552
Υποκατάστημα της Danske Bank στο Ταλίν της Εσθονίας | REUTERS/Ints Kalnins

Σκάνδαλο: πώς η μεγαλύτερη τράπεζα της Δανίας ξέπλυνε 200 δισ. ευρώ

Protagon Team Protagon Team 20 Σεπτεμβρίου 2018, 16:20
Υποκατάστημα της Danske Bank στο Ταλίν της Εσθονίας
|REUTERS/Ints Kalnins

Σκάνδαλο: πώς η μεγαλύτερη τράπεζα της Δανίας ξέπλυνε 200 δισ. ευρώ

Protagon Team Protagon Team 20 Σεπτεμβρίου 2018, 16:20

Σκάνδαλο ξεπλύματος σχεδόν 200 δισεκατομμυρίων ευρώ παραδέχθηκε χθες ο διοικητής της Danske Bank, της μεγαλύτερης τράπεζας της Δανίας – και παραιτήθηκε από τη θέση του.

Ο κεντρικός μηχανισμός του «πλυντηρίου», το οποίο ξέπλενε χρήματα από Ρωσία, Μεγάλη Βρετανία και Βρετανικές Παρθένους Νήσους κυρίως κατά τη διάρκεια της περιόδου 2007-2015 φαίνεται ότι βρισκόταν στο υποκατάστημα της δανέζικης τράπεζας στην Εσθονία.

Η είδηση δεν ξάφνιασε αυτούς που παρακολουθούν τα ευρωπαϊκά τραπεζικά δρώμενα: ήδη από τον Φεβρουάριο έχει αποκαλυφθεί ότι η Danske Bank γνώριζε ότι κάτι ύποπτο συμβαίνει στο εσθονικό της παράρτημα εδώ και πέντε τουλάχιστον χρόνια.

Το 2013, σύμφωνα με τον Guardian, ανώνυμος πληροφοριοδότης ειδοποίησε τα κεντρικά ότι το υποκατάστημα της Εσθονίας εμπλέκεται σε ύποπτες και πιθανώς παράνομες δραστηριότητες. Εκείνη τη χρονιά έκλεισαν 20 λογαριασμοί ρώσων πελατών της τράπεζας, ενώ σύμφωνα με την βρετανική εφημερίδα, η Danske Bank είχε καταλήξει στο συμπέρασμα ότι λογαριασμοί χρησιμοποιούνταν για να διοχετεύουν μετρητά μέσω βρετανικών εταιρειών σε μέλη της οικογένειας του Βλαντίμιρ Πούτιν και των ρωσικών μυστικών υπηρεσιών.

Κατά την παραίτησή του χθες, ο διευθύνων σύμβουλος της τράπεζας Τόμας Μπόργκεν είπε ότι το μεγαλύτερο μέρος των 200 δισεκατομμυρίων ευρώ που πέρασε μέσα από το εσθονικό υποκατάστημα είχαν πρόβλημα.

«Είναι σαφές ότι η Danske Bank δεν κατάφερε να ανταποκριθεί στις ευθύνες της όσον αφορά πιθανή νομιμοποίηση εσόδων από παράνομες δραστηριότητες στην Εσθονία. Λυπάμαι βαθύτατα για αυτό», δήλωσε ο Μπόργκεν την Τετάρτη.

Ο Τόμας Μπόργκεν πριν τη συνέντευξη Τύπου για το σκάνδαλο (Liselotte Sabroe/Ritzau Scanpix/via REUTERS)

Σε χθεσινή ανακοίνωσή της η τράπεζα ανέφερε ότι ανεξάρτητη έρευνα είχε εντοπίσει «μια σειρά σημαντικών ελλείψεων» στους ελέγχους της για την πρόληψη της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες. Η έρευνα διαπίστωσε ότι περισσότεροι από τους μισούς των 15.000 πελατών της Danske στην Εσθονία ήταν ύποπτοι.

«Έχουμε εξετάσει περιπτώσεις 6.200 πελατών ξεκινώντας από αυτούς που παρουσιάζουν τους μεγαλύτερους δείκτες επικινδυνότητας», ανέφερε η τράπεζα. «Υποβλήθηκαν αναφορές για σχεδόν όλους αυτούς τους πελάτες στις αρχές».

Κατά τις έρευνες διαπιστώθηκε επίσης ότι αρκετοί υπάλληλοι ενδέχεται να ήταν σε συνεννόηση με τους με πελάτες ώστε να παρακαμφθούν οι έλεγχοι για ξέπλυμα. Η τράπεζα ανακοίνωσε ότι είχε αναφέρει ορισμένους υπαλλήλους της στις εσθονικές αρχές.

Σύμφωνα με πληροφορίες, η παραδοχή της Danske για την πραγματική έκταση του σκανδάλου ήρθε μετά από πιέσεις των αμερικανικών αρχών που ξεκίνησαν αυτή την εβδομάδα σχετικές έρευνες για ξέπλυμα χρήματος.

Ο Μπόργκεν ήταν υπεύθυνος για τις διεθνείς δραστηριότητες της Danske (συμπεριλαμβανομένης της Εσθονίας) πριν γίνει διευθύνων σύμβουλος το 2013 και είχε στο παρελθόν καθησυχάσει άλλα στελέχη που εκδήλωναν προβληματισμό σχετικά με τις ρωσικές συναλλαγές στην Εσθονία. Σε μια έρευνα το 2010, ο Μπόργκεν δήλωσε ότι «δεν εντόπισε κανένα στοιχείο που θα μπορούσε να προκαλέσει ανησυχία».

Η ανεξάρτητη έκθεση της δικηγορικής εταιρείας Bruun & Hjejle της Δανίας διαπίστωσε την Τετάρτη ότι, υπό την ηγεσία του Μπόργκεν, το εσθονικό υποκατάστημα απέτυχε να αποκαλύψει την κατάσταση στο διοικητικό συμβούλιο της Danske.

Ο Μπιλ Μπράουντερ, διαχειριστής αμερικανικού hedge fund, ο οποίος διεξάγει καμπάνια κατά της διαφθοράς και της νομιμοποίησης εσόδων από πλούσιους και ισχυρούς Ρώσους, ισχυρίστηκε ότι το εσθονικό υποκατάστημα της Danske συμμετείχε στην απάτη που αποκάλυψε ο Σεργκέι Μαγκνίτσκι, που έχασε τη ζωή του έπειτα από βαρύ ξυλοδαρμό σε ρωσική φυλακή το 2009. Σημειώνεται ότι το 2012, η κυβέρνηση Μπαράκ Ομπάμα ψήφισε τον «νόμο Μαγκνίτσκι», απαγορεύοντας την είσοδο στη χώρα καθώς και τη χρήση του αμερικανικού τραπεζικού συστήματος σε αυτούς που θεωρούνταν υπεύθυνοι για το θάνατο του.