737
Ρόμπερτ Τζέι Σάμιουελσον: «Είμαι πια 75 ετών. Αν υπάρχει κάτι που δεν το έχω πει ακόμα, δεν θα το κάνω ποτέ. Σταματώ, λοιπόν, τη δημοσιογραφία» | CreativeProtagon

«Καλή σας τύχη!»: ένας αρθρογράφος αποσύρεται…

Protagon Team Protagon Team 15 Σεπτεμβρίου 2020, 11:15
Ρόμπερτ Τζέι Σάμιουελσον: «Είμαι πια 75 ετών. Αν υπάρχει κάτι που δεν το έχω πει ακόμα, δεν θα το κάνω ποτέ. Σταματώ, λοιπόν, τη δημοσιογραφία»
|CreativeProtagon

«Καλή σας τύχη!»: ένας αρθρογράφος αποσύρεται…

Protagon Team Protagon Team 15 Σεπτεμβρίου 2020, 11:15

Επειτα από μακρόχρονη και ευδόκιμο, όπως συνηθίζεται να λέγεται, θητεία στη δημοσιογραφία, ο Ρόμπερτ Τζέι Σάμιουελσον στις 13 Σεπτεμβρίου αποχαιρέτισε τους αναγνώστες του στην εφημερίδα The Washington Post. Το τελευταίο κομμάτι τού διακεκριμένου οικονομικού αρθρογράφου είχε τίτλο «Γεια σας, αναγνώστες μου, και καλή τύχη! – θα τη χρειαστείτε…»

Και να μην ήθελε κάποιος να διαβάσει το άρθρο, μόνο με τη φράση «θα χρειαστείτε την τύχη» θα προκλήθηκε μεμιάς και, έτσι, θα το διάβασε σίγουρα. Και αυτό είναι επιτυχία του Σάμιουελσον, δείχνει ότι μισός αιώνας τριβής με τα δημοσιογραφικά πληκτρολόγια της γραφομηχανής και του κομπιούτερ τού δίδαξαν υποδειγματικά πώς πιάνεται το ενδιαφέρον του αναγνώστη.

Η εξομολόγηση είναι το δεύτερο μάθημα που του δίδαξαν τα παραπάνω εργαλεία -και πάλι σωστά-, διότι το ενδιαφέρον του αναγνώστη πρέπει να συντηρείται από την εμπιστοσύνη. Ο Σάμιουελσον παίζει με ανοιχτά χαρτιά: «Είμαι πια 75 ετών. Αν υπάρχει κάτι που δεν το έχω πει ακόμα και είναι στο μυαλό μου, δεν θα το κάνω ποτέ. Σταματώ, λοιπόν».

Αναφέρει τα «μαγαζιά» όπου εργάστηκε, πέρα από «την Post»: το κλασικό αμερικανικό περιοδικό Newsweek και την εταιρεία National Journal. Απαριθμεί τον κόπο του όχι σε δολάρια, αλλά σε λέξεις («περίπου 2 εκατομμύρια λέξεις»), κάνοντας έναν απολογισμό της θητείας του στο επάγγελμα, ενός ταξιδιού που άρχισε το μακρινό 1969.

Τρίτο μάθημα, δοσμένο και αυτό από τις ίδιες συνθήκης τριβής που προαναφέρθηκαν, είναι η ειλικρίνεια και το χιούμορ: «Εγραψα για τα πάντα, από τα δημοσιονομικά θέματα μέχρι τα χρηματιστηριακά, και σας λέω ότι τίποτα από όσα έχω γράψει δεν είχε ποτέ την παραμικρή επίδραση σε αυτό που πραγματικά συνέβη».

Εντάξει, δεν υπάρχει άνθρωπος επί Γης που να πιστεύει ότι οι εργαζόμενοι στον Τύπο είναι άγιοι και κάνουν θαύματα ας πούμε, αλλά η σούμα όταν γίνεται και είναι σκληρή, τότε δεν είναι για κανέναν εύκολη υπόθεση. Και η δημόσια παραδοχή ότι ο κόσμος κινείται πέρα και έξω από εσένα και τις σκέψεις σου έχει την αξία της. Ισως να δείχνει ότι κάποιοι θρέφουν, τάχατες ως ειδικοί, όνειρα για «παρεμβάσεις», βασικά οι οικονομολόγοι δηλαδή, όχι ο οικονομικός συντάκτης, όνειρα που εξατμίζονται μόλις δράσουν οι παραγωγικές δυνάμεις. Επ’ αυτού, η ομολογία του Σάμιουελσον είναι αφοπλιστική και μάλλον διδακτική: «Στο σύστημά μας, οι άνθρωποι κυβερνούν, όχι οι ειδικοί. Και έτσι πρέπει να είναι». Ας ακούνε οι υψιπετείς οικονομολόγοι.

Το τέταρτο μάθημα που μαθαίνει ο συντάκτης είναι ότι το ζουμί βρίσκεται στο ρεπορτάζ. Ο Σάμιουελσον ανατέμνει τις περιόδους σταθερότητας και κρίσης του συστήματος (στις ΗΠΑ) μέχρι την κρίση του 2008-2009. Οι επισημάνσεις του, αυτές που καλεί τους αναγνώστες του να προσέξουν, αφορούν τον τρόπο με τον οποίο η σταθερή οικονομική ανάπτυξη μπορεί να τροφοδοτήσει την κρίση.

Ο τρόπος αυτός, πριν από το εκάστοτε μπαμ, συνοψίζεται «στην εύκολη πίστωση, στα ασταθή δάνεια, στις αθετήσεις των υποχρεώσεων, στην αφερεγγυότητα των δανειζομένων». Το συμπέρασμα του Σάμιουελσον είναι ότι «υπάρχουν όρια για το κατά πόσον είναι εφικτό να επιταχύνεται ή να διατηρείται η οικονομική ανάπτυξη» και, συνεπώς, «και το βιοτικό επίπεδο».

Φθάνουμε έτσι στις απειλές τις οποίες εγκυμονεί η παρούσα ύφεση, όπως εξάλλου τις εγκυμονούσαν και όλες όσες προϋπήρξαν. Ενισχύονται από τις λανθασμένες στάσεις και από τις «υπερβολικές υποσχέσεις» των οικονομολόγων και των πολιτικών προς στους πολίτες. Αυτές «οδηγούν σε μεγάλη απογοήτευση του κοινού».

Μαζί με το αντίο του και τις ευχές του για «καλή τύχη, που θα τη χρειαστούν», ο Σάμιουελσον δίνει στους αναγνώστες του και την τελευταία εικόνα, από ένα μέλλον που ο ίδιος δεν θα κληθεί να «καλύψει» δημοσιογραφικά – άλλοι, νεότεροι, θα έχουν τον επαχθή ζήλο και την καθημερινή τριβή.

«Οι σύγχρονες δημοκρατίες», λέει, «δυσκολεύονται να κάνουν θυσίες στο παρόν ώστε να αντλήσουν κέρδη στο μέλλον. Αντιμετωπίζουμε ήδη αυτό το πρόβλημα. Από το 2010 έως το 2030, το μερίδιο των ηλικιωμένων (άτομα 65 ετών και άνω) στον πληθυσμό θα αυξηθεί από 13% σε 20%. Οι δαπάνες για την Κοινωνική Ασφάλιση και το Medicare θα ανεβούν στα ύψη, είναι ήδη στα ύψη». Και μιλάει και για άλλα θέματα, φλέγοντα, με αποτύπωμα στην οικονομία: «Η κλιματική αλλαγή». Λέει ότι η συναίνεση που απαιτείται για τον μελλοντικό περιορισμό της δεν υπάρχει καν σήμερα. Βέβαια, «ελπίζω να κάνω λάθος για το μέλλον» γράφει, σημειώνοντας στην κατακλείδα ότι η αντιμετώπιση των μεγάλων προβλημάτων του 21ου αιώνα «απαιτεί νέες πολιτικές και νέους κανόνες».

Το πέμπτο μάθημα της δημοσιογραφίας στον αρθρογράφο μας μοιάζει με εκείνο που δίνει η ζωή στον οποιονδήποτε μη βλάκα: να μην είναι αγνώμων, αχάριστος και μικρόψυχος. Λοιπόν, σαν υστερόγραφο στο τελευταίο δημοσιογραφικό κομμάτι του, ο Σάμιουελσον εκφράζει ευχαριστίες σε όσους τον βοήθησαν σε κάθε σημαντικό βήμα της καριέρας του – ονομαστικώς και δίχως τσιγκουνιές.