Η Τζέιν Μπίρκιν ήταν κάτι παραπάνω από ένα «Ιt Girl»
Η Τζέιν Μπίρκιν ήταν κάτι παραπάνω από ένα «Ιt Girl»
Το It Girl είναι μια νεαρή γυναίκα, ωραία και ελκυστική, με αυτή την απροσδιόριστη –je ne sais quoi– ιδιαιτερότητα στην εμφάνισή της, που την κάνει αναπόσπαστο κομμάτι της δημόσιας σφαίρας. Είναι ο εαυτός της. Τα It Girls δεν είναι κοσμικές κυρίες που επιδιώκουν τη δημοσιότητα και την εξουσία. Κανείς δεν ξέρει τι ακριβώς κάνουν, τα It Girls απλώς «είναι».
Η μούσα του Αντι Γουόρχολ, Εντι Σέτζγουικ, για παράδειγμα, κατά τη διάρκεια της σχέσης τους συναναστράφηκε με μερικούς από τους μεγαλύτερους σταρ της δεκαετίας του 1960. Η Σέτζγουικ δεν έγινε ποτέ γνωστό όνομα, αλλά η γενιά της και η επόμενη γενιά εμπνεύστηκαν από το αέρινο, cool και εναλλακτικό της στιλ.
Η Τζέιν Μπίρκιν ήταν η ευρωπαία Σέτζγουικ, γράφει στο Atlantic η Ραφαέλα Μπασίλι. Οπως και εκείνη, η Μπίρκιν ήταν λεπτή, κομψή, καταγόταν από πλούσια οικογένεια και τραβούσε τα βλέμματα όπου και αν πήγαινε. Σε αντίθεση με τη Σέτζγουικ, ωστόσο, απέκτησε τελικά τη δική της φήμη.
Η Μπίρκιν ήταν μόλις 18 ετών όταν άρχισε να εργάζεται ως μοντέλο σε περιοδικά μόδας, ενώ στη συνέχεια, για περισσότερα από 50 χρόνια, δούλεψε στον κινηματογράφο, στη μουσική και στο θέατρο. Παρ’ όλα αυτά η καριέρα της έχει συχνά συζητηθεί κάτω από τη γενική ομπρέλα του It-ness. Και ίσως αυτό συμβαίνει επειδή το όνομά της, που δόθηκε στην πιο περιζήτητη τσάντα του οίκου Hermès, είναι πιο διάσημο από πολλά από τα τραγούδια που ερμήνευσε και τις ταινίες στις οποίες πρωταγωνίστησε, σχολιάζει η Μπασίλι στο Atlantic.
Αλλά μια νέα βιογραφία με τίτλο «It Girl: The Life and Legacy of Jane Birkin», θέλει να τη σκεφτόμαστε αλλιώς. Σύμφωνα με τη συγγραφέα Μαρίσα Μέλτζερ, το να βλέπουμε την Μπίρκιν ως απλώς ένα It Girl αποτελεί εμπόδιο στο να την εκτιμήσουμε ως μια σημαντική καλλιτέχνιδα από μόνη της. Είναι μια σημαντική ιδέα, επειδή οι αναφορές σε διάσημες γυναίκες συχνά περιορίζονται στα ρούχα και στους εραστές τους, αλλά η Μπίρκιν δεν είναι χαρακτηριστικό παράδειγμα.
Σε αρκετές περιπτώσεις, όταν η Μέλτζερ πλησιάζει το θέμα της έτοιμη να ανακαλύψει μια βαθιά θαμμένη επαγγελματική ορμή ή επιθυμία για δημιουργική αναγνώριση, καταλήγει στο κενό. Κατά ειρωνικό τρόπο, ωστόσο, προσπαθώντας να υποστηρίξει ότι η Μπίρκιν ήταν μια μυστική οραματίστρια, η συγγραφέας παραμελεί εκείνο που ήταν το πιο ενδιαφέρον στοιχείο στη ζωή της: την ικανότητά της να παραμένει διάσημη ως η Τζέιν Μπίρκιν.
Η Μπίρκιν μεγάλωσε στην Αγγλία αλλά έγινε πιο γνωστή στη Γαλλία, με την πολυετής σχέση της με τον Σερζ Γκενσμπούργκ να εκτοξεύει τη διασημότητά της. Σχεδόν 20 χρόνια μεγαλύτερός της, ο Γκενσμπούργκ προκαλούσε αίσθηση με τα τεράστια πεταχτά αυτιά και τη μεγάλη μύτη του, ενώ η περιφρόνησή του για τις γυναίκες και η αγάπη του για τις προκλήσεις ήταν τόσο διαβόητες όσο και η μουσική του.
Το 1968, όταν έκαναν τα γυρίσματα της ρομαντικής κωμωδίας «Slogan», οι παλιές παραδόσεις του Παρισιού κατέρρεαν. Οπως γράφει η Μέλτζερ, σε μια χώρα όπου οι εκλεπτυσμένες γυναίκες φορούσαν «λεοπάρ παλτά, καλσόν, ψηλά τακούνια και μεταξωτά κοστούμια ραμμένα επί παραγγελίαν», η Μπίρκιν μακιγιαριζόταν ελάχιστα και φορούσε συστηματικά «κομμένα τζιν, μίνι φούστες και ποτέ σουτιέν». Βελτίωσε την εμφάνιση του Γκενσμπούργκ ελέγχοντας το μήκος που είχαν τα γένια του και δίνοντάς του τα λευκά παπούτσια Repetto, που θα γίνονταν η υπογραφή του.
Ηταν ένα power couple της εποχής και η Μπίρκιν, ως μέλος του κινήματος Youthquake, συνδέθηκε στενά με τo It-ness. Κάτι στον μαγνητισμό της την έκανε απίστευτα δημοφιλή. Αναλύοντάς την από το παρόν, η Μέλτζερ δυσκολεύεται να προσδιορίσει την ιδιαίτερη γοητεία της, σχολιάζει η δημοσιογράφος του Atlantic. Η εξέλιξη της αισθητικής της ευαισθησίας συνοψίζεται αυθόρμητα: στα εφηβικά της χρόνια «ανέπτυξε ένα κοφτερό μάτι για τη μόδα». Και η αγορά του πρώτου της ψάθινου καλαθιού, το οποίο «θα γινόταν το χαρακτηριστικό αξεσουάρ της για τα επόμενα 30 χρόνια», αναφέρεται μόνο σε μία παράγραφο.
Επιφανειακά μπορεί να φαίνεται ανόητο –ή ρηχό– το να αφιέρωνε περισσότερο χρόνο σε μια τόσο μικρή στιγμή. Ωστόσο η Μπίρκιν ήταν ικανή να αναδείξει ένα συνηθισμένο αντικείμενο σε απροσδόκητο status symbol, υπογραμμίζει η Μπασίλι στο Atlantic. Αυτό είναι που την έκανε αγαπητή στους σχεδιαστές, στους φωτογράφους και στο κοινό, και τη βοήθησε να εδραιωθεί ως fashion icon. Η τσάντα, με άλλα λόγια, δεν ήταν απλώς μια τσάντα.
Η Μπασίλι σημειώνει επίσης ότι στο βιβλίο δημιουργείται μια ένταση ανάμεσα στην ιστορία που είπε η Μπίρκιν για τη ζωή της και στον τρόπο που την ερμηνεύει η Μέλτζερ. Σχετικά με ένα άρθρο στο περιοδικό Lui, όπου απεικονιζόταν ο Γκενσμπούργκ να προσποιείται ότι τη χτυπάει, η Μπίρκιν είπε: «Ημουν ενθουσιασμένη που ήμουν το αντικείμενο του πόθου του Σερζ, το άτομο που τον ενέπνεε». Η Μέλτζερ βλέπει σε αυτή τη φράση μια γυναίκα «που ελέγχει την αντικειμενοποίησή της». Και σε μια συνέντευξη του 2020, η Μπίρκιν δήλωσε για την πορεία της καριέρας της: «Δεν είχα πραγματικά χρόνο να σκεφτώ. Δεν είχα μεγάλη φιλοδοξία. Η φιλοδοξία ήρθε αργότερα». Η Μέλτζερ αντιτείνει ότι αυτό δεν ακούγεται «ακριβώς αληθινό». Χρόνια αφότου πρωταγωνίστησε στο ερωτικό θρίλερ του Ζακ Ντερέ «Η πισίνα» (1969), η Μπίρκιν σχολίασε ότι η ερμηνεία της ήταν «χωρίς ενδιαφέρον». Και η Μέλτζερ, σαν καλοπροαίρετος γονιός, απαντά ότι η Μπίρκιν ήταν «σκληρή με τον εαυτό της».
Το βιβλίο απογειώνεται όταν η ζωή της Μπίρκιν ευθυγραμμίζεται πιο ομαλά με τη θέση της Μέλτζερ ως προς τις υποτιμημένες ιδιότητές της. Στα 30 της, μετά τον χωρισμό με τον Γκενσμπούργκ, η Μπίρκιν συνδέεται με τον Ζαν Ντουαγιόν, τον πρώτο σκηνοθέτη που την επέλεξε για έναν ρόλο διαφορετικό.
Στην ταινία του «La Fille Prodigue» (1981) υποδύθηκε μια γυναίκα σε κατάθλιψη, που ζηλεύει τον έρωτα του πατέρα της. «Ξαφνικά μου επετράπη να θυμώσω τρελά στην οθόνη», είπε η Μπίρκιν. Για πρώτη φορά, γράφει η Μέλτζερ, η Μπίρκιν έδωσε «στο κοινό ένα παράθυρο στον πόνο της», επιτρέποντας «να τη δουν μέσα από νέο φως, ως πραγματική καλλιτέχνιδα».
Στα 40 της η Τζέιν Μπίρκιν απέκτησε μεγαλύτερη αυτοπεποίθηση. Το 1988 συνεργάστηκε με την Ανιές Βαρντά σε δύο ταινίες: το «Kung-Fu Master!» και το ντοκιμαντέρ «Jane B. par Agnès V.». Το δεύτερο ήταν ένα πορτρέτο της ηθοποιού, όπου η Βαρντά της έδωσε ρόλους που θα ήθελε να τη δει να υποδύεται, όπως της Ιωάννας της Λωραίνης και της συντρόφου του Ταρζάν, Τζέιν. Σύμφωνα με τη Μέλτζερ «η Μπίρκιν ένιωθε σαν το παιχνίδι της Βαρντά» καθ’ όλη τη διάρκεια των γυρισμάτων, αν και τελικά «εμπιστεύθηκε αρκετά και τη Βαρντά και το project» ώστε να «ξεπεράσει τη ζώνη άνεσής της».
Δουλεύοντας με τη Βαρντά η Μπίρκιν πήρε στα χέρια της την καριέρα της και διεκδίκησε τον έλεγχο της εικόνας της. Προτού κάνει το ντεμπούτο της ως σόλο τραγουδίστρια, το 1987, ο Γκενσμπούργκ –που δεν ήταν πια σύντροφός της, αλλά εξακολουθούσε να την επηρεάζει– της πρότεινε να βάλει φόρεμα και να κάνει τα μαλλιά της μπούκλες. Αλλά εκείνη επέλεξε να φορέσει ανδρικά ρούχα και ένα κοντό κούρεμα, «αψηφώντας την αντίληψη και του Γκενσμπούργκ και του κοινού, για εκείνη».
Τελικά, είχε γίνει μια φιλόδοξη και τολμηρή καλλιτέχνης. Αναλύοντας λεπτομερώς εκείνη την περίοδο της ζωής της, το βιβλίο αποκτά μια δυναμική που έλειψε από τα προηγούμενα κεφάλαια, παρατηρεί η Μπασίλι στο Atlantic. Ωστόσο το γεγονός ότι η Μέλτζερ αντιμετωπίζει το It-ness ως εμπόδιο που έπρεπε να ξεπεραστεί, αλλά και η σχεδόν ανακουφισμένη εστίασή της στη μετέπειτα πορεία της Μπίρκιν, αφήνουν μια εντύπωση ασυνέπειας.
Ακόμα κι αν η Μπίρκιν, που πέθανε το 2023, δεν έδειξε ποτέ όλο το δημιουργικό δυναμικό της –ακόμα κι αν ήταν πάντα ευτυχισμένη ως μούσα–, η ιστορία της ζωής της δεν έπαψε να είναι ενδιαφέρουσα. Ηταν, άλλωστε, το είδος του ανθρώπου που μπορούσε να κάνει τους ξένους να θέλουν να κρατήσουν ένα κοινό ψάθινο καλάθι.
Η Μπίρκιν συχνά οριζόταν από τους άλλους. Τι ήθελε πραγματικά για τον εαυτό της; Γεγονός είναι ότι η γοητεία της υπήρξε ένα βασικό χαρακτηριστικό της ζωής της. Η Μέλτζερ γράφει ότι η Μπίρκιν «έκανε το να ζει μια ζωή τόσο περίπλοκη όσο η δική της να φαίνεται απολύτως εφικτό για οποιονδήποτε». Είτε είναι έτσι είτε όχι, συνεχίζει «μπορούμε τουλάχιστον να ντυθούμε όπως εκείνη».
Ωστόσο, όπως σχολιάζει η Ραφαέλα Μπασίλι στο Atlantic, είναι προφανές ότι οποιαδήποτε γυναίκα μπορεί να έχει τα μαλλιά της αφέλειες και να φοράει μπαλαρίνες, αλλά να μην είναι η Τζέιν Μπίρκιν. Και αξίζει να διερευνηθούν οι λόγοι που συμβαίνει αυτό.
Ακολουθήστε το Protagon στο Google News
