878
Η βάση του Ιντσιρλίκ, κοντά στα Αδανα, δεν είναι πια το δυνατό χαρτί της Τουρκίας στο «πόκερ» με το αμερικανικό Πεντάγωνο | EPA/THORSTEN WEBER

Πόσο θερμό θα είναι το καλοκαίρι στη ΝΑ Μεσόγειο;

Η βάση του Ιντσιρλίκ, κοντά στα Αδανα, δεν είναι πια το δυνατό χαρτί της Τουρκίας στο «πόκερ» με το αμερικανικό Πεντάγωνο
|EPA/THORSTEN WEBER

Πόσο θερμό θα είναι το καλοκαίρι στη ΝΑ Μεσόγειο;

Τον Ιούλιο του 2016 οι αμερικανοί αξιωματικοί και υπαξιωματικοί που υπηρετούσαν στη βάση του Ιντσιρλίκ, στη ΝΑ Τουρκία βρέθηκαν αντιμέτωποι με ένα πρωτόγνωρο έως τότε θέαμα. Η βάση περικυκλώθηκε από μπουλντόζες και εκσκαφείς του τοπικού δήμου, αλλά και τμήματα των τουρκικών Ενόπλων Δυνάμεων. Οι εικόνες αυτές προκάλεσαν στην Ουάσιγκτον ένα στιγμιαίο σοκ. Το σοκ διαδέχθηκε η αντίληψη ότι η βάση του Ιντσιρλίκ, στα περίχωρα των Αδάνων, για πρώτη φορά έπειτα από 60 συναπτά έτη λειτουργίας, ίσως δεν ήταν ασφαλής για τη φιλοξενία στελεχών των αμερικανικών Ενόπλων Δυνάμεων.

Στο τελευταίο επεισόδιο του θρίλερ στο οποίο έχουν μετατραπεί οι αμερικανοτουρκικές σχέσεις, οι τουρκικές Ενοπλες Δυνάμεις υπενθύμισαν πριν λίγες ημέρες ότι το Ιντσιρλίκ αποτελεί «τουρκική βάση». Τεχνικά αυτό ίσως ισχύει, ωστόσο το ζήτημα είναι βαθιά πολιτικό. Κυρίως, αντικατοπτρίζει την ανησυχία των Τούρκων ότι οι Αμερικανοί έχουν ήδη προ πολλού αποφασίσει να μειώσουν το αποτύπωμά τους στο Ιντσιρλίκ. Ηδη υπάρχει σειρά δημοσιευμένων και μη πληροφοριών για την επιλογή τοποθεσιών από την Ιορδανία μέχρι την Πολωνία, που θα μπορούσαν να αποτελέσουν βάσεις για τη μετεγκατάσταση. Οι ίδιες πηγές αναφέρουν ότι ήδη σε αυτά τα πέντε χρόνια έχουν μεταφερθεί αρκετά από τα στοιχεία των αμερικανικών Ενόπλων Δυνάμεων που στάθμευαν στο Ιντσιρλίκ.

Ολα αυτά επηρεάζουν τον ευρύτερο αμερικανικό σχεδιασμό στη περιοχή. Και σε μια περίοδο κατά την οποία η Αθήνα και η Ουάσιγκτον συζητούν (χωρίς κάποιο απτό αποτέλεσμα ακόμα) το μέλλον της σχέσης τους με επίκεντρο την Συμφωνία Αμοιβαίας Αμυντικής Συνεργασίας (MDCA). Μια πιθανή αναδιοργάνωση των αμερικανικών δυνάμεων στην περιοχή θα μπορούσε να οδηγήσει στοιχεία όπως ιπτάμενα τάνκερ, ελικόπτερα και UAV σε βάσεις ανά την Ελλάδα (κυρίως στη Σούδα και τη Λάρισα), ενώ όπως απέδειξε και η μόνιμη στάθμευση του USS Hershel “Woody” Williams στη Σούδα, το Ναυτικό των ΗΠΑ υπολογίζει πλέον τη Κρήτη ως σταθερό σημείο για τον σχεδιασμό επιχειρήσεων και παρουσίας στην ευρύτερη περιοχή ευθύνης του 6ου Στόλου. Επίσης, η ελληνοαμερικανική συνεργασία στον τομέα των εξοπλισμών (που ήδη μετρά τα επτά ελικόπτερα MH-60R, την ευρισκόμενη σε εξέλιξη αναβάθμιση των F-16, καθώς και επερχόμενες πιθανές συμφωνίες) θα διευρυνθεί.

Πέρα από τα όσα αφορούν το Ιντσιρλίκ, οι αμερικανοτουρκικές σχέσεις θα αργήσουν πολύ προτού επανέλθουν σε κάποιου είδους κανονικότητα. Παρά το γεγονός ότι η Αθήνα ευλόγως επικεντρώνει στις αμιγώς ελληνοαμερικανικές σχέσεις, είναι απολύτως σαφές ότι το τηλεφώνημα της 25ης Μαρτίου ανάμεσα στον πρόεδρο Τζο Μπάιντεν και τον πρωθυπουργό Κυριάκο Μητσοτάκη, πέρα από το κυρίως διμερή χαρακτήρα του, είχε ως στόχο την εκπομπή του μηνύματος ότι οι «ΗΠΑ επέστρεψαν» και δεν θα επιτρέψουν τον εκτροχιασμό της κατάστασης στην περιοχή. Τα παραδείγματα του Εβρου και της κρίσης του «Ορούτς Ρέις» έχουν πλέον μελετηθεί από το σύνολο των συμμάχων και εταίρων της Ελλάδας και της Τουρκίας στο ΝΑΤΟ, γεγονός που απλά επιβαρύνει τη θέση των Τούρκων στο εσωτερικό της συμμαχίας, παρά την προφανή δημόσια προσπάθεια να διατηρηθεί η «βιτρίνα» των καλών σχέσεων. Από την Αθήνα την ίδια στιγμή επιλέγουν να αναδεικνύουν και συμπεριφορές της Αγκυρας πέρα από τα αμιγώς ελληνοτουρκικά ζητήματα, που διακινδυνεύουν την ασφάλεια περιοχών πολύ ευρύτερων. Δεν είναι τυχαία η πρόσφατη αναφορά του υπουργού Εξωτερικών Νίκου Δένδια στην ανέγερση του πυρηνικού σταθμού στο Ακούγιου, ανήμερα της επετείου των 35 χρόνων από το καταστροφικό πυρηνικό δυστύχημα του Τσερνόμπιλ.

Στην Αθήνα αναμένουν σπασμωδικές κινήσεις, ενδεχομένως και μια «ήπια» εκδοχή του θέρους του 2020, με έρευνες από το «Ορούτς Ρέις» ή το «Μπαρμπαρός», αλλά δεν θεωρούν ότι είναι δυνατή μια κλιμάκωση πέρα από κάποιο σημείο. Κινήσεις όπως αυτή της αποστολής του υφυπουργού Εξωτερικών Γιαβούζ Σελίμ Κιράν για την προώθηση της καταπιεσμένης «τουρκικής» ταυτότητας στους κόλπους της μουσουλμανικής μειονότητας της Θράκης, είναι ενοχλητικές αλλά αναμενόμενες.

Προς το παρόν η κυβέρνηση Ερντογάν επιχειρεί να αποπροσανατολίσει από την άθλια κατάσταση στο εσωτερικό είτε με ένταση των χτυπημάτων κατά των Κούρδων στο Ιράκ και τη Συρία, είτε μέσω της σκλήρυνσης της στάσης στο Κυπριακό. Αν και η μακρόχρονη εκκρεμότητα του Κυπριακού δεν το καθιστά χρονικά πιεστικό πρόβλημα, η στάση της Τουρκίας και του προσώπου το οποίο ηγείται του ψευδοκράτους, δημιουργεί στη Κύπρο μια κατάσταση οιονεί αφόρητη. Η άτυπη πενταμερής στη πραγματικότητα αποτέλεσε μια πλατφόρμα όπου για πρώτη φορά τόσο ανοιχτά παρουσιάστηκε ενώπιον του γ.γ. του ΟΗΕ και των λοιπών εγγυητριών δυνάμεων της Κύπρου, ένα σχέδιο διχοτόμησης του νησιού. Η Κύπρος αποτελεί κόκκινη γραμμή πίσω από την οποία η τουρκική επιθετικότητα δεν υποχωρεί και οι επόμενοι μήνες ίσως οδηγήσουν σε περαιτέρω προκλήσεις. Στη Λευκωσία το γνωρίζουν καλά αυτό.

Ο Ιούνιος είναι ούτως ή άλλως μήνας σημαντικός, καθώς έως τότε η Αγκυρα και η Κομισιόν θα πρέπει να έχουν καταλήξει σε μια συμφωνία που θα αντικαταστήσει η δήλωση του Μαρτίου 2016 για το Προσφυγικό. Αποτελεί ίσως το μοναδικό σημείο στο οποίο οι ευρωτουρκικές σχέσεις μπορεί να παρουσιάσουν κάποιο απτό βήμα προς τα εμπρός. Πολλά θα καθοριστούν και για τη στάση της Ευρώπης, από το αποτέλεσμα που θα έχει η συνάντηση του Τζο Μπάιντεν με τον Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν στις Βρυξέλλες, στο περιθώριο της Συνόδου Κορυφής του ΝΑΤΟ.

Το παράδειγμα των ΗΠΑ είναι σημαντικότερο από ποτέ, καθώς στην Ευρώπη διαμορφώνεται πλέον μια κατάσταση αποσύνθεσης. Στη Γερμανία η Ανγκελα Μέρκελ βρίσκεται σε αποδρομή και για πρώτη φορά μια υποψήφια από τους Πράσινους έχει σοβαρές πιθανότητες να αναδειχθεί καγκελάριος. Στη Γαλλία ο Εμανουέλ Μακρόν διανύει ένα προεκλογικό έτος, με τις ακροδεξιές φωνές να αυξάνονται και τη Μαρίν Λεπέν να επενδύει στην ξενοφοβία. Στην Ιταλία ο Μάριο Ντράγκι εκμεταλλεύεται το κενό, ωστόσο με τους εγγενείς περιορισμούς που έχει το ιταλικό σύστημα – και το γεγονός ότι δεν έχει εκλεγεί.

Ακολουθήστε το Protagon στο Google News