869
|

Φίλιππος Τσίτος: “Άδικος Κόσμος”

Avatar Βένα Γεωργακοπούλου 2 Φεβρουαρίου 2012, 06:38

Φίλιππος Τσίτος: “Άδικος Κόσμος”

Avatar Βένα Γεωργακοπούλου 2 Φεβρουαρίου 2012, 06:38

Ο αστυνομικός προανακριτής Σωτήρης κάθεται βαριεστημένα στο γραφείο του και εκσφενδονίζει έναν έναν τους φακέλους πίσω του, στα πάνω ράφια της βιβλιοθήκης. Πρεζόνια, πουτάνες, απατεώνες και όλων των ειδών οι απόκληροι της κοινωνίας, παίρνουν άναυδοι μια δεύτερη ευκαιρία.   
                      
Τι σόι λευκή απεργία είναι αυτή, που κάνει ο Καφετζόπουλος στον «Άδικο κόσμο»; «Οι λευκές απεργίες δημοσίων υπαλλήλων στην Ελλάδα καταλήγουν να έχουν ως θύματα τους απλούς ανθρώπους, τους ίδιους που πληρώνουν και την κρίση», λέει ο Φίλιππος Τσίτος. «Ο δικός μου ήρωας θέλει να κάνει το καλό, να ξαναπάρει πίσω την χαμένη του ζωή, να ξαναβρεί την αυτοεκτίμησή του. Δεν αντιστέκεται στην κοινωνία και το σύστημα, αλλά στον ίδιο του τον εαυτό. Αυτόν θέλει να αλλάξει». 
                      
Τέτοια ακριβώς μετρημένα λόγια περίμενα από ένα από τα μεγαλύτερα κινηματογραφικά ταλέντα της νέας γενιάς, που όσο ανεβαίνουν οι διεθνείς μετοχές του, τόσο χαμηλώνει τους τόνους. Δεν είναι τυχαίο που ενώ ο «Άδικος κόσμος» πηγαίνει από φεστιβάλ σε φεστιβάλ (Τεργέστη, Ρότερνταμ, Γκέτεμποργκ) χάρη στην εντυπωσιακή επικράτησή του τον Σεπτέμβριο στο Σαν Σεμπαστιάν (βραβεία σκηνοθεσίας και ανδρικού ρόλου από τα χεράκια της Φράνσις  Μακντόρμαντ), ο ίδιος γυρίζει στο Βερολίνο μια ακόμα αστυνομική τηλεταινία για την ZDF –δεκατέσσερις σειρές έχει υπογράψει για την γερμανική τηλεόραση. «Βγάζω τα σπασμένα της ταινίας. Έχω και μια κόρη να θρέψω», λέει και γελάει.
                  
Ο «Άδικος κόσμος», όπου κι αν παίχτηκε, είχε απίστευτη ανταπόκριση. Την έζησα κι εγώ σε μια κατάμεστη αίθουσα του φεστιβάλ Θεσσαλονίκης. Κανείς δεν σηκώθηκε βιαστικά από τη θέση του. Κανένα πρόσωπο δεν ήταν ασυγκίνητο. Οι εύκολες αισθητικές συγκρίσεις (με το στόμα ανοιχτό από την έκπληξη) παρέπεμπαν στον Καουρισμάκι και τον Μάϊκ Λι. «Ε, καλύτερα να σε συγκρίνουν με τους καλούς, παρά με τους κακούς. Ποτέ δεν έκρυψα ποιοί με έχουν επηρεάσει, αλλά τρεις ταινίες έχω κάνει όλες κι όλες. Πού θα μού πάει, θα τις ξεφορτωθώ τις επιρροές. Όμως, επιμένω ότι ο «Άδικος κόσμος» είμαι εγώ 100%, περισσότερο από κάθε άλλη φορά».
                 
Τι κρίμα αν δεν έχετε παρακολουθήσει την πορεία του –υπάρχουν, πάντως και τά DVD. Και τι πορεία. Το 2001, στα 34 του χρόνια, ο λατρεμένος μικρομηκάς της Δράμας, με σπουδές στην Γερμανική Ακαδημία Κινηματογράφου και Τηλεόρασης του Βερολίνου, άνοιγε (!) την Μπερλινάλε με το “My sweet home”, τη μία  και μοναδική  γερμανική ταινία εκείνης της χρονιάς. Μια διονυσιακή, σουρεαλιστική, πολιτική  κωμωδία για όλες τις ράτσες του κόσμου, που προσπαθούν να κάνουν το Βερολίνο πατρίδα τους και τα σπάνε σε ένα μπαρ πριν παραδεχτούν ότι απέτυχαν και θέλουν να γυρίσουν σπιτάκι τους. 
                     
Ακολούθησε το 2009 η πολυβραβευμένη στο εξωτερικό και πολυσυζητημένη «Ακαδημία Πλάτωνος» (70 χιλιάδες εισιτήρια εδώ, άλλα τόσα στην Γερμανία), αρχή της ευτυχούς συνεργασίας του με τον Καφετζόπουλο. Έξοχος ελληναράς υποβαθμισμένης αθηναϊκής συνοικίας, ξύνεται με τα πόδια απλωμένα στον ήλιο, βλέποντας τους μετανάστες να κατακτούν τον χώρο του κα τη μαμά του να τού παρουσιάζει έναν αλβανό για αδελφάκι. 
              
Πιασάρικα θέματα και τα δύο, το παραδέχεται και ο Φίλιππος, από αυτά που οι Ευρωπαίοι μπορούν πιο εύκολα να χειροκρότησουν και διανείμουν. Ο «Άδικος κόσμος», η πιο σίγουρη, προσωπική και ολοκληρωμένη ταινία του, γυρίστηκε, όμως, δύσκολα. «Ποιος ξένος παραγωγός θα εκτιμούσε με την πρώτη ένα αστυνομικοειδές στόρι, ασαφές και υπαινικτικό, που παίζει ελεύθερα με τις ταινίες genre;», λέει. Συνέπεσε, όμως, η προβολή της ταινίας με την κρίση στην Ελλάδα και άρχισε να δέχεται βροχή τις δημοσιογραφικές ερωτήσεις: «μήπως ο καλός μπάτσος, που επαναστατεί και παίρνει το δίκιο στα χέρια του, φτάνοντας άθελά του στο έγκλημα, είναι μια αλληγορία για την χώρα σας;».
                
«Τα έχαναν όταν άκουγαν ότι το σενάριο άρχισε να γράφεται το 2003. Αν σώνει και καλά θέλετε μια σύνδεση της ταινίας με την κρίση είναι η αίσθηση του Σωτήρη ότι πρέπει να πράξει, να πάρει τις ευθύνες του απέναντι στον άδικο κόσμο. Δεν γκρινιάζει, δεν του φταίνε οι άλλοι, οι κακοί πολιτικοί, η κακή τηλεόραση, όπως κάνουμε πάντα οι Έλληνες. Αφυπνίζεται, αλλάζει. Γιατί η κρίση δεν ξέσπασε σήμερα και ερήμην μας. Γεννιόταν σιγά-σιγά τις προηγούμενες δεκαετίες και είναι κρίση αξιών, ηθικής, πολιτισμού».
               
Γι’ αυτό και ο Φίλιππας αποφάσισε το 1991, παρά το πτυχίο της ΑΣΟΕΕ, να φύγει, να σπουδάσει σινεμά στο Βερολίνο, το «πιο hot μέρος της Ευρώπης, μετά την πτώση του τείχους». «Ένοιωθα ότι εδώ λίμναζα, ότι δεν είχα προοπτικές να σχεδιάσω τη ζωή μου. Όλα τα δεινά μας προέρχονται από τη δεκαετία του ’80, τότε που μας αποκοίμιζε η φαντασίωση μιας επερχόμενης οικονομικής ευμάρειας. Πάντα τα χρήματα. Αλλά για μένα δεν είναι οικονομικό το πρόβλημα της Ελλάδας. Είναι η αδυναμία μας να υπερβούμε τον εαυτό μας, να αλλάξουμε νοοτροπία. Αλλιώς η σημερινή κρίση θα είναι ένα χαμένο στοίχημα».        

Είμαστε, δηλαδή, κάτι σαν τη Δώρα (επιτέλους, ένας κινηματογραφικός ρόλος για τη Θεοδώρα Τζήμου, που δεν ποντάρει στον αισθησιασμό και τα μακριά της πόδια). Είναι η άδικη της ταινίας, που πατάει επί πτωμάτων για να επιβιώσει. «Θα ήταν επιφανειακό να πούμε ότι φταίει η φτώχειά της», λέει ο Τσίτος. «Ο Σωτήρης αδυνατεί να καταλάβει τον τρόπο ζωής της, της ζητά να υπερβεί τον χαρακτήρα της, να δεχτεί τον έρωτά του, να αρπάξει την ευκαιρία της ευτυχίας». Κι αυτή; Να μην τα πούμε και όλα. Άλλωστε το τέλος του «Αδίκου κόσμου» είναι ανοιχτό. Μέσα κι έξω από τις αίθουσες.

*Η ταινία βγαίνει την Πέμπτη 2 Φεβρουαρίου. Δείτε εδώ το τρέιλερ της ταινίας.
 

Ακολουθήστε το Protagon στο Google News