1252
Γιάννης Σπανός, Θάνος Μικρούτσικος, Λαυρέντης Μαχαιρίτσας, Σωτηρίας Λεονάρδου. Δημιουργοί που τα τραγούδια τους συνόδεψαν σημαντικές στιγμές στη ζωή του καθενός μας | CreativeProtagon

Γιατί τους πενθούμε τόσο;

Παύλος Ηλ. Αγιαννίδης Παύλος Ηλ. Αγιαννίδης 31 Δεκεμβρίου 2019, 07:35
Γιάννης Σπανός, Θάνος Μικρούτσικος, Λαυρέντης Μαχαιρίτσας, Σωτηρίας Λεονάρδου. Δημιουργοί που τα τραγούδια τους συνόδεψαν σημαντικές στιγμές στη ζωή του καθενός μας
|CreativeProtagon

Γιατί τους πενθούμε τόσο;

Παύλος Ηλ. Αγιαννίδης Παύλος Ηλ. Αγιαννίδης 31 Δεκεμβρίου 2019, 07:35

«Χωρίς εισόδημα πικρίας / πώς θ’ αναθρέψεις την απώλεια», παρατηρούσε, στο «Εφόδιο στα τραύματα», η ποιήτρια Κική Δημουλά. Της οποίας συνοδός έγινε με το πιάνο του ο αξέχαστος Θάνος Μικρούτσικος. Ο ίδιος που μας έβαλε να τραγουδήσουμε πρώτη φορά Μπέρτολτ Μπρεχτ, Ναζίμ Χικμέτ και – μετά τον Γιάννη Σπανό – τον ποιητή της θάλασσας Νίκο Καββαδία, μεταξύ άλλων.

Αν καταλάβατε, μιλάμε ήδη για δύο, τις μεγαλύτερες ίσως, μουσικές απώλειες του 2019. Μιας χρονιάς που μας «ορφάνεψε», όπως καθ’ υπερβολήν γράφτηκε στα σόσιαλ μίντια. Μας έβαλε στην αλγεινή θέση να αποχαιρετήσουμε πολλά και κατά κύριο λόγο σημαντικά κεφάλαια του τραγουδιού μας. Πέρα από τον Θάνο Μικρούτσικο, τώρα στο φινάλε της «σαρκοβόρου» για τη μουσική μας χρονιάς, και το Γιάννη Σπανό, αναγκαστήκαμε να στείλουμε ηχηρό – ειδικά στα σόσιαλ μίντια – κατευόδιο στον Λαυρέντη Μαχαιρίτσα και στον δεξιοτέχνη κιθαρίστα και συνθέτη Γιάννη Σπάθα. Αλλά και στον βετεράνο λαϊκό συνθέτη Αντώνη Ρεπάνη και στον νεότερο Στέλιο Βαμβακάρη, στον Θεσσαλονικιό Γιώργο Ζήκα, στον μαέστρο, πιανίστα και ενορχηστρωτή Νίκο Ιγνατιάδη, στην διαφορετική και ενίοτε σπαρακτική Σωτηρία Λεονάρδου.

«Μεσ’ το θυμό βουτηγμένοι σ’ ένα μεγάλο γιατί», που έλεγε με τους στίχους του και ο Χάρης Κατσιμίχας στο «Τραγούδι για την Ελένη Φ.» (την Κύπρια «δασκάλα του Γένους» Ελένη Φωκά), σε μουσική Γκόραν Μπρέγκοβιτς. Η λέξη – κλειδί, εδώ, είναι το Γιατί. Γιατί, άραγε, φαντάζει μαζικός ο θρήνος για αυτές – τις αρκετές και μεγάλες – απώλειες του 2019;

Είναι μόνον η ίδια η απώλεια, που κάνει το θρήνο να μοιάζει, έστω, ότι παίρνει παλλαϊκές διαστάσεις; Ειδικά για δημιουργούς παρόντες στο Τραγούδι μας και ενεργούς όπως ο Θάνος Μικρούτσικος; Όχι. Είναι καταρχάς ότι μιλάμε για δημιουργούς που τα τραγούδια τους συνόδεψαν ή ταυτίστηκαν, για πολλούς, με σημαντικές ή και εμβληματικές στιγμές, στην ζωή του καθενός μας. Στην καθημερινότητά του. Ένα τραγούδι που θυμίζει την απώλεια ενός αγαπημένου προσώπου και παίζει στο ραδιόφωνο ή στο ταξί. Ένα πολιτικό σχόλιο στην δύσκολη ζωή μας. Ένας στίχος ποιητή για τον έρωτα ή τον χωρισμό μας. Μια νύξη μουσική για την θλίψη μας…

Είναι, ακόμη, ότι αναπόφευκτα φτάνει να σταματήσει το βιολογικό ρολόι μουσικών δημιουργών, μίας και δύο και τριών προηγούμενων γενεών; Ή, μήπως, αυτές οι απώλειες σηματοδοτούν ένα τέλος, ένα κλείσιμο ενός μεγάλου και λαμπρού κύκλου δημιουργίας;

Το ακόμη πιο αλγεινό είναι ότι ελάχιστοι δημιουργοί και ερμηνευτές ή τραγουδοποιοί από επόμενες γενιές φαίνεται ότι θα μπορούν να τους αντιπαρατεθούν, στο τέλος αυτού του κύκλου της απώλειας

Μιλάμε για την ελληνική μουσική – και κυρίως λαϊκή – δημιουργία στις δεκαετίες κυρίως του ‘60 και ‘70, που και στο τραγούδι και στο σινεμά έχουμε στο μυαλό μας ως «χρυσές». Ή, έστω, ως ηχηρά αποδοτικές. Δεκαετίες που οι δημιουργοί τους άλλαξαν για πάντα πράγματα στην ελληνική μουσική και το τραγούδι.

Όπως ο Γιάννης Σπανός, που δουλεύοντας στις μπουάτ του Παρισιού για χρόνια, ήταν εκείνος που θεωρείται ότι μας έφερε το βραχύβιο, ίσως, όμως ισχυρά επιδραστικό Νέο Κύμα. Όπως, μαζί με τον Θάνο Μικρούτσικο, μας γνώρισαν και έβαλαν στο στόμα μας στίχους ποιητών, τους οποίους πολλοί δεν θα είχαμε καν ακούσει στην ζωή μας. Μας έθισαν στην ποίηση, όπως και αρκετοί άλλοι.

Και το κυριότερο; Πάνω τους «πάτησαν» οι επόμενες μουσικές γενιές, που είπαν ξανά και ξανά τα τραγούδια εκείνων και έπλασαν τα δικά τους με την γνώση και το αίσθημα που τους είχε παραδοθεί από τους προηγούμενους. Η δεξιοτεχνία και η ευαισθησία του Γιάννη Σπάθα δεν ξέρουμε πως θα είχε ανθίσει, αν δεν άκουγε ξανά και ξανά, σαν ηχώ, σε κάποια άκρη του μυαλού του τα «Πολιτικά τραγούδια» και τα αγαπημένα «Τροπάρια για φονιάδες» του Θάνου Μικρούτσικου.

Ο ιδιότυπος λαϊκός Αντώνης Ρεπάνης, που χάσαμε το 2019, μπορεί να μην έχει περάσει στην πρώτη δεκάδα των λαϊκών μας βάρδων, όμως τα 60 χρόνια που υπηρέτησε το είδος του χαρίζουν μια διαχρονικότητα και τον καθιστούν κάτι σαν σύνδεση με τα επόμενα της μουσικής μας. Μια ιδιότυπη γέφυρα από το τότε στο μετά. Ένα μπουζούκι που αλλάζει τον ήχο του, όσο διαχέεται στην ελληνική νύχτα, που περνάει από την ακμή και την παρακμή της, ηλεκτρικό και βαθιά επιδραστικό στα ήθη της. «Πάρε ότι θέλεις, παλιατζή, από μια νύχτα που δεν ζει», θα μπορούσαμε να παραφράσουμε μία από τις μεγάλες επιτυχίες του. Ή από μια νύχτα, που αλλάζει δραματικά, σβήνοντας εκείνο που λέγαμε «παλιό καλό λαϊκό τραγούδι», μέσα στα λασπωμένα νερά του «σουξεδιάρικου» και του «σκυλάδικου». Κι έγινε πια «Αγάπη μου επικίνδυνη» (άλλο σουξέ του) όσο προχωράει στο μέλλον.

Κάποιοι έμειναν να φυλάνε Θερμοπύλες, σε αυτό το «παλιό καλό λαϊκό», μεταπλάθοντάς το σε κάτι νεότερο. Όπως ο Θεσσαλονικιός συνθέτης και στιχουργός και σολίστ του μπουζουκιού Γιώργος Ζήκας. Που βρήκε το λαϊκό αυτό δρόμο του, χάρη στην παραίνεση του συντοπίτη του Διονύση Σαββόπουλου κι έπειτα του Σταμάτη Κραουνάκη, με το άλμπουμ «Τι είναι η πατρίδα μας» και τον περίφημο «Μπουζουξή» του, με τους Κώστα Μακεδόνα και Άννα Παναγιωτοπούλου. Να κρατήσουμε την αγάπη του για τα χαμένα και ξεχασμένα μέχρι τότε και κάποτε πολύ αγαπημένα λαϊκά βαλσάκια, όπως το εξαιρετικό «Agrigento» του, με τον Γιώργο Νταλάρα.

Κάποιος έπρεπε να γεφυρώσει εκείνα τα «χρυσά» σίξτις και σέβεντις του λαϊκού με την έκρηξη του ελληνικού ροκ και το Νέο Κύμα του Σπανού. Και, πράγματι, ο Βολιώτης Λαυρέντης Μαχαιρίτσας ήταν ο συνεχιστής και των δύο. Ως Τερμίτης, λάτρης των «σκαθαριών» Beatles και ερμηνευτής αντάρτικων συνάμα ξεκίνησε, για να φτάσει να βρει στην πορεία και τις λαϊκές ρίζες του, μέσα στο ροκ, και να τις φωτίσει άπλετα. Αυτό φαίνεται ήταν που τον έφερε στην χορεία των μεγάλων τραγουδοποιών. Το διάδοχο σχήμα των δυναμικών συνθετών, όπως ο Μικρούτσικος και ο Σπανός. Όταν πια η δισκογραφία είχε αφήσει τις «φίρμες» των απαιτητικών συνθετών (λαϊκών όπως ο Τσιτσάνης, αλλά και νεότερων όπως ο Μάνος Χατζιδάκις ή ο αειθαλής Μίκης Θεοδωράκης) για να αναδεικνύει τις «φίρμες» των τραγουδιστών. Ο Μαχαιρίτσας ανήκε στην γενιά εκείνων που πήραν, κατά κάποιον τρόπο, εκδίκηση για τους «αδικημένους» πλέον δημιουργούς. Πλάθοντας ένα μικτό είδος συνθέτη και ερμηνευτή. Τον τραγουδοποιό.

Αυτή η συνέχεια απηχεί και στην ιδιότυπη περσόνα, έως και εκκεντρική, της Σωτηρίας Λεονάρδου, που επίσης μας πήρε το 2019. Δεν είναι τυχαίο ότι η ίδια συνδέθηκε με τον (φανταστικό) ρόλο της Μαρίκας Νίνου, στο εμβληματικό για την σύνδεση του παρελθόντος με το μουσικό μας μέλλον «Ρεμπέτικο» του Κώστα Φέρρη.

Στο πρόσωπο του μαέστρου, συνθέτη, πιανίστα και δεινού ενορχηστρωτή Νίκου Ιγνατιάδη, τέλος, θρηνήσαμε ίσως εκείνη την γενιά που, πατώντας πάνω στην ισχυρή γενιά των δεινών συνθετών, έκανε το πέταγμα προς το εξωτερικό. Με χρόνια καριέρας στην Ολλανδία και συνεργασίες με διεθνή ονόματα όπως ο Χούλιο Ιγκλέσιας, ο Σαρλ Αζναβούρ, ο Ντέμης Ρούσσος, ο Αλμπάνο, είχε καταφέρει ως «διάδοχος» και ο ίδιος να γεφυρώσει τα λαϊκότερα σουξέ της Μαρινέλλας, της Χριστιάνας ή του Γιάννη Πάριου («Είσαι θεός, ήλιος καλοκαιρινός») με την φθίνουσα ποπ της Μπέσυς Αργυράκη.

Να γιατί, λοιπόν, όλες οι απώλειες του 2019 προκάλεσαν ηχηρό ή λιγότερο ηχηρό παλλαϊκό πένθος. Γιατί σηματοδοτούν εκείνο που χάνεται. Επειδή κλείνει τον κύκλο του. Είτε τον έχει κλείσει και δεν μένει πια εδώ για να μας θυμίζει την αρχή του.

Αν σκεφθούμε ότι όλα τα μεγάλα ονόματα που δημιούργησαν και τραγούδησαν και μεσουράνησαν στην εποχή των ισχυρών «συνθετών σταρ» και στην δισκογραφική εποχή των «τραγουδιστών σταρ» είτε έχουν ήδη αποδημήσει είτε έχουν περάσει πια εδώ και καιρό τα εξήντα τους ακόμη και τα εβδομήντα χρόνια ζωής (κάποιοι και τα 35-40 καριέρας), γίνεται προφανές ότι μόνον να θρηνούμε αυτό τον «χρυσό» κύκλο που κλείνει στην μουσικής μας μπορούμε τα επόμενα χρόνια.

Το ακόμη πιο αλγεινό, όμως, είναι ότι ελάχιστοι δημιουργοί και ερμηνευτές ή τραγουδοποιοί από επόμενες γενιές φαίνεται ότι θα μπορούν να τους αντιπαρατεθούν, στο τέλος αυτού του κύκλου της απώλειας. Κι αυτό ανασύρει, ως φινάλε, άλλους στίχους της Κικής Δημουλά: «Διατίθεται απόγνωσις / εις αρίστην κατάστασιν / και ευρύχωρον αδιέξοδον».