1176
Σεμπάστιαν Κουρτς και Βέρνερ Κόγκλερ, Λαϊκό Κόμμα και Πράσινοι, επιχειρούν ένα πολιτικό πείραμα στην Αυστρία | REUTERS/Leonhard Foeger/File Photo

Ε, αυτό είναι από τ’ Αγραφα

Κωνσταντίνος Καραλής Κωνσταντίνος Καραλής 7 Ιανουαρίου 2020, 09:30
Σεμπάστιαν Κουρτς και Βέρνερ Κόγκλερ, Λαϊκό Κόμμα και Πράσινοι, επιχειρούν ένα πολιτικό πείραμα στην Αυστρία
|REUTERS/Leonhard Foeger/File Photo

Ε, αυτό είναι από τ’ Αγραφα

Κωνσταντίνος Καραλής Κωνσταντίνος Καραλής 7 Ιανουαρίου 2020, 09:30

Λίγες μέρες πριν το 2019 περάσει στην Ιστορία, έπαιξαν το «Bella Ciao» στα Αγραφα σε μια συναυλία εναντίον της εγκατάστασης ανεμογεννητριών στο βουνό.

Το «Δίκτυο φορέων και πολιτών για την προστασία των Αγράφων» επιτίθεται με σκληρά λόγια εναντίον των ανεμογεννητριών καθώς αυτοί που «πλασάρουν τις ανεμογεννήτριες ως μία ενεργειακή λύση-απάντηση στα ορυκτά καύσιμα που παράγουν τα αέρια του θερμοκηπίου και φιλική προς το περιβάλλον, λένε ψέμματα» γιατί «οι ανεμογεννήτριες δεν αποτελούν λύση. Η καταστροφή του περιβάλλοντος θα είναι μη αναστρέψιμη για ένα έργο μη αποδοτικό, όπως αποδεικνύεται από παρόμοια έργα σε άλλες ευρωπαϊκές χώρες. Η επαπειλούμενη εγκατάσταση βιομηχανικών αιολικών εγκαταστάσεων πρόκειται να σηματοδοτήσει το τέλος της ήπιας τουριστικής ανάπτυξης της περιοχής και την οριστική αλλοίωση της φυσιογνωμίας της».

Λίγες μέρες μετά, συγκροτήθηκε στην Αυστρία η νέα κυβέρνηση με τη συνεργασία του (δεξιού) Λαϊκού Κόμματος του οποίου ηγείται ο μέχρι πρότινος καγκελάριος της Αυστρίας Σεμπάστιαν Κουρτς, με τους Πράσινους με ηγέτη τον Βέρνερ Κόγκλερ. Μια κυβέρνηση που ένας αρθρογράφος της «Εφημερίδας των Συντακτών» χαρακτήρισε «παρα-φύσιν συνεργασία ακροδεξιάς – πρασίνων» (!).

Πράγματι, με βάση τα στερεότυπα σχετικά με το αριστερό-«προοδευτικό» πρόσημο της οικολογίας και των οικολογικών κιημάτων με την πολιτική τους έκφραση, τους Πράσινους, και τον εναλλακτικό τρόπο ζωής που θα έφερνε η εξάπλωση των ήπιων μορφών ενέργειας (σε αντιδιαστολή με την ενέργεια από τα ορυκτά καύσιμα και την πυρηνική ενέργεια), στερεότυπα που σχηματοποιήθηκαν στις αρχές της δεκαετίας του ’80, αυτές οι δύο ειδήσεις είναι κυριολετικά από τ’ Αγραφα!

Οντως, από τη δεκαετία του ’80 η οικολογία πρόβαλε ως η νέα Αριστερά, που ερχόταν σε αντίθεση και με τον καπιταλισμό και με τον «υπαρκτό σοσιαλισμό» αφού και τα δύο συστήματα δεν είχαν καμία διαφορά ως προς την καταστροφική χρήση της τεχνολογίας για το περιβάλλον και για τις κοινωνικές σχέσεις, ενσωματώνοντας σε συνδυασμό με την οικολογική συνείδηση πλήθος αντισυμβατικές συμπεριφορές. Τότε η πιο χαρακτηριστική έκφραση του οικολογικού κινήματος στην Ευρώπη ήταν το κόμμα των Πρασίνων της Δυτικής Γερμανίας, μία από τις ηγετικές μορφές του οποίου ήταν και ο Γιόσκα Φίσερ, που ως νέος βουλευτής μπήκε στη γερμανική βουλή φορώντας ελβιέλες.

Τον πολιτικό ρόλο που έπαιζε η οικολογία περιέγραψαν πολλοί συγγραφείς μεταξύ των οποίων σημαντική θέση κατέχει ο Αντρέ Γκορτζ. Παραθέτω λοιπόν ορισμένες χαρακτηριστικές φράσεις από το έργο του, όπου φαίνεται καθαρά ο πολιτικός ρόλος της οικολογίας, ως αντίπαλο δέος του καπιταλισμού, καθώς οι πολιτικοί εκφραστές της οικολογίας θεωρούσαν πως το σοσιαλιστικό πρόταγμα λίγο ή πολύ έχει ατονήσει, κυρίως λόγω των σημαντικών μεταβολών στην αγορά εργασίας, που οδήγησε σε σημαντική μείωση του αριθμού των βιομηχανικών εργατών στις αναπτυγμένες χώρες.

Γράφει λοιπόν ο Γκορτς πως «η οικολογική αναδιάρθρωση της κοινωνίας απαιτεί την υποταγή της οικονομικής λογικής σε μία οικο-κοινωνική λογική. Η υποταγή αυτή είναι ασυμβίβαστη με το καπιταλιστικό παράδειγμα της μεγιστοποίησης του κέρδους και της αποδοτικότητας. Είναι επίσης ασυμβίβαστη με μία οικονομία της αγοράς, η οποία εξαναγκάζει τις επιχειρήσεις να ανανεώνουν και να διαφοροποιούν ασταμάτητα την προσφορά τους και να δημιουργούν διαρκώς νέες επιθυμίες…» και αλλού, «Η οικολογική αναδόμηση της οικονομίας για την οποία γίνεται λόγος στην γερμανική και ολλανδική αριστερά, καθώς και στην ιταλική άκρα αριστερά, έχει λοιπόν αναγκαία ένα αντικαπιταλιστικό και ένα σοσιαλιστικό νόημα».

Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, η ανάπτυξη των ανανεώσιμων μορφών ενέργειας απέκτησε κυρίαρχο ρόλο, τόσο γιατί συνδυάστηκε με την διαφαινόμενη εξάντληση των κοιτασμάτων πετρελαίου, που περιέγραψε για πρώτη φορά η περίφημη έκθεση του Κλαμπ της Ρώμης στο τέλος της δεκαετίας του ’60 και μετά από λίγα χρόνια επανέλαβε μία επιτροπή της αμερικανικής κυβέρνησης στην έκθεσή της προς τον πρόεδρο των ΗΠΑ, όσο και γιατί, από την πρώτη συνδιάσκεψη του ΟΗΕ για το φαινόμενο του θερμοκηπίου και το κλίμα στο Ρίο το 1992, τέθηκε το ζήτημα της εκπομπής αερίων του θερμοκηπίου από την καύση των ορυκτών καυσίμων.

Ομως, ήδη από εκείνη την εποχή, αυτή η γραμμική σύνδεση μεταξύ Αριστεράς και οικολογίας, που έκανε πολλούς στην αριστερά να θεωρούν πως η οικολογική κρίση θα ήταν η κρίση που θα έφερνε το τέλος του καπιταλισμού, κάπως διαφορετικά βέβαια από τις προβλέψεις του Μαρξισμού του 19ου αιώνα, εμφάνισε σημαντικές ρωγμές. Και ο κύριος λόγος γι αυτό ήταν οι πολλές και ποικίλες ουσιαστικές μεταβολές στην τεχνολογία που προώθησαν οι καπιταλιστικές οικονομίες για να αντιμετωπίσουν την αυξανόμενη ρύπανση αφ’ ενός και την ενεργειακή ασφάλεια στην τροφοδοσία τους αφ’ ετέρου. Μεταβολές που προωθήθηκαν με ένα μείγμα διορθωτικών μέτρων στη λειτουργία της αγοράς, με συνδυασμό φόρων και επιδοτήσεων, που, μαζί με τις μεγάλες αυξήσεις της τιμής του πετρελαίου τη δεκαετία του ’70 άλλαξαν σημαντικά τους όρους του παιχνιδιού. Ετσι σήμερα, φτάσαμε όντως σε πολύ μεγάλες εγκαταστάσεις παραγωγής ανανεώσιμων πηγών ενέργειας που δεν είναι ήπιες (όπως οι θηριώδεις ανεμογεννήτριες) και τεχνολογίες αντιρύπανσης και προστασίας του περιβάλλοντος, που συνδυάζονται θαυμάσια με τον σύγχρονο καπιταλισμό. Ακόμα και ο γνωστός για τις οικολογικές του ευαισθησίες αρθρογράφος του Guardian, Μομπιό, υποστήριξε την πυρηνική ενέργεια ως λύση απέναντι στο φαινόμενο του θερμοκηπίου και την κλιματική αλλαγή (βλέπε το άρθρο του στον Guardian: «Πώς το ατύχημα στη Φουκουσίμα με έκανε να πάψω να ανησυχώ και να αγαπήσω την πυρηνική ενέργεια» 21/3/2011)!

Από την άλλη πλευρά, αυτή η εξέλιξη δεν είχε διαφύγει της προσοχής του οικολογικού κινήματος. Ετσι, πάλι ο Αντρέ Γκορτς γράφει (1991) πως «η αποκατάσταση ή η αναπαραγωγή ενός βιώσιμου περιβάλλοντος μπορούν να διασφαλιστούν απόλυτα με την ανάπτυξη των οικο-μπίζνες, μιας οικο-βιομηχανίας, ακόμη και ενός τεχνο-οικο-φασισμού, όπως έχει περιγραφεί από τα έργα επιστημονικής φαντασίας. Ο καπιταλισμός μπορεί να αναπτύξει πολύ αποδοτικές οικο-μπίζνες ανταποκρινόμενος σε δημόσιες παραγγελίες, όπως ακριβώς ανέπτυξε μια πολύ αποδοτική πολεμική βιομηχανία. Και μπορεί ακόμη, ανταποκρινόμενος στους νέους κανονισμούς σχετικά με τη μόλυνση, να εξαφανίζει ή να ανακυκλώνει τα βιομηχανικά απόβλητα ή απορρίμματα, να υιοθετεί διαφορετικές τεχνολογίες με μεγαλύτερο κόστος σε κεφάλαια, με κόινδυνο να ανεβούν οι τιμές και να αυξηθούν οι ανισότητες.»

Ετσι λοιπόν διαμορφώνονται δύο προσεγγίσεις στο οικολογικό πρόβλημα: η περιβαλλοντική προσέγγιση, που διατηρεί τις γενικές αρχές του καπιταλισμού και η οικολογική προσέγγιση, που συνεπάγεται αλλαγή παραδείγματος.

Αυτό λοιπόν που βλέπουμε να συντελείται ήδη από την πρώτη συμμετοχή Πρασίνων σε κυβέρνηση, που πραγματοποιήθηκε με τη συγκυβέρνηση του Σοσιαλδημοκρατικού Κόμματος της Γερμανίας υπό τον Σρέντερ με τους Πράσινους του Γιόσκα Φίσερ, είναι η στροφή των πράσινων κομμάτων προς την περιβαλλοντική προσέγγιση, άσχετα από την οικολογική τους ρητορική, στροφή που επιβεβαιώνεται και με την πρόσφατη συγυβέρνηση των αυστριακών Πρασίνων με το δεξιό Λαϊκό Κόμμα. Μια συνεργασία της οποίας οι διαπραγματεύσεις ολοκληρώθηκαν πολύ πιο γρήγορα από όσο περίμεναν διάφοροι σκεπτικιστές, και μάλιστα μεταξύ δύο κομμάτων με πολύ μεγαλύτερες διαφορές από αυτές στη συγκυβέρνηση του γερμανικού παραδείγματος.

Η συμφωνία υπήρξε προϊόν μεγάλης προσπάθειας, όσο και πραγματισμού, ως προς την αντιμετώπιση των προβλημάτων της χώρας: έτσι οι δεξιοί επέβαλαν τις θέσεις τους για τη σκληρή αντιμετώπιση της μετανάστευσης, του πολιτικού Ισλάμ και για την οικονομική πολιτική, ενώ οι Πράσινοι για την οικολογία και τη διαφάνεια (με αντίστοιχο μοίρασμα υπουργείων).

Αν πετύχει αυτό το πολιτικά καινοτόμο πείραμα θα μπορούσε, όπως σημειώνει η ελβετική ΝΖΖ, να αποτελέσει παράδειγμα για όλη την Ευρώπη, καθώς δίνει νέο νόημα στον διάλογο μεταξύ διαφορετικών απόψεων, πάνω σε κρίσιμα σύγχρονα πολιτικά ζητήματα (που αποτελεί, όπως ήδη έχω σημειώσει σε άλλα άρθρα, ένα από τα κρίσιμα ζητήματα της σύγχρονης δημοκρατίας). Καθώς μάλιστα ο διάλογος αυτός οδηγεί στη λήψη αποφάσεων σε επίπεδο κυβέρνησης, αφήνει όσους ερμηνεύουν το παρόν με απλοϊκά στερεότυπα του παρελθόντος, με την έκπληξη πως «αυτά είναι από τ΄ άγραφα».