Οι δίκες της Νυρεμβέργης: «Αυτή η ιστορία δεν πρέπει να ξεχαστεί»
Οι δίκες της Νυρεμβέργης: «Αυτή η ιστορία δεν πρέπει να ξεχαστεί»
Το τέλος του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου τον Μάιο του 1945 σηματοδότησε την πλήρη στρατιωτική ήττα του ναζιστικού γερμανικού Ράιχ. Σηματοδότησε επίσης την ίδρυση ενός διεθνούς δικαστηρίου για τη διερεύνηση των ναζιστικών εγκλημάτων και την έναρξη των δικών της ηγεσίας των Ναζί.
Η Νυρεμβέργη, στο ομόσπονδο κρατίδιο της Βαυαρίας στη Γερμανία, είναι ο τόπος ο οποίος επελέγη για να δικαστούν Ναζί εγκληματίες πολέμου. Οι δίκες διεξήχθησαν το 1945 και το 1946 με προεδρεύοντες της ακροαματικής διαδικασίας 22 δικαστές από τις χώρες των συμμαχικών δυνάμεων, Μεγάλη Βρετανία, Γαλλία, Σοβιετική Ενωση και Ηνωμένες Πολιτείες.
Και τώρα στην 80ή επέτειο από την έναρξη των Δικών της Νυρεμβέργης, η «Νυρεμβέργη», ένα ιστορικό δράμα σε σενάριο, συμπαραγωγή και σκηνοθεσία του Τζέιμς Βάντερμπιλτ, που θα κυκλοφορήσει στις 13 Νοεμβρίου στους ελληνικές αίθουσες, από την Spentzos Film, θέτει διαχρονικά ερωτήματα σχετικά με την πηγή του φασισμού και την αληθινή φύση του κακού.

Στον πυρήνα της ταινίας βρίσκονται δύο σπουδαίες ερμηνείες: των βραβευμένων με Οσκαρ Ράσελ Κρόου και Ράμι Μάλεκ, σε ρόλους που αναδεικνύουν τη σύγκρουση ανάμεσα στη Δικαιοσύνη και την ανθρώπινη ψυχολογία.
Η «Νυρεμβέργη» διαδραματίζεται αμέσως μετά τη λήξη του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου, όταν οι Σύμμαχοι κλήθηκαν να αποφασίσουν πώς να αντιμετωπίσουν τα εγκλήματα των Ναζί. Αντί για συνοπτικές εκτελέσεις, επέλεξαν τη δημιουργία ενός πρωτοφανούς διεθνούς δικαστηρίου, θεμελιώνοντας έτσι τη σύγχρονη έννοια του διεθνούς δικαίου.

Η ταινία βασίζεται στο βιβλίο The Nazi and the Psychiatrist του συγγραφέα Τζακ Ελ-Χάι, το οποίο εστιάζει στην αληθινή σχέση ανάμεσα στον Κέλι και τους κατηγορούμενους του Γ΄ Ράιχ κατά τη διάρκεια της δίκης της Νυρεμβέργης.
Ο σκηνοθέτης εστιάζει όχι μόνο στο δικαστήριο, αλλά και στη διαδικασία πίσω από τις σκηνές, φωτίζοντας τον ρόλο των ανθρώπων που διαμόρφωσαν το ιστορικό αυτό ορόσημο — με έμφαση στον ψυχίατρο και τη συναισθηματική ένταση της αποστολής του.
Μια ποινική δίκη είναι από τη φύση της δραματική, συχνά γεμάτη αποκαλυπτικές μαρτυρίες, αντιπαραθέσεις δικηγόρων και αυστηρές δηλώσεις των δικαστών. Και δεν είναι περίεργο το γεγονός ότι πάρα πολλές σημαντικές ταινίες και τηλεοπτικές σειρές διαδραματίζονται σε αίθουσες δικαστηρίων. Κάθε δίκη, δε, παρέχει μια λύση -την ετυμηγορία- η οποία καθορίζει την ενοχή ή την αθωότητα και φυσικά εμπλέκει την αίσθηση του κοινού για το σωστό και το λάθος, σχολιάζει στο BBC Culture η Κλερ ΜακΧιου.
Αλλά ανάμεσά τους ξεχωρίζει η δίκη που ξεκίνησε στη Νυρεμβέργη στα τέλη του 1945, μόλις λίγους μήνες μετά το τέλος του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου, όταν, σε μια άνευ προηγουμένου προσπάθεια να θεωρηθούν υπεύθυνοι για εγκλήματα πολέμου, τα ανώτατα στελέχη των Ναζί μεταφέρθηκαν σε αυτή την κατεστραμμένη από τις βόμβες και γεμάτη ερείπια πόλη, για να εμφανιστούν ενώπιον στρατιωτικού δικαστηρίου.
Ορισμένοι από την πλευρά των Συμμάχων πίστευαν ότι η απλούστερη επιλογή ήταν η συνοπτική εκτέλεση των ηγετών των Ναζί. Ωστόσο, πάρθηκε η απόφαση να τους δοθεί η ευκαιρία να δικαστούν. Οι εισαγγελείς και οι δικαστές του δικαστηρίου, δε, είχαν την τεράστια ευθύνη να ενεργήσουν δίκαια, καθώς πολλοί Γερμανοί αντιλαμβάνονταν τις δίκες σαν τίποτα περισσότερο από εκδικητική «δικαιοσύνη του νικητή», επισημαίνει η ΜακΧιου στο BBC.
Αυτή η τρομερή ιστορία έχει εμπνεύσει στο παρελθόν και άλλους κινηματογραφιστές, με κορυφαίο τον Στάνλεϊ Κράμερ, ο οποίος υπογράφει την παραγωγή και τη σκηνοθεσία του βραβευμένου με Οσκαρ κλασικού έργου «Η Δίκη της Νυρεμβέργης» (1961) με μία πλειάδα σπουδαίων ηθοποιών, όπως οι Σπένσερ Τρέισι, Μπαρτ Λάνκαστερ, Ρίτσαρντ Γουίντμαρκ, Μαξιμίλιαν Σελ, Μοντγκόμερι Κλιφτ, Μαρλένε Ντίτριχ και Τζούντι Γκάρλαντ.

Και τώρα ο σεναριογράφος και σκηνοθέτης Τζέιμς Βάντερμπιλντ, που έκανε το σκηνοθετικό του ντεμπούτο με την «Αλήθεια» (2016) με την Κέιτ Μπλάνσετ και τον Ρόμπερτ Ρέντφορντ, επανεξετάζει τις διάσημες δίκες. «Αυτή η ιστορία δεν πρέπει να ξεχαστεί», τόνισε ο Βάντερμπιλντ στις 5 Οκτωβρίου από τη σκηνή του Διεθνούς Φεστιβάλ Κινηματογράφου Χάμπτονς στην πολιτεία της Νέας Υόρκης, όπου προβλήθηκε για πρώτη φορά η νέα του ταινία. Ο ίδιος – 50 ετών σήμερα – γνώριζε τα ναζιστικά εγκλήματα, καθώς τα γεγονότα ήταν σχετικά πρόσφατα όταν μεγάλωνε. Αλλά για την κόρη του και τους συνομηλίκους της, οι ιστορίες είναι «μακρινές και σχεδόν εξωπραγματικές», είπε.
Ο Βάντερμπιλντ βρήκε την οπτική του διαβάζοντας το βιβλίο του Αμερικανού Τζακ Ελ-Χάι, για τον Χέρμαν Γκέρινγκ και τον Αμερικανό Ντάγκλας Κέλι, έναν νεαρό στρατιωτικό ψυχίατρο, ο οποίος είχε αναλάβει την ψυχολογική αξιολόγηση των κρατουμένων Ναζί που επρόκειτο να δικαστούν στη Νυρεμβέργη.
Ο εκκεντρικός Γκέρινγκ, ένας από τους ισχυρότερους άντρες του ναζιστικού καθεστώτος, δεύτερος στην ιεραρχία μετά τον Χίτλερ, ήταν ένας άσσος της αεροπορίας στον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο, που εξελίχθηκε σε έναν μεγαλόσωμο άντρα βάρους σχεδόν 136 κιλών. Είχε φωτογραφηθεί με αμέτρητες διαφορετικές στολές, συχνά κρατώντας ένα σκήπτρο από ελεφαντόδοντο, στολισμένο με διαμάντια, το οποίο του είχε χαρίσει ο Χίτλερ για να υποδηλώνει τον ανώτατο βαθμό του ως Στρατάρχης του Ράιχ (Reichsmarschall).
Ο Γκέρινγκ ήταν ο ανώτερος από τους 22 εξέχοντες Ναζί, οι οποίοι συνελήφθησαν από τους Συμμάχους και οδηγήθηκαν στο δικαστήριο. Πολλοί άλλοι είχαν αυτοκτονήσει ή είχαν εξαφανιστεί, σημειώνει η Κλερ ΜακΧιου στο BBC Culture.
Στις 9 Μαΐου 1945, στρατιώτες της Εβδομης Στρατιάς των ΗΠΑ συνάντησαν τον Γκέρινγκ, κοντά στο Σάλτσμπουργκ της Αυστρίας. Ηταν επικεφαλής μιας αυτοκινητοπομπής, συνοδευόμενος από τη σύζυγό του, τη μικρή κόρη του και άλλους συγγενείς, υπηρέτες και στρατιωτικούς βοηθούς. Από την πρώτη στιγμή, δε, όπως φαίνεται στη «Νυρεμβέργη», ο διαβόητος ηγέτης των Ναζί γοήτευσε στρατιώτες που τον συνέλαβαν. Τον κοίταζαν με θαυμασμό, του ζήτησαν αυτόγραφο και συνομίλησαν μαζί του (ο Γκέρινγκ μιλούσε αρκετά καλά αγγλικά).
Ο Ναζί και ο ψυχίατρος
Σύντομα, ωστόσο, ο Γκέρινγκ χωρίστηκε από την οικογένειά του και μεταφέρθηκε αεροπορικώς στο Μπαντ Μόντορφ, στο Λουξεμβούργο, όπου ο αμερικανικός στρατός είχε μετασκευάσει ένα μεγάλο ξενοδοχείο σε χώρο κράτησης των κορυφαίων Ναζί.

Εκεί ο ψυχίατρος, Ντάγκλας Μ. Κέλι, πέρασε ώρες παίρνοντας συνεντεύξεις από τον Γκέρινγκ και κάνοντάς του ψυχολογικά τεστ. Γρήγορα, ο αμερικανός ψυχίατρος ανακάλυψε ότι ο πρώην Ράιχμαρσαλ ήταν εθισμένος στην παρακωδεΐνη, παίρνοντας δεκάδες χάπια την ημέρα. Και τον βοήθησε να ξεπεράσει τον εθισμό του στο ισχυρό παυσίπονο και να χάσει βάρος.
«Δεν ήταν φίλοι», λέει ο Τζακ Ελ-Χάι στο BBC. «Αλλά δημιούργησαν μια σχέση και ο Κέλι αναγνώρισε ότι είχαν ορισμένα κοινά χαρακτηριστικά προσωπικότητας». Εκτός, όμως, από το να αναγνωρίσει τη γοητεία και την ευφυΐα του Γκέρινγκ, ο στρατιωτικός ψυχίατρος σημείωσε επίσης την ορμή του, την ανυπακοή του, το τεράστιο εγώ του και την έντονη αφοσίωσή του στην οικογένεια και τη χώρα.
Η φιλοδοξία, δε, του γιατρού ήταν να εντοπίσει μεταξύ των Ναζί μια κοινή ψύχωση ή μια συγκεκριμένη διαταραχή, επειδή πίστευε ότι μόνο αυτό θα μπορούσε να εξηγήσει τις φρικτές πράξεις τους. Ωστόσο, μετά από εντατική μελέτη, ο Κέλι παραδέχτηκε ότι εκείνοι οι άνθρωποι ήταν ουσιαστικά οπορτουνιστές, που είχαν αρπάξει την ευκαιρία να ασκήσουν εξουσία και να εκμεταλλευτούν τους άλλους. «Και κατέληξε στο συμπέρασμα ότι πάντα υπήρχαν άνθρωποι σαν αυτούς, αν και οι φρικαλεότητες που διαπράττουν είναι πολύ μικρότερες», λέει ο Ελ-Χάι.
Στη διάρκεια της ταινίας προβάλλεται και το φιλμ που γυρίστηκε από τους στρατιώτες των συμμαχικών δυνάμεων οι οποίοι απελευθέρωσαν τους κρατούμενους στα στρατόπεδα συγκέντρωσης, όπως ακριβώς συνέβη και στην πραγματική δίκη της Νυρεμβέργης. Ο Γκέρινγκ αποστρέφει το βλέμμα του καθώς εμφανίζονται τρεμοπαίζοντας στην οθόνη ασπρόμαυρες εικόνες με αδυνατισμένες φιγούρες και σωροί από πτώματα.
Η πραγματική κλίμακα των εγκλημάτων
Η παρουσίαση της ταινίας από τα στρατόπεδα αποτέλεσε σημείο καμπής στη δίκη, καθώς έφερε τη φρίκη του Ολοκαυτώματος κατευθείαν στην αίθουσα του δικαστηρίου. «Ο Αϊζενχάουερ είχε επιμείνει να κινηματογραφηθούν τα στρατόπεδα», λέει στο BBC ο δρ Τόμας Σβαρτς, καθηγητής ιστορίας στο πανεπιστήμιο Βάντερμπιλτ του Νάσβιλ στο Τενεσί, μιλώντας στο BBC για τον Ανώτατο Διοικητή των Συμμαχικών Δυνάμεων στην Ευρώπη. Και προσθέτει: «Οι Ρώσοι έκαναν επίσης ταινίες. Αυτές ήταν εξαιρετικά αποτελεσματικές στο να καταδείξουν την πραγματική κλίμακα των εγκλημάτων».

Ο Χέρμαν Γκέρινγκ ήταν ένας από τους Ναζί που καταδικάστηκαν σε θάνατο δι’ απαγχονισμού, αλλά αυτοκτόνησε με κυάνιο τη νύχτα πριν από την προγραμματισμένη εκτέλεσή του. Στην ταινία δεν εξηγείται το πώς κατάφερε να προμηθευτεί την κάψουλα. Μια πιθανή απάντηση προσφέρει η ομολογία ενός Αμερικανού, το 2005.
Ο Χέρμπερτ Λι Στίβερς, που υπήρξε φρουρός του κρατούμενου, αφηγήθηκε πώς τον ξεγέλασε μια Γερμανίδα που είχε γνωρίσει, ονόματι Μόνα. Η Μόνα του έδωσε ένα μικρό γυάλινο φιαλίδιο – που όπως του είπε περιείχε φάρμακο – για να το δώσει στον Γκέρινγκ και στη συνέχεια εξαφανίστηκε.
Ωστόσο, ο ίδιος ο Γκερινγκ άφησε ένα σημείωμα προς τον διοικητή της φυλακής στο οποίο ανέφερε ότι κανένας από τους φρουρούς δεν ήταν υπεύθυνος και ότι είχε περάσει κρυφά το κυάνιο στο κελί του μέσα σε ένα βαζάκι με κρέμα μαλλιών και στη συνέχεια το είχε κρύψει. Ακόμη, σε άλλο σημείωμά του, ισχυρίστηκε ότι θα είχε επιτρέψει στους Συμμάχους να τον εκτελέσουν με πυροβολισμούς εκτελεστικού αποσπάσματος, «έναν στρατιωτικό θάνατο», αλλά αρνήθηκε να δεχτεί την ταπείνωση του απαγχονισμού.
Στην ταινία του Βάντερμπιλτ, πάντως, ο Γκέρινγκ δεν έχει την τελευταία λέξη. Αυτή δίνεται σε έναν από τους μεταφραστές του Κέλι, τον νεαρό λοχία, τον Χάουαρντ Τριέστ (Λίο Γούντολ). Ο Τριέστ, Γερμανοεβραίος που γεννήθηκε στο Μόναχο και μετακόμισε στις ΗΠΑ, είχε πολλούς συγγενείς οι οποίοι χάθηκαν στο Αουσβιτς. Στη σκηνή όπου ο Κέλι αναχωρεί από τη Γερμανία για την πατρίδα του, ο Τριέστ του λέει: «Ξέρετε γιατί αυτό συνέβη εδώ; Επειδή οι άνθρωποι το άφησαν να συμβεί»…
Το ζήτημα της συλλογικής ενοχής ήταν ένα ζήτημα που ο Κέλι σκεφτόταν για χρόνια μετά, σύμφωνα με τον Ελ-Χάι: «Και όταν επέστρεψε στις Ηνωμένες Πολιτείες ήταν σε εγρήγορση για τον αναδυόμενο φασισμό. Ηταν καχύποπτος απέναντι στους πολιτικούς, ειδικά στους λαϊκιστές του Νότου που εκμεταλλεύονταν τον φυλετικό διαχωρισμό για να συγκεντρώσουν εξουσία» λέει στο BBC.
Επιστρέφοντας στις ΗΠΑ, το 1947, ο Ντάγκλας Κέλι έγραψε ένα βιβλίο για τις εμπειρίες του με τους κατηγορούμενους Ναζί, με τίτλο «22 Cells in Nuremberg» («22 Κελιά στη Νυρεμβέργη»), το οποίο παρουσίασαν τότε οι New York Times, και έδωσε πολλές διαλέξεις. Ωστόσο, η ζωή του μετά τον πόλεμο τον απογοήτευσε. Το βιβλίο του δεν είχε εμπορική επιτυχία και, παρά την αδιάκοπη δουλειά του ως δάσκαλος, γιατρός, εγκληματολόγος και σύμβουλος της αστυνομίας, επαγγελματικά δεν πέτυχε ποτέ στον βαθμό που θεωρούσε ότι άξιζε. Αρχισε να πίνει υπερβολικά και η διάθεσή του ήταν συχνά κακή και γεμάτη θυμό. Και όταν η σύζυγός του τον συμβούλεψε να ζητήσει βοήθεια από έναν συνάδελφό του ψυχίατρο, απέρριψε την ιδέα θεωρώντας ότι υπονόμευε την δική του εξουσία ως ειδικού στην ψυχική υγεία.
Την Πρωτοχρονιά του 1958, σε ηλικία 45 ετών, μετά από έναν έντονο καβγά με τη σύζυγό του, ο Κέλι κατάπιε κυάνιο μπροστά στον γιο του και τον πατέρα του, αυτοκτονώντας με τον ίδιο τρόπο που το είχε κάνει και ο Γκέρινγκ. Ηταν ένα θλιβερό τέλος για έναν ψυχίατρο που προσπαθούσε ειλικρινά να κατανοήσει τους ανθρώπους που διέπρατταν αποτρόπαια εγκλήματα.
Η ταινία θα κυκλοφορήσει στις 13 Νοεμβρίου στις ελληνικές αίθουσες, από την Spentzos Film
Ακολουθήστε το Protagon στο Google News
