Πίσω στο πατρικό (και στην εφηβεία) για τις γιορτές!
Πίσω στο πατρικό (και στην εφηβεία) για τις γιορτές!
Στη φιδογυριστή ουρά έξω από το «Οπερα» –άλλοι για τον Τζάρμους, άλλοι για τον «Καποδίστρια»– συναντώ ένα ζευγάρι φίλων. Μου λένε για τον γιo τους που ήρθε για τις γιορτές από τη Γαλλία όπου σπουδάζει. «Για πόσες μέρες είναι εδώ;» «Πέντε μέρες! Τόσο όσο», μου λέει με νόημα η μητέρα. Αντιλαμβάνομαι ότι για μία ακόμη φορά έχω σκοντάψει πάνω σε ζευγάρι απαυδισμένων γονέων ενήλικων τέκνων.
Σιγουρεύομαι όταν, κάνοντας μερικές ερωτήσεις ακόμη –έχουμε χρόνο, η ουρά έξω από το σινεμά πάει σημειωτόν– ακούω αυτά που λίγο πολύ βιώνω κάθε φορά που επιστρέφει και η δική μου –φοιτήτρια στη Θεσσαλονίκη– κόρη. Τη δυσκολία συμβίωσης με ένα ενήλικο και εν πολλοίς ανεξάρτητο τέκνο, 20 και κάτι, που όταν γυρίζει στο «πατρικό» μεταμορφώνεται σε έφηβο.
Σχεδόν απελπίζομαι όταν η φίλη στην ουρά μού λέει για «εκείνη τη φορά που μαζεύτηκαν μυρμήγκια στα υπολείμματα από μπισκότα που είχε αφήσει πάνω στο γραφείο του» και όταν πληροφορούμαι ότι ο περι ου ο λόγος νεαρός είναι 28 ετών!
Νομίζω ότι έχει γίνει κάτι σαν επιδημία. Γονείς της δικής μου «φουρνιάς», της Gen X δηλαδή –ναι, αυτής της γενιάς που, σύμφωνα με πρόσφατη, αμφιλεγόμενης αποτελεσματικότητας καμπάνια, έχουμε «χρησιμοποιήσει σταθερό τηλέφωνο με καντράν» και έχουμε «προλάβει την τηλεόραση με δύο κανάλια»–, που δυσκολευόμαστε να «χωνέψουμε» αυτό το πρώτο στάδιο ενηλικίωσης των τέκνων μας. Ενα στάδιο που θα μπορούσε άνετα να συνοψιστεί ως «κατ΄επίφασιν ανεξαρτητοποίηση».
Kάν’ το όπως οι Νοτιοευρωπαίοι
Σε φετινή γιορτινή συγκέντρωση θα έχω την τύχη να ακούσω και τις δύο πλευρές. Η μητέρα μού μιλάει για την 24χρονη κόρη που σπουδάζει Ιατρική στη Βρετανία, επιστρατεύοντας το σύνδρομο «Δόκτορ Τζέκιλ και κύριος Χάιντ». «Το έχω δει με τα μάτια μου. Το φοιτητικό διαμέρισμά της είναι πεντακάθαρο, στα συρτάρια της τα ρούχα είναι ταξινομημένα σε διαχωριστικά, σχεδόν μου έκανε παρατήρηση όταν μια φορά που πήγα, κρέμασα την πετσέτα μου σε λάθος πιαστράκι στο μπάνιο. Οταν έρχεται εδώ, στο πεντάλεπτο το δωμάτιό της έχει ρούχα πεταμένα στο πάτωμα και κουτιά από ντελίβερι έχουν συσσωρευτεί πάνω στο κρεβάτι»
Η 24χρονη κόρη σηκώνει τους ώμους χωρίς να φέρει την παραμικρή αντίρρηση. Στην ερώτησή μου «Γιατί στα 24 σου θεωρείς ότι η μητέρα σου πρέπει να μαζεύει τον χώρο σου;», απολογείται λέγοντας: «Ζω με τρεις αγγλίδες συμφοιτήτριες και εκεί συνέχεια αναγκάζομαι να καθαρίζω. Οταν έρχομαι εδώ, στους γονείς μου, θέλω να μην κάνω απολύτως τίποτα»
Ρουφώντας το αφρώδες κρασί μου μέσα στο στολισμένο στην εντέλεια σπίτι αναρωτιέμαι κατά πόσο στην κατάσταση αυτή έχει συμβάλει αυτό που οι ειδικοί αποκαλούν σήμερα «endless parenting» («γονεϊκότητα χωρίς τέλος»). Διότι σήμερα, ακόμα και όταν τα τέκνα είναι μακριά, η συνδεσιμότητα με τους γεννήτορες είναι διαρκής και συνεχής.
Κάποτε οι γονείς σού έλειπαν γιατί τους μιλούσες μία φορά την εβδομάδα από ένα κοινόχρηστο τηλέφωνο και στα πιο πολλά θέματα της καθημερινότητάς σου αναγκαζόσουν να αντεπεξέλθεις μόνος σου. Σήμερα μπορεί να τους μιλάς μέχρι και πέντε φορές την ημέρα, να τους ζητάς ανά πάσα στιγμή συμβουλές για τις σπουδές σου, για γκόμενους, για το τι μπλουζάκι να φορέσεις στο πάρτι, για θέματα υγείας (θυμίζω την τόσο ευθύβολη διαφήμιση της Aegean «Μαμάκα μου, ψήνομαι»).
Που σημαίνει ότι ο απογαλακτισμός δεν ολοκληρώνεται σχεδόν ποτέ. Οι γονείς είναι πάντα εκεί, ένα video call μακριά, «κολλητοί», σύμβουλοι σχέσεων και personal bankers, όλα μαζί σε ένα, μαξιλάρι, σάκος του μποξ και δεκανίκι.
Και εκεί που νόμιζες ότι όλα αυτά είναι ίδιον του ευρωπαϊκού Νότου, διαφαίνεται ότι και ο υπόλοιπος πλανήτης παραδίδεται σταδιακά σε αυτό το αιώνιο pampering. Και δεν είναι μόνο η τεχνολογία που σιγοντάρει. Είναι και τα οικονομικά (ανα)θέματα, η διαρκής επισφάλεια, η ακρίβεια, το στεγαστικό. Θυμίζω ότι το 67,3% των νέων ενηλίκων (18-34 ετών) στην Ελλάδα δεν έρχονται απλά για τις γιορτές, αλλά ζουν με τους γονείς τους (σύμφωνα με τα στοιχεία της Εurostat για το 2024). Ο αντίστοιχος όρος για την Ευρωπαϊκή Ενωση των 27 αγγίζει το 49,1%.
Στις δε ΗΠΑ η δημοσκόπηση Harris (2023) κατέδειξε ότι ένα 45% των νέων μεταξύ 18 και 29 ετών δήλωσαν ότι ζουν με τη μαμά και τον μπαμπά, καθιστώντας αυτή τη συγκατοίκηση τη συνηθέστερη μορφή διαβίωσης για τη συγκεκριμένη ηλικιακή ομάδα, για πρώτη φορά από το Μεγάλο Κραχ (1929).
Οι νέοι ενήλικες, αυτή η μάστιγα
Οσο, βέβαια, και αν κάποιοι γονείς μιλούν πιο ανοιχτά, έχει ενδιαφέρον ότι η γονεϊκή δυσαρέσκεια γι’ αυτόν τον «ρευστό ενήλικα» που κατά περιόδους (ή και μόνιμα) έρχεται στο «πατρικό» για να μεταμορφωθεί σε «κανονικότατο έφηβο», συχνά αποσιωπάται.
Γιατί είναι δύσκολο να παραδεχτείς ότι το παιδί σου, που εξυπακούεται ότι λατρεύεις και που σου λείπει φρικτά όταν βρίσκεται μακριά σου, όταν επιστρέφει στο σπίτι σού «χαλάει» τη μετά κόπου και μόχθου επανεκτημένη γαλήνη σου («Τι empty nester και κουραφέξαλα!», μου έλεγε, παντελώς απενοχοποιημένα, τις προάλλες στον δρόμο η μητέρα τριών νεαρών γυναικών. «Τώρα που τελείωσε και η τρίτη το σχολείο, ησύχασε το κεφάλι μου!»).
Αλλωστε αυτή η δυσαρέσκεια συχνά συνυπάρχει με την ισόβια ανάγκη για άνευ ορίων κανάκεμα («Δεν με νοιάζει καθόλου που κάθε μέρα ξυπνάει στις 2 και που δεν συνεισφέρει σε τίποτα στο σπίτι, παιδί είναι»). Συνυπάρχει, ακόμη, με ενοχές («Τι να πει και το παιδί που αναγκάζεται στα ντουζένια του να μένει μαζί μας;»), αλλά και με ένα αίσθημα αποτυχίας («Τι έχω κάνει τόσο λάθος και ο 25χρονος συμπεριφέρεται με τον κωλοπαιδισμό 15χρονου;»). Και, βέβαια, με τον διαρκή φόβο για την ψυχική υγεία μιας ομολογουμένως άκρως επιβαρυμένης γενιάς («Αστειεύεσαι; Δεν της κάνω ποτέ παρατήρηση. Με όλα αυτά που συμβαίνουν τριγύρω, την αφήνω να κάνει τη ζωή της και εγώ κάνω μόκο»).
Αν σε όλα αυτά συμπληρώσεις την τοξική ετοιμότητα της μαμάς και του μπαμπά του 2026 να «μικροδιαχειρίζονται» κάθε ώρα και στιγμή κάθε πτυχή στη ζωή του υιού και της θυγατέρας (συχνά προλαβαίνοντας τις δυσκολίες, επιστρατεύοντας πάσης φύσεως δικαιολογίες και «κουκουλώνοντας» τα δυσάρεστα), το κοκτέιλ είναι εκρηκτικό.
Κοιτάζω το άδειο δωμάτιο της κόρης μου, που τώρα πλέον έχει επιστρέψει στη Θεσσαλονίκη και στις πολλαπλές απαιτήσεις της πρώτης ενήλικης ζωή της. Καθαρό, συγυρισμένο, οι δυο γάτες έχουν απλώσει την αρίδα τους πάνω στο ζεστό φλις πάνω στο κρεβάτι της (η μία ήταν δική της, αλλά το καλοκαίρι μάς την άφησε αμανάτι). Οι επτά μέρες «Μαμά, θέλω λεφτά, κλείσε την πόρτα, θα μαζέψω μετά, όχι, δεν πάω να σου αγοράσω αλουμινόχαρτο» πέρασαν πολύ γρήγορα.
Ηδη μου λείπει (η ίδια, όχι οι αναλαμπές της εφηβείας της). Ελπίζω κάποια στιγμή και εμείς, οι γονείς της, και εκείνη, να γίνουμε αρκετά ώριμοι ώστε να χειριστούμε την απόσταση, αλλά κυρίως την εγγύτητα.
Ακολουθήστε το Protagon στο Google News
