841
Το είδωλο του ενός αντανακλάται στο πλεξιγκλάς του άλλου, κατά τη διάρκεια του δεύτερου debate. Πώς όμως θα «αντανακλά» ο καθένας στα Ελληνοτουρκικά; | REUTERS/Mike Segar/CreativeProtagon

Μπάιντεν ή Τραμπ; Ποιος συμφέρει στην Ελλάδα

Νίκος Μαρτίνος Νίκος Μαρτίνος 3 Νοεμβρίου 2020, 07:25
Το είδωλο του ενός αντανακλάται στο πλεξιγκλάς του άλλου, κατά τη διάρκεια του δεύτερου debate. Πώς όμως θα «αντανακλά» ο καθένας στα Ελληνοτουρκικά;
|REUTERS/Mike Segar/CreativeProtagon

Μπάιντεν ή Τραμπ; Ποιος συμφέρει στην Ελλάδα

Νίκος Μαρτίνος Νίκος Μαρτίνος 3 Νοεμβρίου 2020, 07:25

Το ερώτημα του τίτλου υποδηλώνει, βέβαια, την υψηλή αξία των ΗΠΑ στην παγκόσμια σκακιέρα, ωστόσο στην τρέχουσα συγκυρία είναι πραγματικά πιο επιτακτικό από ποτέ, καθώς η αποψινή εκλογική αναμέτρηση ίσως έχει παράπλευρες επιπτώσεις και στα Ελληνοτουρκικά. Οι περισσότεροι αναλυτές συμφωνούν, ως αυτή τη στιγμή τουλάχιστον, ότι ο Τζο Μπάιντεν αποκλείεται να τηρήσει στάση περισσότερο φιλοτουρκική από εκείνη που κρατά επί μια τετραετία ο Ντόναλντ Τραμπ.

Πέρα από τις… «χαριτωμενιές» περί «Τζο Μπαϊντενόπουλος» (έτσι είχε συστηθεί κάνοντας χιούμορ σε έναν φίλο του στο Οχάιο), ο υποψήφιος Πρόεδρος των Δημοκρατικών έχει δείξει αντανακλαστικά αντίδρασης σε όλες τις τουρκικές προκλήσεις των τελευταίων μηνών, δίχως να κρατά στάση ίσων αποστάσεων από Αθήνα και Άγκυρα.

Οι ελληνοτουρκικές σχέσεις θα επηρεαστούν σε περίπτωση ανάδειξης του Μπάιντεν και εμμέσως. Το Δημοκρατικό κατεστημένο, όπως και το Στέιτ Ντιπάρτμεντ, είναι σταθερά προσανατολισμένο σε μια πολιτική ενίσχυσης και όχι απίσχνασης του ΝΑΤΟ, όπως πράττει ο νυν πρόεδρος των ΗΠΑ. Μια ελάχιστα εποικοδομητική στάση εντός ΝΑΤΟ, όπως αυτή που τηρεί η Άγκυρα μέσα στους κόλπους της Συμμαχίας, είναι απίθανο να γίνει ανεκτή από την Ουάσινγκτον. Αυτή τη στιγμή, η αμερικανική μόνιμη αντιπροσωπεία στο ΝΑΤΟ τηρεί μια στάση απαθούς αποστασιοποίησης από τις τουρκικές προκλήσεις, κάτι που αντανακλάται και στην κορυφή της, στην Κέι Μπέιλι Χάτσισον, μια 77χρονη πρώην συγκλητικό από το Τέξας που σπάνια δραστηριοποιήθηκε έξω από την πολιτεία του «Μοναχικού Αστεριού».

Ο Μπάιντεν, μέσω συνεργατών και ανθρώπων του κύκλου του, έχει επίσης ταχθεί εμμέσως πλην σαφώς υπέρ της ενεργοποίησης των κυρώσεων κατά της Τουρκίας, σε περίπτωση που αυτή δεν αποδεχθεί μια διαχείριση του αντιαεροπορικού πυραυλικού συστήματος S-400 τέτοια που δεν θα το καθιστά λειτουργικό. Θα απαιτήσει, δηλαδή, μια σαφή υπαναχώρηση του Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν από την ανοιχτά προκλητική στάση που τηρεί σήμερα, φθάνοντας στο σημείο να δοκιμάσει δημόσια τους S-400 στη Μαύρη Θάλασσα, ώστε να διαλυθεί και η τελευταία αμφιβολία για τις προθέσεις του. Σε αυτό το πλαίσιο δεν θα πρέπει να αποκλείεται και η υλοποίηση μιας ριζοσπαστικής, αλλά κυοφορούμενης εδώ και καιρό, απόφασης, για μεταφορά της βάσης του Ιντσιρλίκ σε άλλες περιοχές. Σίγουρα, από μια τέτοια μετακίνηση θα επωφεληθεί και η Ελλάδα.

Ο Μπάιντεν θα οδηγήσει τις ΗΠΑ ξανά πιο κοντά στον άξονα συνεργασίας με την ΕΕ. Μάλιστα, σε περίπτωση πολιτικής κρίσης στη Γερμανία, έως ότου αναδειχθεί νέος ηγέτης του CDU, γίνουν εκλογές, συγκροτηθεί κυβέρνηση, μια «φυσιολογική» κυβέρνηση στην Ουάσιγκτον θα είναι ποικιλοτρόπως βοηθητική και για την Ευρώπη, η οποία έχει διανύσει τέσσερα χρόνια τριβών με τον Ντόναλντ Τραμπ. Μια Ευρώπη συντονισμένη καλύτερα με την άλλη πλευρά του Ατλαντικού, είναι και μια Ευρώπη με πολύ μεγαλύτερη αυτοπεποίθηση έναντι ηγετών όπως ο Ερντογάν, ο οποίος έχει αψηφήσει ανοιχτά κάθε «κόκκινη γραμμή» των Βρυξελλών, του Βερολίνου, του Παρισιού.

Μια κυβέρνηση με πρόεδρο τον Τζο Μπάιντεν, αντιπρόεδρο την Κάμαλα Χάρις και ένα υπουργικό συμβούλιο που θα είναι ξεκάθαρα επηρεασμένο από τον Μπαράκ Ομπάμα και το φερώνυμο Ινστιτούτο είναι, επίσης, απολύτως δεδομένο ότι θα ασκήσει πιέσεις προς τον Ερντογάν για τις παραβιάσεις βασικών ελευθεριών, όπως αυτή του Τύπου και της ελεύθερης έκφρασης. Αυτά, δηλαδή, τα χαρακτηριστικά, που προσέλκυαν τον Ντόναλντ Τραμπ τόσο πολύ, ώστε να φθάσει να παραδεχθεί ότι του αρέσουν οι «σκληροί» ηγέτες, όπως ο Ερντογάν, ο Κιμ Γιονγκ Ουν και άλλοι παρόμοιοι.

Στην αντίθετη περίπτωση, επανεκλογής του Τραμπ, οι πιέσεις για «σκληρότερη» στάση έναντι της Τουρκίας, μεταξύ άλλων και λόγω της επιθετικότητάς της στην Ανατολική Μεσόγειο θα συνεχιστούν, ιδιαίτερα από το διπλωματικό κατεστημένο της Ουάσινγκτον, ωστόσο λίγα πράγματα αναμένεται να διαφοροποιηθούν.

Ο βαθμός της εξάρτησης του Τραμπ από τον Ερντογάν φάνηκε ανάγλυφα και στην πρόσφατη υπόθεση της κρατικής τουρκικής Halk Bank. Μέσω της τράπεζας αυτής, διοχετεύονταν δισεκατομμύρια δολάρια χρυσού και ρευστού προς το Ιράν, κατά παράβαση των αμερικανικών κυρώσεων κατά της χώρας. Οπως αποκάλυψαν οι New York Times, ο υπουργός Δικαιοσύνης Ουίλιαμ Μπαρ (μια «σκοτεινή» μορφή) επιχείρησε να πείσει τον ομοσπονδιακό εισαγγελέα της Μασαχουσέτης, Τζέφρι Μπέρμαν, να τιμωρήσει τη Halk με ένα μικρό πρόστιμο και να μην προχωρήσει σε βαθύτερες έρευνες για τις δραστηριότητες της τράπεζας. Στο ρεπορτάζ περιγράφονται σε βάθος οι σχέσεις ανάμεσα στη Halk και το υπουργικό συμβούλιο του Ερντογάν, αλλά και η προσπάθεια του Τραμπ να κρατήσει τις έρευνες μακριά.

Είναι, λοιπόν, δύσκολο να φανταστεί κάποιος πως ο Τραμπ θα αλλάξει δραματικά τη φιλοτουρκική στάση της κυβέρνησής του. Υπενθυμίζεται ότι ήταν αυτός που έδωσε εντολή για αποχώρηση των αμερικανών πεζοναυτών από τη Ροζάβα, το Συριακό Κουρδιστάν, ανάβοντας το «πράσινο φως» για την τρίτη κατά σειρά τουρκική εισβολή στη χώρα, ουσιαστικά «κλείνοντας το μάτι» στον Ερντογάν. Εν συντομία, πέρα από την επαμφοτερίζουσα στάση του στα Ελληνοτουρκικά, ο Τραμπ διευκολύνει, αν δεν βοηθάει, τον Ερντογάν σε όλους τους περιφερειακούς στόχους του.

Εν κατακλείδι, η Ελλάδα ευνοείται από μια Αμερική περισσότερο ανοιχτή στον κόσμο, περισσότερο παρεμβατική, με μια στάση αρχών, έστω και ορισμένες φορές γλυκανάλατη και ρομαντική, όπως εκείνη που προωθούσε ο Ομπάμα. Σε αντίθεση με τη «Μεγάλη Αμερική» του Τραμπ, η οποία παρουσιάζει τάσεις απομονωτισμού και είναι έτοιμη να μπει σε συναλλαγή με ηγέτες όπως ο Ερντογάν, αλλά και οποιονδήποτε έχει κάτι να προσφέρει ώστε να «γίνεται παιχνίδι». Συμφέροντα υπάρχουν και δεν θα πάψουν ποτέ. Πιθανότατα μια κυβέρνηση Μπάιντεν θα χρησιμοποιήσει τακτική πραγματικού «μαστίγιου και καρότου» έναντι του Ερντογάν, ευελπιστώντας ότι ο επόμενος… ένοικος στο Ακ Σαράι, θα είναι περισσότερο συνεννοήσιμος.