Τι μας λέει για τον Πούτιν ο θάνατος του υπουργού
Τι μας λέει για τον Πούτιν ο θάνατος του υπουργού
Τη Δευτέρα 7 Ιουλίου, σε ένα πάρκο στην περιφέρεια της Μόσχας, εντοπίστηκε η σορός του Ρόμαν Σταροβόιτ, ο οποίος λίγες ώρες νωρίτερα είχε αποπεμφθεί από τη θέση του υπουργού Μεταφορών της Ρωσίας. Σύμφωνα με τις Αρχές, αφού ενημερώθηκε για την απομάκρυνσή του από τη θέση του, μετέβη, οδηγώντας, στο εν λόγω σημείο και αυτοπυροβολήθηκε με ένα πιστόλι που του είχε απονεμηθεί ως αναγνώριση της υπηρεσίας που προσέφερε στη χώρα του.
Αν και αναπόφευκτα κυκλοφορούν εικασίες ότι δολοφονήθηκε (και υπάρχουν ορισμένες υποψίες ότι πέθανε έως και ημέρες νωρίτερα πριν από την αποπομπή του), προς το παρόν φαίνεται ότι αυτοκτόνησε. Ομως, σε κάθε περίπτωση ο θάνατός του, είτε ήταν αυτοχειρία είτε όχι, είναι μέρος της πολιτικής κρίσης που εκτυλίσσεται βραδέως στη Ρωσία, καθώς οι ελπίδες πως ο Βλαντίμιρ Πούτιν θα τερματίσει τον πόλεμο στην Ουκρανία υποχωρούν. Τουλάχιστον αυτό υποστηρίζει σε ανάλυσή του στους Times του Λονδίνου ο Μαρκ Γκαλεότι, ένας από τους κορυφαίους ειδικούς στη Ρωσία, συγγραφέας δεκάδων βιβλίων, περιλαμβανομένου και του «Η Πτώση: ο Πούτιν, ο Πριγκόζιν και η νέα μάχη για το μέλλον της Ρωσίας».
Η αυτοκτονία
Πριν αναλάβει χρέη υπουργού Μεταφορών ο Σταροβόιτ ήταν κυβερνήτης του Κουρσκ, της παραμεθόριας περιοχής στην οποία κατάφεραν να εισβάλουν οι Ουκρανοί, πέρυσι τον Αύγουστο, προς μεγάλη, φυσικά, δυσαρέσκεια του Πούτιν. Εκτιμάται ότι το ένα πέμπτο των 20 δισ. ρουβλιών (περί τα 220 εκατ. ευρώ) που είχαν διατεθεί για την κατασκευή οχυρωματικών έργων κατά μήκος των συνόρων με την Ουκρανία υπεξαιρέθηκε. Ο διάδοχος του Σταρόβοιτ, Αλεξέι Σμιρνόφ, συνελήφθη τον περασμένο Απρίλιο, έτοιμος να προβεί σε ενοχοποιητικές αποκαλύψεις και για τον προκάτοχο και προστάτη του.
Αφού πληροφορήθηκε την αποπομπή του – προοίμιο της σύλληψής του, σύμφωνα με τους Times – ο Σταροβόιτ φαίνεται να προτίμησε να βάλει τέλος στη ζωή του, αντί να αντιμετωπίσει μια ταπεινωτική δίκη και μια αυστηρή ποινή.
Νέοι κανόνες
Οι Times σημειώνουν πως η κατάχρηση χρημάτων είναι «συνήθης πρακτική» στη Ρωσία, τόσο που υπάρχει και ειδικός όρος («rospil» που σημαίνει πριόνισμα). Σε αυτό το πλαίσιο η υπεξαίρεση ενός 20% θα ήταν «φυσιολογική». Με άλλα λόγια, αυτό που φέρονται να έκαναν ο Σταρόβοιτ και ο Σμιρνόφ θα θεωρούνταν «αποδεκτή διαφθορά».
Ομως, από τότε που ο ρώσος πρόεδρος διέταξε τα στρατεύματά του να εισβάλουν στην Ουκρανία, αυτή η τάξη πραγμάτων άρχισε να κλονίζεται , καταρχάς λόγω των οικονομικών πιέσεων αλλά και της απρόβλεπτης στάσης του Κρεμλίνου και κυρίως του επικεφαλής του.
Ο Πούτιν ανέκαθεν είχε τον πρώτο και τον τελευταίο λόγο για τα πάντα, αλλά κάποτε ήταν διατεθειμένος να ακούει διαφορετικές προτάσεις για το πώς θα μπορούσε να επιτύχει τους όποιους στόχους του. Πλέον, όμως, οι αξιωματούχοι του καλούνται να μαντεύουν τι θα μπορούσε να θέλει να ακούσει ο ρώσος πρόεδρος, με τον Μαρκ Γκαλεότι να κάνει λόγο για «φαύλο κύκλο εικασιών».
Ενώ στην παρούσα φάση ο Πούτιν επιλέγει να μην ασχολείται προσωπικά με δύσκολα ή ενοχλητικά πολιτικά ζητήματα, εξακολουθεί να συγχύζεται, εάν όχι να οργίζεται, όταν αυτά δεν αντιμετωπίζονται. «Απαιτεί πατριωτισμό, αλλά δεν εξηγεί τι σημαίνει αυτό. Κάνει τα στραβά μάτια σε ατοπήματα και στην κραυγαλέα διαφθορά ορισμένων, αλλά τιμωρεί αμείλικτα άλλους για τα ίδια ζητήματα. Για αυτό ο θάνατος του Σταροβόιτ σόκαρε τόσο πολύ τους ομολόγους του», εξηγουν οι Times.
Αναζωπύρωση των διώξεων
Μια σειρά αυτοκτονιών επιφανών ρώσων αξιωματούχων και, κυρίως, επιχειρηματιών έχει προκαλέσει μεγάλο διεθνές ενδιαφέρον αλλά και πολλές υποψίες. Μερικοί από τους θανάτους ήταν αναμφίβολα αυτοκτονίες, αλλά υπάρχουν βάσιμες ενδείξεις ότι κάποιοι δεν ήταν. Ωστόσο, παρά τους ισχυρισμούς ότι αυτοί οι θάνατοι εντάσσονται στο πλαίσιο μιας επιχείρησης εκκαθάρισης του Κρεμλίνου, σύμφωνα με τους Times ενδέχεται να συμβαίνει κάτι άλλο.
«Ο Πούτιν τείνει να επιφυλάσσει τη δολοφονία για τους αντιφρονούντες και εκείνους που θεωρεί προδότες στο εξωτερικό. Στο εσωτερικό βασίζεται στον έλεγχο του δικαστικού συστήματος: σε μια κλεπτοκρατία μπορεί κανείς πάντα να βρίσκει αρκετά στοιχεία για μια δίκη-παρωδία, για μια μακρά παραμονή στη φυλακή και για την κατάσχεση παράνομων κερδών», εξηγεί o Γκαλεότι. Οπότε, αυτοί οι πρόσφατοι θάνατοι, μοιάζουν περισσότερο με ενδείξεις ενός ολοένα πιο βίαιου ανταγωνισμού στους κόλπους των ρωσικών ελίτ.
Αν και κάποιοι από τους ολιγάρχες της Ρωσίας επωφελούνται από την πολεμική οικονομία, πολλοί άλλοι ζημιώνονται: λόγω των κυρώσεων, λόγω του υψηλού βασικού επιτοκίου (20%) και λόγω του αυξανόμενου ελλείμματος στον προϋπολογισμό. Σε αυτό το πλαίσιο ορισμένοι επιστρέφουν σε μεθόδους που ήταν διαδεδομένες κατά την «άγρια δεκαετία του 1990», όταν η Ρωσία προσαρμόζονταν με τον πλέον χαοτικό τρόπο στην οικονομία της αγοράς μετά από την κατάρρευση της Σοβιετικής Ενωσης.
Μία από αυτές τις μεθόδους είναι οι «επιδρομές», δηλαδή η τακτική της κατάσχεσης περιουσιακών στοιχείων μέσω πλαστών εγγράφων και δόλιων δικαστικών αποφάσεων. Μια άλλη είναι τα λεγόμενα συμβόλαια θανάτου. «Αμφότερα τα εγκλήματα βρίσκονται σε άνοδο. Δεν μπορεί να είναι τυχαίο ότι πολλές από τις υποτιθέμενες αυτοκτονίες αφορούσαν άτομα που είτε είχαν αρχίσει (κατά άλλων) είτε υφίσταντο επιδρομές», σημειώνει ο Γκαλεότι.
Η σύλληψη του μεγιστάνα του χρυσού
Ομως επιδρομές εξαπολύει και το Κρεμλίνο. Σύμφωνα με τους Moscow Times, πέρυσι το κράτος ανέλαβε τον έλεγχο σχεδόν 70 εταιρειών, των οποίων το συνολικό ενεργητικό αποτιμήθηκε σε περισσότερα από 544,7 δισ. ρούβλια (6 δισ. ευρώ). Μέσω αυτών των επιδρομών η ρωσική ηγεσία μπορεί να επιδιώκει να γεμίσει τα κρατικά ταμεία, να ανταμείψει (μέσω της μεταβίβασης περιουσιακών στοιχείων) νέους πιστούς στο Κρεμλίνο και τον επικεφαλής του, αλλά και να τιμωρήσει όσους παραβιάζουν «αόρατες» -όπως της χαρακτηρίζουν οι Times – κόκκινες γραμμές.
Ενας τέτοιος στόχος ήταν ο δισεκατομμυριούχος Κονσταντίν Στρούκοφ, ιδιοκτήτης της Yuzhnouralzoloto, της τρίτης μεγαλύτερης εταιρείας εξόρυξης χρυσού της Ρωσίας. Ο ρώσος μεγιστάνας του χρυσού κατηγορείται ότι χρησιμοποίησε τις πολιτικές του διασυνδέσεις και την οικονομική του ισχύ για να προβεί σε εχθρικές εξαγορές εταιρειών τις οποίες στη συνέχεια τις εκχώρησε σε ημέτερους και συγγενείς του. Ομως ούτε αυτή η πρακτική είναι ασυνήθιστη στη μετασοβιετική Ρωσία αλλά για κάποιο λόγο -και υπάρχουν πολλές θεωρίες, αλλά καμία σαφής απάντηση- αυτή τη φορά το κράτος επέλεξε να αντιδράσει.
Κάποια στιγμή ο Στρούκοφ τέθηκε υπό έρευνα για οικονομικές παρατυπίες και υγειονομικές παραβιάσεις καθώς και για μη τήρηση κανόνων ασφαλείας ενώ την 4η Ιουλίου συνελήφθη στον αεροδιάδρομο του αεροδρομίου Τσελιάμπινσκ καθώς ετοιμαζόταν να μεταβεί στην Τουρκία με το ιδιωτικό του τζετ.
Αυτό που ανησυχεί τα μέλη της ελίτ είναι ότι οι δραστηριότητες του Στρούκοφ, ενώ ενδέχεται να ήταν ακραίες σε σχέση με όλα όσα κάποτε θεωρούνταν επιτρεπτά στη Ρωσία, δεν ήταν καθόλου ασυνήθιστες. Επιπλέον ήταν απόλυτα πιστός στην Ενωμένη Ρωσία, το κόμμα του Βλαντίμιρ Πούτιν.
Κάποιου είδους αντίσταση
«Υπό πίεση, το κάποτε σταθερό και προβλέψιμο σύστημα διακυβέρνησης του Πούτιν αλλοιώνεται», εξηγεί ο Μαρκ Γκαλεότι, επισημαίνοντας, ωστόσο, πως «αυτό δεν αποτελεί κάποια ξαφνική κρίση που θα μπορούσε να προκαλέσει κάποια εξίσου ξαφνική αντίδραση. Οσον αφορά το άμεσο μέλλον, η θέση του Πούτιν είναι ακλόνητη». Αλλά είναι αλήθεια πως επικρατεί απογοήτευση και ανησυχία μεταξύ των ελίτ σχετικά με την πορεία που ακολουθείται, καθώς ολοένα αυξάνονται οι πιέσεις που ασκούνται στο σύστημα.
Ορισμένοι πιστοί (και γενναίοι) τεχνοκράτες εξακολουθούν να προσπαθούν να ενημερώνουν τον Πούτιν για τις όποιες προκλήσεις. Ο Μαξίμ Ρεσέτνικοφ, για παράδειγμα, ο υπουργός Οικονομίας της Ρωσίας, προειδοποιεί (από κοινού με την πρόεδρο της κεντρικής τράπεζας της Ρωσίας Ελβίρα Ναμπιουλίνα) για τα οικονομικά δεινά που ήδη διακρίνονται στον ορίζοντα ενώ ο γενικός εισαγγελέας, Ιγκόρ Κρασνόφ, έχει δηλώσει ότι η διαφθορά στα υψηλότερα επίπεδα του συστήματος αποτελεί σοβαρό και διογκούμενο ζήτημα. Οι περισσότεροι, όμως, επιλέγουν να κρατούν το κεφάλι τους χαμηλά και φροντίζουν τα δικά τους συμφέροντα.
Για ορισμένους, παρά τους κινδύνους, αυτό σημαίνει ότι συνεχίζουν να κλέβουν όσο το δυνατόν περισσότερα για όσο μπορούν ακόμα, προβλέποντας πως το μέλλον θα είναι ακόμη πιο δύσκολο σε σχέση με το παρόν. Από αυτή τη σκοπιά δεν πρέπει να προκαλεί εντύπωση ότι οι υποθέσεις διαφθοράς κατά το πρώτο τρίμηνο του τρέχοντος έτους είναι σχεδόν κατά 25% αυξημένες σε σχέση με την ίδια περίοδο πέρυσι.
Αλλοι επιδιώκουν (όπως είχε συμβεί εντός του Κομμουνιστικού Κόμματος Σοβιετικής Ενωσης στα τέλη της δεκαετίας του 1970 και στις αρχές της δεκαετίας του 1980) να χτίσουν οριζόντιες συμμαχίες ώστε να προστατευτούν από τη Μόσχα, προσέχοντας ο ένας την πλάτη του άλλου, αποφεύγοντας να ενοχοποιούν ο ένας τον άλλον και υπονομεύοντας από κοινού τους τοπικούς μηχανισμούς ελέγχου.
Ακόμη και οι περιφερειακοί κυβερνήτες μειώνουν πλέον τα ποσά που είναι διατεθειμένοι να πληρώνουν από τα ταμεία τους σε όλους όσοι επιλέγουν να καταταγούν για να πάνε να πολεμήσουν στην Ουκρανία. Η επιθυμία να επιδείξουν την αφοσίωσή τους στον Πούτιν, ενισχύοντας με έμψυχο υλικό τις ρωσικές δυνάμεις στην Ουκρανία το δυνατόν περισσότερο, έχει, πλέον, περάσει σε δεύτερη μοίρα λόγω πιο πιεστικών οικονομικών και πολιτικών ζητημάτων.
«Δεν πιστεύουν πια ότι αξίζει να προσπαθούν να ευχαριστούν έναν απόμακρο και ιδιότροπο μονάρχη», γράφει ο Γκαλεότι. «Υπάρχει η αίσθηση ότι έχουμε εισέλθει σε έναν κόσμο όπου, όπως μου είπε ένας έμπειρος ρώσος πολιτικός παρατηρητής: “κανείς δεν τολμά να κινηθεί εναντίον του Πούτιν, αλλά κανένας δε θα σταθεί στο πλευρό του, εάν κάποιος άλλος το κάνει”», προσθέτει.
Μάλιστα ο σύγχρονος τσάρος της Ρωσίας πήρε μια πρόγευση αυτού πριν από μία διετία, κατά τη διάρκεια της στάσης της πάλαι ποτέ διαβόητης ομάδας Wagner, τον Ιούλιο του 2023, όταν οι περισσότερες δυνάμεις ασφαλείας ούτε ενώθηκαν ούτε αντιστάθηκαν στους στασιαστές. Και σήμερα ο Βλαντίμιρ Πούτιν ενδέχεται να απολαμβάνει ακόμη λιγότερη πραγματική υποστήριξη σε σχέση με τότε.
Ακολουθήστε το Protagon στο Google News
