989
O Μπαρτ Ρέινολντς το 1972. Ηταν η εποχή της δόξας | Photo by Terry Disney/Express/Getty Images/Ideal Images

Αποχαιρετώντας τον Μπαρτ Ρέινολντς

Protagon Team Protagon Team 6 Σεπτεμβρίου 2018, 22:23
ΕΝΗΜΕΡΩΘΗΚΕ: 6/9/2018, 23:04
O Μπαρτ Ρέινολντς το 1972. Ηταν η εποχή της δόξας
|Photo by Terry Disney/Express/Getty Images/Ideal Images

Αποχαιρετώντας τον Μπαρτ Ρέινολντς

Protagon Team Protagon Team 6 Σεπτεμβρίου 2018, 22:23
ΕΝΗΜΕΡΩΘΗΚΕ: 6/9/2018, 23:04

Θα θέλαμε να εμπίπτει στα fake news, αλλά είναι αλήθεια. O Μπαρτ Ρέινολντς, ένας ηθοποιός-σύμβολο των 70s, «το μεγαλύτερο πράγμα που βγήκε στην οθόνη στη δεκαετία του ’70» όπως τον χαρακτήρισε το Rolling Stone, έφυγε από τη ζωή σε ηλικία 82 ετών. Την είδηση έκανε γνωστή ο ατζέντης του, ο οποίος έκανε λόγο για καρδιακή ανακοπή.

Με τη Φάρα Φόσετ στο «Cannonball» (1981), την Κατρίν Ντενέβ στο «Hustle» (1975) και την Ντόλι Πάρτον στο «Καλύτερο πορνείο του Τέξας» (1982)

Ο Ρέινολντς ήταν ένας χαρισματικός σταρ μιας άλλης εποχής, όταν οι άνδρες ήταν πολύ άνδρες και οι γυναίκες τους ήθελαν έτσι.

«Εντάξει, ο Ρέντφορντ, ο Ντε Νίρο, ο Πατσίνο και ο Ιστγουντ ήταν όλοι απίστευτοι και πολυδιάστατοι πρωταγωνιστές. Αλλά ήταν ο Μπαρτ Ρέινολντς στον οποίο “ανήκαν” η δεκαετία του ’70 και οι αρχές αυτής του ’80» σχολίασε για το Rolling Stone ο βραβευμένος δημοσιογράφος Νταν Επσταϊν. «Ηταν μια διασταύρωση Κάρι Γκραντ με Τομ Τζόουνς».

Συνδυάζοντας τη σκληράδα και το κορμί ενός πρώην παίκτη του αμερικανικού φούτμπολ, το χιούμορ, τη γοητεία και την καθαρότητα των ρόλων σε (κωμικές αλλά όχι μόνο) περιπέτειες όπως το «Deliverance» (Οταν ξέσπασε η βία, 1972), το «The Longest Yard» (1974), το «Hustle» (1975), φυσικά το «Smokey and the Bandit» (1977), αλλά και το «Cannonball» (1981) ο Ρέινολντς έγινε ο αγαπημένος του κοινού –όχι βέβαια των ακριβοθώρητων βραβείων της Ακαδημίας.

Αυτή τον θυμήθηκε 20 χρόνια μετά την εποχή της δόξας του, προτείνοντάς τον για Οσκαρ β’ ανδρικού ρόλου για το «Boogie Nights» (1997) του Τόμας Αντερσον. Είχε προηγηθεί η «επιστροφή» του με έναν χαρακτηριστικό β’ ρόλο στο «Striptease» (1996) της Ντέμι Μουρ.

«Ακόμα και στον κολοφώνα της δόξας του, δεν τον έπαιρναν πολύ στα σοβαρά ως ηθοποιό. Μάλλον επειδή ήταν τόσο καταραμένα όμορφος», έγραψε το Rolling Stone. Ομως ο Ρέινολντς δεν ήταν απλά ό,τι έβλεπες. Οι ερμηνείες του στο «Hustle» πλάι στην Κατρίν Ντενέβ, ή στο «Sharky’s Machine» (1981) το οποίο επίσης σκηνοθέτησε, θεωρούνται από πολλούς, κορυφαίες.

Παράλληλα, είχε την άνεση να αυτοσαρκάζεται επί της μεγάλης οθόνης, σε εποχές που οι άλλοι μεγάλοι της εποχής του απέφευγαν τέτοιες «κακοτοπιές» όπως ο διάολος το λιβάνι – με ρόλους όπως στη «Βουβή κωμωδία» (1976) του Μελ Μπρουκς ή νωρίτερα στο γουντιαλενικό «Everything you always wanted to know about sex» (but were afraid to ask)!» (1972).

Με τον Μάρτι Φέλντμαν και τους άλλους της «Βουβής κωμωδίας» στο… ντους

Γιατί όμως δεν έμεινε στην ιστορία του αμερικανικού κινηματογράφου όπως οι άλλοι μεγάλοι της γενιάς του; «Κακές επιλογές, κακές επιλογές», απαντούσε εκείνος. «Ο Πατσίνο, ο Ντε Νίρο, ο Μπράντο… έκαναν τις σωστές»…

Οντως, αν κοιτάξει κανείς 35 χρόνια πίσω θα δει ότι ο Ρέινολντς ήταν στα μάτια της βιομηχανίας ισότιμος του Κλιντ Ιστγουντ. Επαιζαν μαζί στο «City Heat» (1984). Επειτα όμως ο Ρέινολντς, πνεύμα ατίθασο και άναρχο έκανε, όπως είχε πει, όλες τις λάθος επιλογές και η καριέρα του πήρε την κατιούσα –ακριβώς σε αντιδιαστολή με τον Ιστγουντ που έγινε αγαπημένος των Οσκαρ.

Ισως όμως να μην έφταιγαν εκείνος και οι επιλογές του. Οι εποχές άλλαζαν. Η δεκαετία του ’80 είχε φτάσει στα μέσα της. Στον επαγγελματικό στίβο οι γυναίκες κατακτούσαν το ένα ανδρικό κάστρο μετά το άλλο και στην οθόνη το αρχετυπικό αρσενικό έπρεπε να αντικατασταθεί από τον άνδρα με ευαισθησίες και αδυναμίες. Ο Ρέινολντς δεν μπορούσε να αλλάξει. Παρέμεινε αυτός που ήταν. Το πρότυπο ενός άνδρα που δεν υπάρχει πια.

Ο Ρέινολντς πέθανε την Πέμπτη νοσηλευόμενος σε νοσοκομείο της Φλόριντα. To 2010 είχε υποβληθεί σε πενταπλό μπάι πας.

Είχε έναν γιο, τον Κουίντον Αντερσον Ρέινολντς.

Ο διάσημος ηθοποιός είχε παντρευτεί τη βρετανίδα ηθοποιό Τζούντι Καρν από το 1963 έως το 1965 και την ηθοποιό Λόνι Άντερσον από το 1988 έως το 1993.

Ο Μπαρτ Ρέινολντς γεννήθηκε στις 11 Φεβρουαρίου 1936, είχε ολλανδούς, άγγλους, ιρλανδο-σκωτσέζους και σκωτσέζους προγόνους, ενώ λέγεται ότι είχε και ρίζες από τη φυλή των Τσερόκι. Στην αυτοβιογραφία του, το 2014, «But Enough About Me», ο ίδιος δήλωσε ότι η μητέρα του είχε ιταλικές ρίζες.

Στα νεανικά του χρόνια έπαιζε αμερικανικό φούτμπολ, όμως αναγκάστηκε να το εγκαταλείψει, όταν υποβλήθηκε σε χειρουργική επέμβαση στο γόνατο, έπειτα από τροχαίο ατύχημα.

Τότε, άρχισε να παρακολουθεί μαθήματα στο Palm Beach Junior College, όπου το υποκριτικό του ταλέντο ανακάλυψε ο Γουότσον Μπ. Ντάνκαν, ένας άγγλος καθηγητής, στον οποίο άρεσε πολύ ο τρόπος με τον οποίο διάβαζε τα έργα του Σαίξπηρ. Όπως είχε πει αργότερα ο Ρέινολντς, εκείνος ο δάσκαλος ήταν η πιο σημαντική επιρροή στη ζωή του.

Το κινηματογραφικό ντεμπούτο του έγινε το 1961 με την ταινία «Angel Baby», ένα θρίλερ για τον θρησκευτικό φανατισμό στον αμερικανικό Νότο.

Αναδείχθηκε σε σύμβολο του σεξ με μια γυμνή φωτογράφισή του για το περιοδικό Cosmopolitan, το 1972, για την οποία πολλά χρόνια αργότερα δήλωσε ότι μετάνιωσε.

Σιγά…

Στο αποκορύφωμα της καριέρας του ήταν ένας από τους πιο ακριβοπληρωμένους ηθοποιούς της κινηματογραφικής βιομηχανίας και οι ταινίες του ήταν μεταξύ των κορυφαίων σε εισιτήρια στο αμερικανικό box office – συνολικά, οι ταινίες του έφεραν στα ταμεία πάνω από ένα δισ. δολάρια.

Ο ηθοποιός, το 2015 (REUTERS/Dylan Martinez/File Photo)

Στη δεκαετία του ’90 ο Ρέινολντς βρήκε καταφύγιο στην τηλεόραση. Τιμήθηκε με βραβείο EMMY για την ερμηνεία του στην τηλεοπτική σειρά «Evening Shade» (1990-94), ενώ το 2002 είχε περάσει και από το «X-Files»!

Σε επεισόδιο των «X-Files» στις αρχές της περασμένης δεκαετίας

Το απίστευτο είναι ότι εργαζόταν μέχρι και σήμερα, καθώς συμμετείχε στο καστ της νέας ταινίας του Κουέντιν Ταραντίνο, «Once Upon A Time in Hollywood» με θέμα τη δολοφονία της Σάρον Τέιτ από τον Τσαρλς Μάνσον και τη συμμορία του.

Αν και λέγεται ότι είχε απορρίψει τον ρόλο του Χαν Σόλο στο «Star Wars» (1977) –τον πήρε ο Χάρισον Φορντ και όλοι ξέρουμε πού έφτασε– τελικά δεν του στέρησε μία κινηματογραφική καριέρα που τον χαρακτήρισε όχι μόνο ως μοναδικό ταλέντο, αλλά ως έναν αληθινό, καλό άνθρωπο.

Γι’ αυτό και θα μείνει αξέχαστος…