνα με την Washington Post, oι υποστηρικτές της «καθαροφαγίας» σπεύδουν να επισημάνουν ότι πιάτα όπως η παρμεζάνα με μοσχάρι, το σκορδόψωμο, η σάλτσα Alfredo, και τα σπαγγέτι με κεφτεδάκια, είναι πικάντικα βορειοαμερικανικά πιάτα που εφευρέθηκαν από ιταλούς μετανάστες – και δεν βρίσκονται στο μενού κανενός ευυπόληπτου εστιατορίου στην Ιταλία.
Οι διασημότερες συνταγές ιταλικών πιάτων στον κόσμο, είναι ουσιαστικά ιταλοαμερικανικές, φτιαγμένες από ιταλούς μετανάστες στις ΗΠΑ, όπως αναφέρουν βραβευμένοι σεφ. Η γνήσια ιταλική μαγειρική παράδοση είναι σχετικά σύγχρονη και επί της ουσίας βασίζεται στη σωστή επιλογή των υλικών, που μεταμορφώνει το φαγητό σε ευδαιμονία, ξεπερνώντας την απλή εύγευστη τροφή, όπως αποκαλύπτουν στην Washington Post.
Το μεγαλύτερο κοινό των Σαντόρο και Σαλβατόρι βρίσκεται, προφανώς, εκτός Ιταλίας – και δεν ασχολείται με τέτοιου είδους γαστρονομικές φιλοσοφίες. Καταβροχθίζουν όλα όσα τους πλασάρουν οι δύο «φρουροί» της ιταλικής μαγειρικής, απολαμβάνοντας την οργή με την οποία το δίδυμο κατακεραυνώνει όσους διαφοροποιούνται από τις νόρμες της. Και η φήμη της σύγχρονης ιταλικής κουζίνας συνεχίζει να απλώνεται παντού.
Ακολουθήστε το Protagon στο Google News
