Πώς το BBC παγιδεύτηκε με το «πειραγμένο» βίντεο του Τραμπ
Πώς το BBC παγιδεύτηκε με το «πειραγμένο» βίντεο του Τραμπ
Η δραματική παραίτηση της Ντέμπορα Τέρνες, επικεφαλής του ειδησεογραφικού τομέα του BBC, και του Τιμ Ντέιβι, γενικού διευθυντή του οργανισμού, συγκλόνισαν τη βρετανική κοινή γνώμη και προκάλεσαν έντονες συζητήσεις για πολιτική παρέμβαση στο εσωτερικό του οργανισμού. Οπως αποκαλύπτει ο Guardian, τα γεγονότα ξεκίνησαν πριν από λίγες εβδομάδες, όταν η Τέρνες κλήθηκε σε μια συνάντηση με το διοικητικό συμβούλιο του BBC· μια συνάντηση που φαινόταν αρχικά υπόθεση ρουτίνας, αλλά εξελίχθηκε σε μια σφοδρή αντιπαράθεση.
Η αφορμή ήταν μια επιστολή και ένα υπόμνημα 8.000 λέξεων που είχε στείλει ο Μάικλ Πρέσκοτ, πρώην σύμβουλος της Επιτροπής Συντακτικών Κατευθυντήριων Γραμμών του BBC. Στα έγγραφα αυτά κατηγορούσε το δίκτυο για συστημική μεροληψία, υποστηρίζοντας ότι οι ειδήσεις του παρουσιάζουν φιλελεύθερη προκατάληψη. Το διοικητικό συμβούλιο, υπό τον πρόεδρό του, Σαμίρ Σαχ, αποφάσισε να συζητήσει τις καταγγελίες.
Κατά τη διάρκεια της συνεδρίασης, η Τέρνες φέρεται να «βρέθηκε στο εδώλιο» για πάνω από μία ώρα, καθώς τα μέλη του συμβουλίου της ζητούσαν εξηγήσεις. Ο Πρέσκοτ, πρώην πολιτικός συντάκτης των Sunday Times του Ρούπερτ Μέρντοκ, είχε κατηγορήσει το πρόγραμμα Panorama ότι μοντάρισε δύο αποσπάσματα ομιλίας του Ντόναλντ Τραμπ χωρίς να ενημερώσει το κοινό, ενώ έκανε και αναφορές στην κάλυψη θεμάτων όπως η Γάζα και τα δικαιώματα των διεμφυλικών ατόμων.
Σύμφωνα με πηγές του Guardian, ο βασικός άνθρωπος που «οδήγησε την επίθεση» ήταν ο Ρόμπι Γκιμπ, πρώην διευθυντής επικοινωνίας της Τερέζα Μέι και ιδρυτικό στέλεχος του δεξιού καναλιού GB News. Ο Γκιμπ, μέλος του διοικητικού συμβουλίου από το 2020, έχει κατηγορηθεί στο παρελθόν ότι παρεμβαίνει σε ρεπορτάζ τα οποία θεωρεί «πολύ αριστερά» ή «πολιτικά ορθά». Σύμφωνα με έναν εργαζόμενο του BBC, «ας μην υπάρχει αμφιβολία, αυτό ήταν ένα πραξικόπημα».
Μετά τη δημοσίευση της επιστολής του Πρέσκοτ στην Telegraph, η πίεση αυξήθηκε. Στη δεύτερη συνεδρίαση του συμβουλίου, τα μέλη διαπληκτίστηκαν για το πώς θα αντιδράσουν δημοσίως. Επειδή το συμβούλιο δεν διαθέτει επαρκή δημοσιογραφική εμπειρία, η άποψη του Γκιμπ κυριάρχησε. Μερικά μέλη τον υποστήριξαν, ενώ άλλα ένιωθαν ότι δεν ήταν αρμόδια να παρέμβουν. Ενα μέλος που ήταν υπέρ της Τέρνες έλειπε, γεγονός που την άφησε χωρίς ισχυρούς συμμάχους. Μετά τη συνάντηση, η ίδια συνειδητοποίησε ότι είχε χάσει την εμπιστοσύνη του συμβουλίου και αποφάσισε να παραιτηθεί.
Η παραίτησή της, γράφει ο Guardian, προκάλεσε σοκ και αγανάκτηση στο εσωτερικό του οργανισμού. Πολλοί εργαζόμενοι θεωρούν ότι το περιστατικό αποτελεί κορύφωση μιας ευρύτερης πολιτικής προσπάθειας να μετατοπιστεί το BBC προς τα δεξιά. «Οποιος πιστεύει ότι όλα έγιναν για ένα βίντεο του Τραμπ, δεν καταλαβαίνει το πραγματικό παιχνίδι», είπε ένα στέλεχος.

Αν και αναγνωρίζεται ότι έγιναν λάθη στο μοντάζ της ομιλίας του Τραμπ, κάτι που μάλιστα ο ίδιος αξιοποίησε, απειλώντας με αγωγή ύψους 1 δισ. δολαρίων, πολλοί βλέπουν τις εξελίξεις μέσα σε ένα πολιτικό πλαίσιο που ξεκινά από την εποχή του Μπόρις Τζόνσον. Σύμφωνα με αυτή την άποψη, η κυβέρνηση Τζόνσον επιδίωξε να αναμορφώσει τους δημόσιους θεσμούς, συμπεριλαμβανομένου του BBC, τους οποίους θεωρούσε υπερβολικά «φιλελεύθερους».
Ο Γκιμπ τοποθετήθηκε στο διοικητικό συμβούλιο από τον ίδιο τον Τζόνσον, ενώ φαίνεται ότι προώθησε και τον Πρέσκοτ στη θέση του συμβούλου της Επιτροπής Κατευθυντήριων Γραμμών. Εκεί, οι δύο άνδρες είχαν λόγο στις έρευνες και τις αξιολογήσεις των ρεπορτάζ του οργανισμού. Ορισμένοι στο BBC θεωρούν ότι η φιλία τους σημαίνει πως οι επιθέσεις δεν ήταν ουδέτερες, αλλά συντονισμένες.
Οι κατηγορίες περί «πολιτικού πραξικοπήματος» απορρίπτονται από τους εμπλεκόμενους. Ο Τζόνσον χαρακτήρισε τις αναφορές αυτές «εντελώς ανυπόστατες». Το BBC, από την πλευρά του, υποστήριξε ότι ο Γκιμπ ήταν ένας από 13 συμβούλους και ότι δεν υπάρχει καμία απόδειξη ότι υπήρξε πολιτική συνωμοσία. Ο ίδιος ο Πρέσκοτ ανέφερε ότι δεν έχει πολιτικά κίνητρα, αλλά απλώς επιθυμεί τη βελτίωση των δημοσιογραφικών προτύπων.
Παρ’ όλα αυτά, πολλοί μέσα στον οργανισμό διαφωνούν. Ακόμη κι εκείνοι που δέχονται ότι έγιναν λάθη θεωρούν ότι η έκθεση Πρέσκοτ και η πίεση του Γκιμπ αποτελούν μέρος μιας οργανωμένης προσπάθειας να αλλοιωθεί η ανεξαρτησία του BBC. «Ο Γκιμπ είναι το κεντρικό πρόσωπο σε όλο αυτό», είπε μία πηγή στον Guardian, υποστηρίζοντας ότι «οι υπεύθυνοι του BBC έπεσαν στην παγίδα του».
Η κρίση επιδεινώθηκε από τη σιωπή του οργανισμού. Παρότι η Telegraph δημοσίευε επί μέρες αποσπάσματα της επιστολής, το BBC επέλεξε να μην απαντήσει δημοσίως. Σύμφωνα με πληροφορίες, η Τέρνες ήθελε να εκδώσει απολογία για το λάθος στο ρεπορτάζ του Τραμπ, ώστε να προστατεύσει τον οργανισμό από τις υπόλοιπες κατηγορίες. Ομως ο πρόεδρος του συμβουλίου, Σαμίρ Σαχ, μπλόκαρε την κίνηση, προτιμώντας να περιμένει την ομόφωνη στάση του συμβουλίου πριν απαντήσουν και στο Κοινοβούλιο, όπου η συντηρητική πρόεδρος της Επιτροπής Πολιτισμού, Μέσων και Αθλητισμού, Κάρολαϊν Ντινάτζ, είχε ήδη ασκήσει δημόσια κριτική.

Πολλοί θεωρούν ότι ο Σαχ φέρει μεγάλο μέρος της ευθύνης. Αντί να καθοδηγήσει τη συζήτηση, άφησε ένα κενό εξουσίας που εκμεταλλεύτηκαν οι αντίπαλοι του BBC. «Υπήρξε εκκωφαντική σιωπή όλη την εβδομάδα», είπε ένας εργαζόμενος. Αλλος πρόσθεσε: «Αν είχαν κινηθεί πιο γρήγορα, το θέμα Τραμπ δεν θα είχε πάρει τέτοιες διαστάσεις».
Η παραίτηση του Τιμ Ντέιβι, που ήρθε αμέσως μετά, προκάλεσε έκπληξη ακόμα και στα μέλη του συμβουλίου. Πολλοί δεν είχαν αντιληφθεί πόσο τον είχαν φθείρει οι συνεχιζόμενες διαμάχες γύρω από την κάλυψη του πολέμου στη Γάζα, τις αντιπαραθέσεις για τον Γκάρι Λίνεκερ και τη δραστηριότητα του στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης.
Η Τέρνες θεωρείται ότι ήταν από τους λίγους που προσπάθησαν να προσεγγίσουν πιο συντηρητικά ακροατήρια, ακόμη και υποστηρικτές του Νάιτζελ Φάραντζ, επιδιώκοντας «ευρύτερη ισορροπία». «Ηταν εκείνη που πίεζε για πιο ανοιχτή κάλυψη», είπε στον Guardian μια συνάδελφός της.
Με τις παραιτήσεις Ντέιβι και Τέρνες, το BBC βρίσκεται σε κρίσιμο σταυροδρόμι. Ενώ πλησιάζουν οι διαπραγματεύσεις για το μέλλον του και το τέλος της άδειας χρήσης, ο οργανισμός φαίνεται αποδυναμωμένος και ακέφαλος. Οι ανώτεροι συντάκτες συναντήθηκαν εκτάκτως το βράδυ της Κυριακής για να εκτιμήσουν τις συνέπειες. «Σοκ και βαθιά θλίψη» ήταν τα κυρίαρχα συναισθήματα, όπως ειπώθηκε.
Πίσω από την απογοήτευση, όμως, κρύβεται ένα βαθύτερο ερώτημα: είναι πλέον εφικτό να διοικηθεί το BBC σε ένα περιβάλλον πολιτικής εχθρότητας, όπου κάθε απόφαση ερμηνεύεται μέσα από ιδεολογικά φίλτρα;
Η υπόθεση αφήνει πίσω της ένα κενό ηγεσίας, αλλά και μια βαθιά ανησυχία: μήπως το BBC, σύμβολο αντικειμενικής δημοσιογραφίας για δεκαετίες, έπαψε να είναι ανεξάρτητο και έγινε πεδίο μάχης πολιτικών συμφερόντων;
Ακολουθήστε το Protagon στο Google News
