2341
Don Giovanni 2021: Nadezhda Pavlova (Donna Anna), Ensemble. | © SF / Monika Rittershaus

O Ντον Τζιοβάνι στη δίνη του #MeToo

Αννα Αθανασιάδου Αννα Αθανασιάδου 31 Αυγούστου 2021, 21:52
Don Giovanni 2021: Nadezhda Pavlova (Donna Anna), Ensemble.
|© SF / Monika Rittershaus

O Ντον Τζιοβάνι στη δίνη του #MeToo

Αννα Αθανασιάδου Αννα Αθανασιάδου 31 Αυγούστου 2021, 21:52

Τι θα συνέβαινε αν ο Don Giovanni, κυνικός σαγηνευτής κάθε είδους γυναικών, όπως εμφανίζεται στην φημισμένη όπερα του Μότσαρτ, κυκλοφορούσε σήμερα κυνηγώντας νέα θύματα για να τα προσθέσει στον κατάλογο των κατακτήσεών του, αλλά έπεφτε πάνω σε μια ομάδα 150 αγανακτισμένων θηλυκών μελών του κινήματος # MeToo; Ως άσπλαχνες Ερινύες, οι κακοποιημένες θα τον εξωθούσαν εκδικητικά στην συντριβή, για να αποκαταστήσουν την αξιοπρέπεια και την ελευθερία τους, που ο ίδιος εκμηδένισε τόσο αδιάφορα; Ή μήπως θα του γύριζαν απλώς σιωπηλά την πλάτη, αλλά η παρουσία τους θα τον στοίχειωνε αιώνια, καθώς θα του υπενθύμιζε βασανιστικά πόσο αδιάφορη είναι η ζωή του, πόσο μάταιο το κυνήγι της ευτυχίας, αφού το άλλοτε μεθυστικό κοκτέιλ «σεξ- ναρκισσισμός- εξουσία» τώρα πια μεγαλώνει το υπαρξιακό κενό του;

Το ερώτημα αυτό αναδύεται μέσα από την πρόσφατη παρουσίαση της όπερας του Μότσαρτ στο φετινό Φεστιβάλ του Zάλτσμπουργκ και στο πλαίσιο των γιορταστικών εκδηλώσεων για τα εκατό χρόνια της λειτουργίας αυτού του πολύ σημαντικού ευρωπαϊκού πολιτιστικού θεσμού. Στο πρώτο φεστιβάλ εδώ, στην γενέτειρα του Μότσαρτ, παρουσιάστηκε το «Ντον Τζιοβάνι», που χαρακτηρίστηκε ομόφωνα και ως «όπερα των οπερών» λόγω της αντοχής της στον χρόνο και της συχνότητας των επαναλήψεών της.

Ιδιαίτερα φέτος, εν μέσω του πανδημικού 4ου κύματος, το αινιγματικό αυτό αριστούργημα προκάλεσε έντονους κυματισμούς, ενθουσιασμό και απόρριψη, στο μασκοφόρο κοινό και στα μίντια. Δικαιολογημένη αυτή η υποδοχή, καθώς το ανέβασμά του αποτέλεσε προϊόν συνεργασίας δύο «άτακτων παιδιών» του μουσικοθεατρικού χώρου, φημισμένων για τις ανορθόδοξες προσεγγίσεις των κλασικών έργων, του ιταλού σκηνοθέτη Ρομέο Καστελούτσι και του έλληνα διευθυντή ορχήστρας Θεόδωρου Κουρεντζή με την ορχήστρα MusicAeterna.

Στην φετινή παραγωγή η γυναίκα αποκτά ισοδύναμο, αν όχι σημαντικότερο ρόλο από αυτόν του ερωτομανή αντιήρωα. Επιλέγοντας μια εστίαση πολυδιάστατη, ο σκηνοθέτης απογυμνώνει το έργο από παλιότερες, αναμενόμενες ερμηνείες του. Έτσι και ο ιερός χώρος του καθολικού ναού, που συνιστά αρχικά το μόνο σκηνικό, εκκενώνεται από όλα τα θρησκευτικά σύμβολα και έργα τέχνης από ένα συνεργείο εργατών. Ολοφάνερα τα πρόσωπα της όπερας δεν αντλούν πια το νόημα της ζωής τους από το θείο νόμο, αλλά από τον «αρχαιοελληνικό έρωτα», κατά δήλωση του ίδιου του Καστελούτσι, δηλαδή την ερωτική επιθυμία, που όμως παραμένει θολή, αντιφατική.

Αμέσως μετά, λίγο πριν την εισαγωγή, ένας τράγος διασχίζει την κενή σκηνή από αριστερά προς τα δεξιά. Ένα σύμβολο της ανδρικής ορμής, αλλά ίσως και υπαινιγμός στην τραγωδία ( «τράγων ωδή» ) που αναδεικνύεται σε αυτό το drama jocoso, όπως χαρακτηρίστηκε η όπερα εξαρχής; Η συνταρακτική εισαγωγή δονεί τον άδειο πια, λευκοφωτισμένο χώρο, που διαφαίνεται αχνά. Η μουσική, τα τραγούδια και η θεατρική δράση ξετυλίγονται με σκόπιμη επιβράδυνση πίσω από ένα πέπλο γάζας που παρεμβάλλεται ανάμεσα στην σκηνή και το κοινό, ιδίως σε όλη την διάρκεια της 2ης πράξης, ώστε να κάνει πιο έντονη την διαίρεση του θεάτρου σε δύο κόσμους, το «νοητικό χώρο» του Ντον Τζιοβάνι και τον πραγματικό κόσμο της ορχήστρας και των θεατών.

Ο Καστελούτσι, που έχει σκηνοθετήσει και την «Θεία Κωμωδία» του Δάντη, πλάθει με ένα μίγμα από αρχέγονα, κάποτε δυσκολονόητα, άλλοτε kitsch υλικά την προσωπική Κόλαση του Ντον Τζιοβάνι . Σε αυτόν τον αποξενωμένο λευκό χώρο, προέκταση της άδειας καρδιάς του, ο αναρχικός γυναικοθηρευτής επιχειρεί νέες κατακτήσεις, συνοδευόμενος από τον Λεπορέλο, τον αχώριστο υπηρέτη του.

Στην πρώτη πράξη διάφορα αντικείμενα αναδύονται, κυλούν η πέφτουν από ψηλά, αποσπώντας την προσοχή των θεατών από τον παραλίγο βιασμό της Ντόνα Άνα (Nadesha Pavlova) και τον φόνο του πατέρα της, Κομαντατόρε (Mika Kares) από τον εισβολέα Ντον Τζιοβάνι. Μια μικτή λιμουζίνα, ένα αναπηρικό καρότσι, μπάλες σε κάθε μέγεθος, μεταξύ των οποίων και μπάλες του μπάσκετ. Ένα ξεχαρβαλωμένο πιάνο σωριάζεται από ψηλά στο έδαφος.

Σε αυτά τα αντικείμενα – γρίφους αντιπαρατίθενται αρχικά τα ζώα: ένας αρουραίος, δύο κανίς, ένα μικρό κι ένα τεράστιο. Τα δύο σκυλιά, εκκεντρικά καλλωπισμένα, συνοδεύουν τον Ντον Οτάβιο, – τον Michael Spyres – τον στρατιωτικό, πιθανό μνηστήρα της Ντόνα Άνα και επίδοξο εκδικητή για τον φόνο του πατέρα της. Αυτός όμως ο εκφραστής της τάξης και του νόμου, αδέξιος στον έρωτα σε σχέση με τον έμπειρο δεξιοτέχνη ντον Τζιοβάνι, γελοιοποιείται με τις εκκεντρικές εμφανίσεις του, άλλοτε ως Μοντεζούμα, άλλοτε ως στρατιωτικός δικτάτορας, ή πολικός εξερευνητής, φέροντας ή φορώντας σημαίες-λάβαρα, γούνινα πανωφόρια, ένα αγαλμάτινο πόδι αλόγου, ακόμα και ένα βασιλικό στέμμα στο κεφάλι, αντικείμενα – σύμβολα της ανέραστης εξουσίας του.

Don Giovanni 2021: Federica Lombardi (Donna Elvira), Vito Priante (Leporello) © SF / Ruth Walz

Μέσα σε αυτό το παράδοξο τοπίο ο ντον Τζιοβάνι – ο ιταλός βαρύτονος Davide Luciano – αναζητά νέα θηλυκά θηράματα, ικανά να του εξάψουν άλλη μια φορά τον πόθο. Ο υπηρέτης του, ο Λεπορέλο (Vito Priante) παρόμοια λευκοντυμένος και εμφανισιακά σχεδόν όμοιος, το δίδυμό του κυρίου του σε λαϊκή εκδοχή, τον βοηθά χωρίς αναστολές Ακόμα και μετά τον φόνο του Κομαντατόρε, ο υπηρέτης που αρχικά εκφράζει την επιθυμία του να μην υπηρετεί πια τον Ντον Τζιοβάνι, ομολογεί πως τον έχει για πρότυπό του, και τον παρουσιάζει κολακευτικά σχεδόν, αλλά και σαδιστικά, στην Ντόνα Ελβίρα (Federica Lombardi) που, έχοντας εξαπατηθεί από αυτόν, τον καταδιώκει ανελέητα. Ο Λεπορέλο διαλύει τις ελπίδες της με την «άρια του καταλόγου», στην οποία απαριθμεί τις αμέτρητες γυναίκες τις οποίες ο ντον Τζιοβάνι σαγήνευσε, γυναίκες κάθε ηλικίας, τάξης, εμφάνισης. Τονίζει την ερωτική πολυσυλλεκτικότητα του κυρίου του σέρνοντας στην σκηνή έναν μεγάλο εκτυπωτή με σκάνερ, για να δείξει πως όλες αυτές οι εμπειρίες αποτελούν αντίγραφα της ίδιας πράξης. Σκανάρισμα, όμως, ή εκτύπωση σημαίνουν σπάσιμο του κώδικα αυτού που αντιγράφεται, απόλυτη κυριαρχία πάνω σε προβλέψιμα πρόσωπα, άρα και εξαφάνιση του μυστηρίου που γεννά τον πόθο για κάτι διαφορετικό, ανεξήγητο. Οι γυναίκες – τρόπαια της λίστας ολοφάνερα καταντούν μνημονικά σκουπίδια για τον βαριεστημένο γόη, όπως εκείνα που κατακλύζουν την σκηνή μετά το ξέφρενο πάρτι στο σπίτι του. Περιγράφοντας την λίστα, που περιέχει διαφορετικές κατηγορίες γυναικών, όχι απλώς ονόματα ο Λεπορέλο φαίνεται να κατανοεί το διφορούμενο παιχνίδι της επιθυμίας, που απορροφά ολοκληρωτικά τον κύριό του . Κάθε γυναίκα που μπαίνει στην μακροσκελή λίστα του Ντον Τζιοβάνι, ταξινομείται με παρόμοιες άλλες και τυποποιείται με κριτήριο κάποιες ιδιότητες κατάλληλες για κάποιες συναισθηματικές ανάγκες, γούστα και περιστάσεις:

ΛΕΠΟΡΕΛΟ: « Στις ξανθές συνηθίζει
να παινεύει την χάρη,
στις μελαχρινές τη σταθερότητα
στις ασπρομάλλες τη γλυκύτητα.
Τον χειμώνα τις θέλει παχουλές,
λιγνές το καλοκαίρι.
Η μεγαλόσωμη έχει μεγαλοπρέπεια,
και η μικρόσωμη πάντα χαριτωμένη είναι,
τις γριές τις κυνηγάει για την ευχαρίστηση
να τις περάσει στο κατάστιχο…»

Η κάθε γυναίκα της λίστας παύει να ξεχωρίζει με κάποια φευγαλέα μοναδικότητα, ενώ γίνεται προβλέψιμη, υποταγμένη στις ορέξεις του ερωτικού χρήστη της και, αναπόφευκτα, αντικαταστάσιμη από άλλες, τελικά ανεπιθύμητη, ένα πτώμα μνημονικό. Η προσθήκη νέων θηλυκών θηραμάτων στην λίστα τρέφει τον ναρκισσισμό, αλλά και, μοιραία, απονεκρώνει σταδιακά το πάθος του ερωτοθηρευτή για το κάθε νέο πρόθυμο θύμα. Το μεγάλωμα της λίστας, απόδειξη της ακαταμάχητης αρρενωπότητας του Ντον Τζιοβάνι, αυξάνει και την διαφαινόμενη μελαγχολία του, αφού κάθε νέα καταχώρηση σημαίνει και ένα δικό του συναισθηματικό θάνατο, εντείνοντας την απάθεια, το κενό και τον κυνισμό του.

Τρεις γυναίκες συμπρωταγωνιστούν στην όπερα και απαιτούν την μεταμέλεια, την τιμωρία και τον πόθο του. Και οι τρεις, όταν τραγουδούν, συνοδεύονται από άφωνες δίδυμες κομπάρσες, οι οποίες ξεσκεπάζουν τις αντιφατικές επιθυμίες τους. Οι δίδυμοι εαυτοί των τριών ηρωίδων με έντονη σωματική παρουσία και με αποκαλυπτικές κινήσεις εκφράζουν την ανταπόκρισή τους στις επιθυμίες του Ντον Τζιοβάνι, ακόμα και τον προκαλούν να παίξει μαζί τους το αιώνιο κατακτητικό παιχνίδι. Έτσι, οι τρεις διπλασιασμένες γυναίκες παρουσιάζονται ως γεννήτριες και συνάμα τιμωροί της ναρκισσιστικής επιθυμίας, πηγές ζωής και θανάσιμες παγίδες,

Ωστόσο η καθεμία από αυτές τις ανικανοποίητες ηρωίδες χωριστά δείχνει να πιστεύει πως η ζωή της έξαφνα θα βελτιωνόταν, θα εύρισκε ένα νόημα, αν η ίδια κατάφερνε να τιμωρήσει άγρια τον φαλλοκράτη σαγηνευτή της. Οι αντιφατικές προσωπικότητες και των τριών γυναικών ξεσκεπάζονται από τους κλώνους – εαυτούς τους, που δείχνουν να έχουν αυτονομηθεί σχετικά από τα πρωτότυπά τους. Συγκεκριμένα, η Ντόνα Ελβίρα καταδιώκει τον Ντον Τζιοβάννι σαν μαινάδα, έξαλλη που την εγκατέλειψε, αποφασισμένη να τον ξαναφέρει κοντά της ξανά, αλλιώς θα τον εκδικηθεί για την απιστία του βασανιστικά, δολοφονικά, όπως λέει στην άριά της:

ΝΤΟΝΑ ΕΛΒΙΡΑ: «Αν τον ξαναβρώ τον άτιμο,
και δεν γυρίσει κοντά μου,
με τρόπο φριχτό θα τον σκοτώσω
και θα του ξεριζώσω την καρδιά»

Αυτή η εκδικητική άρια αποκτά διαφορετικό νόημα, την στιγμή που μια δίδυμη έγγυος και γυμνή Ελβίρα μας ατενίζει με μητρική νηφαλιότητα, ενώ, λίγο αργότερα αποκαλύπτει ένα μικρό αγόρι, πιθανότατα καρπό της σύντομης σχέσης της με τον Ντον Τζιοβάνι. Εκείνος προσπαθεί να δραπετεύσει τόσο από τον γιο του, όσο και από την μανιασμένη μητέρα, την οποία φυσικά δεν ποθεί, αφού την έβαλε στην λίστα του. Αλλά και αργότερα, όταν η Ντόνα Άνα εξιστορεί στον μνηστήρα της, τον ντον Οτάβιο την σκηνή του παραλίγο βιασμού της, μια βουβή, δίδυμη Ντόνα Άνα οπτικοποιεί το συμβάν σε διαφορετική εκδοχή, καθώς υποδέχεται και αγκαλιάζει εγκάρδια τον Ντον Τζιοβάνι, προσπαθώντας να τον κρατήσει κοντά της κτητικά, διαψεύδοντας έτσι την αφήγηση περί βίας εναντίον της. Και ύστερα, η Τσερλίνα (Anna Lucia Richter) η αισθησιακή νύφη της υπαίθρου, λίγο πριν από τον γάμο της με τον αγρότη Μαζέτο, στο ντουετίνο με τον Ντον Τζιοβάνι αρνείται επίμονα το σεξ μαζί του, παρότι δελεάζεται και κολακεύεται από τα λόγια του, ώστε αμφιταλαντεύεται.

Don Giovanni 2021: Anna Lucia Richter (Zerlina), Davide Luciano (Don Giovanni) © SF / Ruth Walz

Από την άλλη, όμως, η γυμνή δίδυμη κομπάρσα της, κολακευμένη από τις ικεσίες του, δεν δείχνει τον παραμικρό δισταγμό, καθώς με λάγνες κινήσεις των γυμνών μελών της εκφράζει ξεκάθαρα την ανταπόκρισή της στο πάθος του «καβαλιέρε», που της υπόσχεται αριστοκρατικό γάμο και απολαυστική ζωή στο ανάκτορό του, πραγματοποιώντας έτσι το λαϊκό όνειρό της. Αυτή η αμφιθυμία των τριών γυναικών απέναντι στον Ντον Τζιοβάνι μας αποκαλύπτει πόσο στενά συνυφαίνεται συχνά ο έρωτας με την εξουσία και τον ναρκισσισμό.

ΝΤΟΝ ΤΖΙΟΒΑΝΙ: « Εκεί θα δώσουμε τα χέρια,
Εκεί θα μου πεις το ναι.
Κοίτα, μακριά δεν είναι.
Ας φύγουμε καλή / καλέ μου μου από εδώ»

ΤΣΕΡΛΙΝΑ: «Θα ‘θελα και δεν θα ’ θελα…
Τρέμει η καρδιά μου λίγο…
Ευτυχισμένη στ’ αλήθεια θα ήμουν
κι όμως μπορεί να με γελάσει»

Μέχρι εδώ η κατάσταση είναι σχετικά ελεγχόμενη για τον Ντον Τζιοβάνι. Παρότι τα σχέδιά του ματαιώνονται το ένα μετά το άλλο, ξεσπά στο ναρκισσιστικό παραλήρημα ευθυμίας τραγουδώντας με πάθος την εκρηκτική «άρια της σαμπάνιας», που εκτελείται σε ατμόσφαιρα χορευτικού κλαμπ, παρακινώντας τους προσκαλεσμένους στο σπίτι του να μεθύσουν και να χορέψουν, ενώ ο ίδιος θα αναζητά νέα ελκυστικά πρόσωπα για την λίστα του:

ΝΤΟΝ ΤΖΙΟΒΑΝΙ: « Στο μεταξύ
-το βιολί μου εγώ –
με τη μια και με την άλλη
θα ερωτοτροπώ.

Α! στον κατάλογό μου
αύριο το πρωί
καμιά ντουζίνα
θα ’χει προστεθεί»

Ωστόσο κάτι αλλάζει. Αρχικά οι απρόσωπες και ανώνυμες γυναίκες πολλαπλασιάζονται σαν απόμακρες παρουσίες, καθώς αναδύονται από τον σκηνικό χώρο στο τέλος της 1ης πράξης, έχοντας γυρισμένη την πλάτη στο κοινό, Ύστερα, στην δεύτερη πράξη, μας ατενίζουν ολομέτωπα. Σαν να τις γέννησε η ίδια η κατακτητική λίστα, η οποία λειτούργησε όπως μια εκδικητική μήτρα. 150 γυναίκες κάθε ηλικίας, σωματικής διάπλασης και εμφάνισης, ακριβώς όπως τις περιγράφει η «άρια της λίστας», σα να γεννήθηκαν από τον ντοντζιοβανικό εκτυπωτή, για να ξεπεράσουν όμως τις κατηγορίες στις ταξινομήθηκαν, αφού ενώνονται όλες μαζί σε μια πολυσώματη θηλυκή οντότητα, που απαιτεί δικαιοσύνη με υποβλητικό τρόπο. Αυτές αντικρίζουν βουβά το κοινό και κινούνται λικνιστικά, με χορευτική αυτοπεποίθηση και εναρμονισμένα μεταξύ τους, ενώ περιβάλλουν τον Ντον Τζιοβάνι, διακριτικά στην αρχή, παρακολουθώντας τον όλο και πιο επίμονα στην συνέχεια, δείχνοντας πως τον θεωρούν αιχμάλωτό τους, ώστε μεγαλώνουν την φανερή πια σύγχυσή του, όσο κι αν εκείνος παριστάνει ότι τις αγνοεί. Έξαφνα αυτές εγκαταλείπουν τα ρόδινα φορέματα και εσώρουχα και μεταμορφώνονται σε πανομοιότυπες μαυροντυμένες Ερινύες, που συνθέτουν τους τάφους με τα σκιώδη σώματά τους, τα πεσμένα στο έδαφος του νεκροταφείου, όπου περιπλανιέται δήθεν αμέριμνα ο θύτης τους και τώρα πια θύμα τους. Ωστόσο δεν τον κατηγορούν με λόγια, αλλά παραμένουν σχετικά παθητικές, ανεμίζοντας απλώς τα σκοτεινά μαλλιά τους. Έτσι αφήνουν στο κοινό την ευθύνη να αποφασίσει για την τιμωρία που θα άξιζε στον αμετανόητο Ντον Τζιοβάνι. Εκείνος, στοιχειωμένος από τις ανεξίτηλες παρουσίες τους στην μνήμη του, αποφασίζει να προχωρήσει άφοβα προς τον θάνατό του. Η ζωή του έχει χάσει πια το νόημά της.

Όταν φτάσει η θανατερή στιγμή, η απόλυτη μοναξιά του τονίζεται από τα άδεια παπούτσια των 150 θυμάτων του, ροζ παπούτσια αφημένα στην σκηνή, μια υπενθύμιση της άδειας σχέσης τους μαζί του. Πεσμένος στο έδαφος ο Ντον Τζιοβάνι δείχνει υπερβολικά τρωτός και σπαρταρά καθώς μετατρέπεται σταδιακά σε ένα άδειο κέλυφος. Μέχρι να συρρικνωθεί και να απολιθωθεί, σφαδάζει γυμνός, πασαλειμμένος με λευκό, το χρώμα της καθαρότητας και αθωότητας, που τόσο απεχθανόταν σε όλη του την ζωή. Έτσι βυθίζεται στην μαύρη τρύπα της προσωπικής του κόλασης, καταντώντας ένα απομεινάρι όμοιο με τα γύψινα εκμαγεία των νεκρών της Πομπηίας.

Don Giovanni 2021: Davide Luciano (Don Giovanni), Ensemble © SF / Monika Rittershaus

Τελικά, μετά τον θάνατό του, η ζωή των τριών εκδικητριών του δεν γίνεται καλύτερη. Μόνο η Τσερλίνα συμφιλιώνεται με τον Μαζέτο, μην έχοντας άλλη εναλλακτική. Ο γάμος της Ντόνα Άνα με τον Ντον Οτάβιο αναβάλλεται επ’ αόριστον και η Ντόνα Ελβίρα επιλέγει την μοναχική, ανέραστη ζωή.

Από την άλλη πλευρά της διάφανης αυλαίας εξακολουθεί να υπάρχει το πραγματικό #MeToo, με τα μέλη του να διεκδικούν την απόλυτη συντριβή των φαλλοκρατών κακοποιητών. Παρά την ιδιαίτερη ευαισθησία σχετικά με την καταπάτηση των ελευθεριών και δικαιωμάτων των γυναικών – και μάλιστα των καταπιεσμένων- το κίνημα δεν αντιλαμβάνεται πως συχνά πέφτει στην ίδια παγίδα με τον Ντον Τζιοβάνι και τα θηλυκά θύματά του, είτε μπαίνοντας εκούσια σε λίστες ή τοποθετώντας σε λίστες τους φίλους, εχθρούς και αντιπάλους, τους επιθυμητούς η απωθητικούς άλλους. Όμως, στο νοητό χώρο της οπερετικής δράσης, ο σκηνοθέτης προτίμησε να φιλτράρει το #MeToo του Ντον Τζιοβάνι, καθαρίζοντάς το από την διχαστική επιθετικότητα και την υπερβολικά θορυβώδη οργή, σε συνδυασμό με τον αμφίσημο χαρακτήρα της επιθυμίας στη συνάντησή της μες την εξουσία, για να το μετουσιώσει σε ήρεμη δύναμη, που επιβάλλει την παρουσία της χωρίς καταστροφικές ακρότητες για τον θύτη. Αφήνοντας να επαληθευτεί η παλιά ρήση πως ο μεγαλύτερος εχθρός κάποιου είναι ο εαυτός του, αφήνει τον αποχαλινωμένο Ντον Τζιοβάνι να αγκαλιάσει «τον ορίζοντα της επιθυμίας» – όπως το διατυπώνει ο ίδιος ο Καστελούτσι- και να καταβαραθρωθεί στην μαύρη τρύπα της κόλασής του.

Η συγκεκριμένη παράσταση του Don Giovanni στο φετινό φεστιβάλ του Ζάλτσμπουργκ διατίθεται ψηφιακά στο κανάλι Arte (με ποικιλία υποτίτλων) μέχρι τις 5 Νοεμβρίου εδώ.

Ακολουθήστε το Protagon στο Google News