756
| CreativeProtagon/Shutterstock

Το ψωμί και το ψωμάκι

Δημήτρης Ευθυμάκης Δημήτρης Ευθυμάκης 29 Οκτωβρίου 2021, 21:22
|CreativeProtagon/Shutterstock

Το ψωμί και το ψωμάκι

Δημήτρης Ευθυμάκης Δημήτρης Ευθυμάκης 29 Οκτωβρίου 2021, 21:22

«Αίσχος, ακρίβυνε το ψωμί, το φαΐ του φτωχού» φωνάζει η τηλεόραση. «Δεν βγαίνω, μάνα μου» απαντά ο φούρναρης, με το αλευρωμένο του πρόσωπο να γεμίζει την οθόνη. «Διπλασιάστηκε η τιμή στα άλευρα, τριπλασιάστηκε στο ρεύμα, τι να κάνω κι εγώ; Αν δεν κάνω αύξηση, θα τον κλείσω τον φούρνο. Κι έπειτα, τι μετακυλύω στον πελάτη; Μόνο ένα 20% του επιπλέον κόστους μου, ίσα-ίσα για να επιβιώσω».

Οπότε εγώ που κάθε μέρα περνώ από την «καφέ-αρτοποιία-ζαχαροπλαστική» της πλατείας και παίρνω ένα καρβελάκι, τρομοκρατούμαι απ’ τις κραυγές και αποφασίζω να ασχοληθώ με το θέμα «ψωμί». Στο κάτω-κάτω φτωχός είμαι κι εγώ, δεν είμαι κανένας Τζεφ Μπέζος. Μήπως χωρίς να το πολυπαίρνω χαμπάρι, επιβαρύνομαι υπέρ το δέον; Μήπως με δουλεύει ο φούρναρης με τα ψιλούδια που μου τσιμπάει καθημερινά δίχως να τους δίνω σημασία; Διότι από κάτι τέτοιες αδιόρατες καθημερινές αυξήσεις αδειάζει ξαφνικά η τσέπη μου και στις 20 του μήνα ψάχνω για κάνα ξεχασμένο πεντάευρο στις τσέπες των πανωφοριών μου στην ντουλάπα.

Αλλά τι ματιά να ρίξω και σε ποιο ψωμί; Που φτάνω στον πάγκο και βλέπω στις προθήκες πίσω του σωριασμένα τριάντα διαφορετικά είδη. Λεπτούλικα σαν μινιατούρες και ογκώδη σαν φάλαινες, κοντόχοντρα σαν αρσιβαρίστες και μακρόστενα σαν στέκες μπιλιάρδου, συμπαγή, στρογγυλά σαν παραγεμισμένες πρωτοχρονιάτικες πίτες και χαριτωμένες κουλούρες με τρύπιες τις μεσούλες τους. Αλλα είναι σπυριάρικα από τα σουσάμια σαν το μούτρο δεκαπεντάρη μαντράχαλου κι άλλα είναι λεία σαν μάγουλα μωρού. Κάποια ξαπλώνουν κακοχυμένα σαν πατάτες σε πάγκο λαϊκής και κάποια τανύζονται αλφαδιασμένα σαν να βγήκαν από τόρνο ακριβείας. Τι διάολο να διαλέξω;

Τα παρατηρώ με επιμονή εντομολόγου. Αλλα είναι άσπρα σαν Σουηδοί που πρωτοέρχονται για διακοπές κι άλλα κατάμαυρα σαν Καμερουνέζοι που πλέκουν πολύχρωμα κορδονάκια για τον καρπό στις παραλίες. Αλλα είναι καφε-πορτοκαλιά σαν τους σκελετούς των γυαλιών του παππού μου, άλλα κιτρινωπά σαν να έχουν ίκτερο. Υπάρχουν υπόλευκα σαν την επιδερμίδα της Κυρίας με τας Καμελίας και υπόμαυρα σαν τα κακάδια που είχαμε ως παιδιά στα γρατζουνισμένα μας γόνατα. Βλέπω κομμένα καρβέλια με υποψία ρίγας στο ψαχνό τους και χοντροψημένες γκουμούτσες, χαραγμένες σταυρωτά στη σκληρή τους επιφάνεια. Ο εντομολόγος σηκώνει τα χέρια ψηλά.

Κοιτάζω τις ταμπέλες κάτω απ’ τις ντάνες τους. Βλέπω άσπρο, μαύρο, καλαμποκίσιο, σταρένιο, κριθαρένιο, ζεένιο, μισοκαλαμποκίσιο, μισοσταρένιο, μισοκριθαρένιο. Υπάρχει μυκονιάτικο, μανιάτικο, ανδριώτικο, κρητικό, μετσοβίτικο, γιαννιώτικο, ηπειρώτικο, θρακιώτικο, θηβαίικο, ζακυνθινό. Υπάρχει πολύσπορο και μονόσπορο. Ελιόψωμο, σταφιδόψωμο, τυρόψωμο. Εχει της μαμάς, της μάνας, της θείας, της θειάς, της γιαγιάς, του παππού, της γειτόνισσας, της μπατζανάκενας. Εχει ορεινό, πεδινό, ημιορεινό, από τις πλαγιές, από τις λίμνες, από τις λιμνοθάλασσες. Αδύνατο να προσανατολιστώ.

Εχει με προζύμι και χωρίς προζύμι. Με μαγιά και δίχως μαγιά. (Ανάθεμα στους αγρότες προγόνους μου που ποτέ δεν μου μάθανε τη διαφορά της μαγιάς απ’ το προζύμι). Εχει διπλοφουρνιστό και απλοφουρνιστό. Μαλακό, ημίσκληρο και σκληρό. Καλοψημένο και al dente. Χειροποίητο και της μηχανής. Από κατεψυγμένη ζύμη κι από ζωντανό ζυμάρι. Ολικής άλεσης, μερικής άλεσης, καθόλου άλεσης. Σικάλεως και βιολογικό. Eχει τη σπεσιαλιτέ του συγκεκριμένου φούρνου και τα κλασικά που υπάρχουν σε κάθε φούρνο. Εχει το πολυτελείας, που είναι ψηλά στο ράφι, για να φαίνεται και το λαϊκό που είναι ντανιασμένο και στο ύψος του χεριού του πωλητή για ευκολία. Ζαλίζεται το μάτι μου.

Κοιτάζω τις τιμές. Εδώ θα τον τσακώσω τον κερδοσκόπο. Το απλό χωριάτικο κάνει 0,75 το κιλό, το χωριάτικο με μαγιά 0,90 τα 750 γραμμάρια. Το καλαμποκένιο 1,20 και το σταρένιο 1,10, εκτός αν είναι με προζύμι, οπότε πάει 1,30. Της μάνας κάνει 2,40 το κιλό, αλλά το καρβέλι του είναι τρίκιλο, οπότε κόβεις κατά βούληση και πληρώνεις αναλόγως. Το μανιάτικο βγαίνει και σε μισόκιλο, άρα 0,60 το κομμάτι, αλλά αν θες γιαννιώτικο, θα πληρώσεις 1 ευρώ τα 700 γραμμάρια. Το ορεινό πάει 2 το κιλό, πλην μπορείς να κόψεις μισό και να σου έρθει φθηνότερα. Το πολύσπορο είναι στα 2,10 το κιλό, το βιολογικό στα 3,10 τα 600 γραμμάρια. Η τιμή δεν αλλάζει αν το ίδιο είδος είναι με ή χωρίς σουσάμι, εκτός αν είναι ζέας, που εκεί το σουσαμένιο χρεώνεται 0,30 παραπάνω. Το μυαλό μου γίνεται άλευρο διαλυμένο σε ζεστό νερό, ήτοι χυλός.

Θα πείτε, «ποικιλία, ρε, ευμάρεια. Τι ήθελες δηλαδή; Μόνο μπομπότα (το original καλαμποκίσιο είναι αυτό) στο ράφι, για να λέμε ότι είμαστε όλοι ίσοι και να ξέρουμε με ακρίβεια τις αυξομειώσεις στην τιμή της;». Συμφωνώ, ευμάρεια. Εξάλλου η πωλήτρια απέναντί μου με βεβαιώνει ότι σε αντίθεση με τα άλλα μαγαζιά, «ειδικά η δική τους επιχείρηση» απορρόφησε τις αυξήσεις των πρώτων υλών, οπότε οι τιμές τους δεν έχουν αλλάξει. «Κοιτάξτε και μόνος σας» μου λέει, δείχνοντάς μου περήφανη τις δεκάδες ταμπέλες πίσω της. Τις κοιτάζω εγώ με μια βαριά ζαλάδα να με κατατρύχει, τι άλλο να κάνω; Εξάλλου γι’ αυτό δεν βγήκα σήμερα;

Ακολουθήστε το Protagon στο Google News