1251
Από τις πρόβες για την «Καντάτα» το 1976. Πίσω ακριβώς από τον Θάνο Μικρούτσικο διακρίνεται ο Γιώργος Κιμούλης | Φωτογραφία Αρχείου

Ολα όσα θυμίζουν τον Θάνο Μικρούτσικο: Μελίνα, Πάτρα, Μέγαρο, «Ρόζα»

Παύλος Ηλ. Αγιαννίδης Παύλος Ηλ. Αγιαννίδης 29 Δεκεμβρίου 2019, 09:12
Από τις πρόβες για την «Καντάτα» το 1976. Πίσω ακριβώς από τον Θάνο Μικρούτσικο διακρίνεται ο Γιώργος Κιμούλης
|Φωτογραφία Αρχείου

Ολα όσα θυμίζουν τον Θάνο Μικρούτσικο: Μελίνα, Πάτρα, Μέγαρο, «Ρόζα»

Παύλος Ηλ. Αγιαννίδης Παύλος Ηλ. Αγιαννίδης 29 Δεκεμβρίου 2019, 09:12

Cut, σκηνή πρώτη. Σαν διαρκές φλας μπακ. «Ο ήλιος θα ανατείλει ξανά, κόκκινος». Η φράση με την οποία τελείωνε κάθε μας κουβέντα ή, αν θέλετε, συνέντευξη, από τις πολλές μέσα στις προηγούμενες  δεκαετίες. Πάντα.

Μια φράση, σαν να ήταν δύο και κομβικές για τον Θάνο Μικρούτσικο. Μία, πιστή στην έμφυτη, πολλές φορές εκρηκτική, αισιοδοξία του. Ο ήλιος θα ανατείλει ξανά. Η δεύτερη, πιστή και ενδεικτική – για να μην ξεχνιόμαστε – της ιδεολογίας του. Ακόμη και όταν ο Ανδρέας Παπανδρέου τον είχε βάλει να βοηθήσει την αξέχαστη Μελίνα στο υπουργείο Πολιτισμού του ΠΑΣΟΚ. Ο ήλιος πάντα ανέτελλε κόκκινος. Και είχε πάντα κάτι από τους στίχους του Μπέρτολτ Μπρεχτ, του Ναζίμ Χικμέτ, του Βολφ Μπίρμαν. Όπου και να ήταν, γιατρέ μου, η μισή του καρδιά, η άλλη μισή σε κείνα βρισκόταν. Στα χρόνια που είχαν «Τροπάρια για φονιάδες», πολιτικό πρόσημο και την αγαπημένη του Μαρία Δημητριάδη ως ιέρεια.

Cut, σκηνή δεύτερη. Λίγο μετά την ίδρυση του Φεστιβάλ Πάτρας. Που ο Θάνος Μικρούτσικος κατάφερε να το κάνει να ακουστεί σε όλη την Ελλάδα. Μεθοδικά, με μεράκι και αστείρευτη έμπνευση, από το 1986 που ευαγγελίστηκε να κάνει την ιδιαίτερη πατρίδα του κέντρο Πολιτισμού των καλοκαιριών μας. Και με τι ήχο! Από τον Μπομπ Ντίλαν ως τον Κιθ Τζάρετ, από τον Αστορ Πιατσόλα μέχρι τον Γιεχούντι Μενούχιν, από τον Αρτούρο Σαντοβάλ μέχρι την Τανίτα Τικαράμ, από την Τζόαν Μπαέζ μέχρι τον ελληνολάτρη Ρενέ Ομπρί.

Cut, σκηνή τρίτη. Στο Μουσικό Αναλόγιο του Μεγάρου Μουσικής Αθηνών, που του είχε εμπιστευθεί ο Χρήστος Δ. Λαμπράκης για να φέρει έναν αέρα νεανικό, όπως και στο Φεστιβάλ Πάτρας. Ένα διαρκές Φεστιβάλ με μουσικές, ποίηση και εικαστικές πινελιές μέσα και παράλληλα με το «κλασικό» πρόγραμμα του Μεγάρου. Έμπνευση, μεγάλη έμπνευση. Σε ένα πείραμα που αποδείχτηκε πολύ επιτυχημένο κι ας έσβησε, λίγο άδοξα, όταν πια ο Θάνος άφησε την μαγική, δημιουργική μπαγκέτα του στο Μουσικό Αναλόγιο.

Όταν, αφού διέγραψε μια εντυπωσιακή σε ιδέες και πρωτοτυπία πορεία έως το 1993, πέρασε την πόρτα του υπουργείου Πολιτισμού. Ετσι, σταμάτησε πια να φέρνει, σαρωτική, την ποίηση του Κ.Π. Καβάφη ή, ακόμη και του – άγνωστου στους πολλούς – Τάκη Παπατσώνη, ενσωματωμένη σε μεικτά θεάματα. Σταμάτησε να μετράει πρωτιές κι απρόσμενες πράξεις και συμπράξεις στο ελληνικό τραγούδι. Οπως είχε σηματοδοτήσει την πρώτη επί σκηνής τραγουδιστική εμφάνιση του Σταμάτη Κραουνάκη και μάλιστα σε τραγούδια του Νότη Μαυρουδή.

Πρόλαβαν να γραφτούν όμως στα κατάστιχα της παραστατικής και μουσικής ιστορίας, μεικτά εγχειρήματά του, όπως το «Καμπαρέ Ερίκ Σατί», το «Καρυωτάκης – Σκαλκώτας». Ή η όπερα «Πυλάδης» του Γιώργου Κουρουπού, που παρουσιάστηκε στα υπόγεια του Μεγάρου Μουσικής και αποτύπωσε και το τελευταίο –κινηματογραφημένο– ερμηνευτικό κρεσέντο της Μελίνας Μερκούρη ως Κλυταιμνήστρας.

Cut, σκηνή τέταρτη. Στους διαδρόμους του υπουργείου. Ο ήλιος –ακόμη– ανατέλλει κόκκινος. Εκεί, ο Θάνος Μικρούτσικος, πρώτα ως (εξωκοινοβουλευτικός) αναπληρωτής υπουργός Πολιτισμού της Μελίνας και, μετά την αδόκητη αποδημία της ως υπουργός, διαπίστωσε πως είχε να παλέψει με πολλά θεριά. Και ακόμη περισσότερες αγκυλώσεις. Ότι και να καταλόγιζε όμως κάποιος στην πολιτική θητεία του, θα παραμείνει ο πρώτος που κατάφερε να βάλει «σε σειρά» το, συχνά άκαμπτο και παντοδύναμο τότε, αρχαιολογικό κατεστημένο. Ο πρώτος που θα προσπαθήσει κάτι να κάνει για τις καθυστερήσεις στις απαλλοτριώσεις ή, αντίστοιχα, στην απελευθέρωση οικοπέδων πολιτών, που τα κρατούσε δέσμια για χρόνια η εντυπωσιακά βραδύρρυθμη λειτουργία της Αρχαιολογικής Υπηρεσίας. Χώρια ότι ήταν και ο πρώτος που έθεσε, έστω, επί τάπητος το ζήτημα των πνευματικών δικαιωμάτων των καλλιτεχνών.

Cut, σκηνή πέμπτη. Δυο τρία βράδια του 1996, σε ένα στούντιο, στη Νίκαια. Πρόβες για τα τραγούδια του άλμπουμ «Στου αιώνα την παράγκα». Την πρώτη συνεργασία του Θάνου με τον αξέχαστο Δημήτρη Μητροπάνο. Συνεργασία που την περίμενε χρόνια. Με φόρα. Και που ο Δημήτρης την αντιμετώπιζε, λίγο πολύ, σαν ιερή. Με εντυπωσιακό σέβας. Και πολύ, πολύ τρακ. Γι’ αυτό, άλλωστε, άργησε -όσο κι αν προσπαθούσε ο καταλύτης παραγωγός Ηλίας Μπενέτος– να αποδώσει στην «Ρόζα». Τραγούδι γραμμένο κάπου 10 χρόνια πριν, πάνω στους στίχους του Αλκη Αλκαίου.

Με τον Δημήτρη Μητροπάνο

Ατελείωτες κουβέντες στο στούντιο για το πόσο «πατημένο» ή όχι ζεϊμπέκικο είναι αυτή – η θρυλική πλέον – «Ρόζα». Πόσο… Βίκινγκ έπρεπε να αποδειχθεί στα ντραμς ο Νίκος Καπηλίδης. Και ο Δημήτρης Μητροπάνος να προσπαθεί, βάζοντας όλη του την ένταση στις φλέβες του λαιμού του και στο τεντωμένο, σφιγμένο μπράτσο του. Μέχρι που το «θαύμα» έγινε.

Λίγες βδομάδες αργότερα, ένα τηλεφώνημα της φίλης Ολγας Παυλάτου (τότε στην Minos-EMI, όπως και η φίλη Λία Χατζηδημητρίου, τότε Λούντζη), με τον Θάνο να σιγοντάρει επίμονα δίπλα της, στο ακουστικό, με κατέβασε στην Πλάκα. Στο «Zoom». «Έλα τώρα!», ακουγόταν η φωνή του Θάνου. «Έλα να δεις πώς τα λέει». Ο Δημήτρης Μητροπάνος είχε αποφασίσει, από εκείνο το σέβας που λέγαμε και από επίγνωση της μεγάλης τιμής, να λέει όλα, μα όλα τα τραγούδια του δίσκου στο πρόγραμμα του «Zoom». Ήταν η τελευταία πρόβα. Ήταν καθηλωτικός. Συγκινητικός. Και στην «Ρόζα» εκρηκτικός, αν και δωρικός, όπως πάντα.

Ετσι, για την ιστορία: Τον Ιανουάριο του 2000, αυτή η «Ρόζα», με την ένταση στις φλέβες του λαιμού, προκάλεσε έναν… σεισμό. Μέσα στο «Music Box» της Πέτρου Ράλλη. Δημήτρης Μητροπάνος σε συνεργασία «ροκ», με τον Λαυρέντη Μαχαιρίτσα και τον Διονύση Τσακνή. Η «Ρόζα» ήταν ένας από τους σταθμούς του προγράμματος. Ο Δημήτρης, ο Μητσάρας όπως τον έλεγαν οι δύο μουσικοί συνοδοιπόροι του, έλεγε την «Ρόζα» καρφωμένος, με ένταση, στο δάπεδο. Στα καμαρίνια και οι δύο του ζητούσαν επίμονα. «Ελα, ρε Μητσάρα, χόρεψέ το». Εκείνος, ανένδοτος. Μέχρι που εκείνη τη νύχτα του Γενάρη στην γέφυρα του «πατημένου» μπουζουκιού», αποφάσισε να κινήσει, λίγο, με δυο μικρά βήματα, την «Ρόζα» του. Το τι έγινε στο μαγαζί, είναι δύσκολο να περιγραφτεί. Θαμώνες να τινάζονται όρθιοι, να σκαρφαλώνουν στη σκηνή και να φτιάχνουν έναν παράξενο λαϊκό Χορό, που χτυπάει παλαμάκια στο αργόσυρτο, «πατημένο» ζεϊμπέκικό του. Άλλοι, να έχουν στριμωχτεί στα κάγκελα του εξώστη, έτοιμοι να πηδήξουν στη σκηνή για να τον σιγοντάρουν σε αυτή την ιεροτελεστία, που εφάρμοσε έκτοτε στις ζωντανές εμφανίσεις του.

Cut, σκηνή έκτη. Στην παρουσίαση της εμβληματικής του «Καντάτας για τη Μακρόνησο», πάνω στα ποιήματα του «Πέτρινου χρόνου» του μέντορά του στην ποίηση, Γιάννη Ρίτσου και την «Σπουδή σε ποιήματα του Βλαδίμηρου Μαγιακόβσκι», με νέες ενορχηστρώσεις και με τους Κώστα Θωμαΐδη και Ρίτα Αντωνοπούλου. Ως αφιέρωμα στα 100 χρόνια του ΚΚΕ. Πρωινό του Σεπτεμβρίου του 2018, στον δροσερό κήπο του «Black Duck», δίπλα στην σύζυγό του, την συνάδελφο και συγγραφέα Μαρία Παπαγιάννη.

Έχει πια γίνει γνωστή η μάχη του με την αρρώστια. Ξεκινάμε να μιλάμε για την «Καντάτα». Κάποια στιγμή, σκύβει και μου λέει: «Έζησα την ζωή μου δίνοντας μάχες. Με λάθη. Και σωστά. Και αποφάσιζα πάντα κυρίως να μεγεθύνω το Χρόνο, ρουφώντας την κάθε στιγμή. Δεν θα μπορούσα λοιπόν να αλλάξω σε αυτή τη δύσκολη περίοδο. Δεν θα μπορούσα να εκλιπαρήσω κανέναν. Ούτε τον Χρόνο. Μένω όρθιος και δεν φοβάμαι».

Λίγους μήνες αργότερα, Δεκέμβριος του 2019, μέσα από το νοσοκομείο όπου συνέχισε τη μάχη του, έδινε με ένα μήνυμά του, μια γενναία προέκταση σε κείνα του τα λόγια. Με δυο φράσεις του αγαπημένου του – το έλεγε πάντα αυτό – Ναζίμ Χικμέτ: «Το ζήτημα δεν είναι να είσαι αιχμάλωτος. Το να μην παραδίνεσαι, αυτό είναι»…

Καταβεβλημένος σωματικά αλλά κοιτώντας μας κατάματα σε πρόσφατη φωτογραφία

Cut, σκηνή φινάλε. Δεν είναι εύκολο να συνειδητοποιήσει και να αποδεχτεί κάποιος την αποδημία των ανθρώπων «του». Ειδικά αυτών που έγραψαν, μικρές ή μεγάλες, ιστορίες και στην δική του ζωή. Που του σηματοδότησαν πράγματα. Δεν ξέρω πού πήγε ο Θάνος. Όμως, νομίζω ότι τον βλέπω καθισμένο, κάπου μακριά, μέσα σε συννεφάκια καπνού από την… αιώνια πίπα του, να περιμένει, με ένα χαμόγελο, τον ήλιο να ανατείλει ξανά. Κόκκινος. Πάντα.