1279
| CreativeProtagon/Reuters

Brexit: Εφυγαν αλλά κάποτε θα επιστρέψουν…

Σάκης Μαλαβάκης Σάκης Μαλαβάκης 1 Φεβρουαρίου 2020, 09:00

Brexit: Εφυγαν αλλά κάποτε θα επιστρέψουν…

Σάκης Μαλαβάκης Σάκης Μαλαβάκης 1 Φεβρουαρίου 2020, 09:00

Οι αρχισυντάκτες και οι αρθρογράφοι των Financial Times δεν σταμάτησαν ποτέ να το δηλώνουν, τόσο πριν όσο και μετά από το δημοψήφισμα του 2016 – το ότι η αποχώρηση της πατρίδας τους από τους κόλπους της Ευρωπαϊκής Ενωσης θα αποτελέσει μια πράξη εθνικού αυτοτραυματισμού, ενδεχομένως του βαρύτερου στην πολυκύμαντη βρετανική Ιστορία.

Γεγονός που εξηγεί γιατί λίγα 24ωρα πριν από τα μεσάνυχτα της 31ης Ιανουαρίου, μετά από τα οποία η Βρετανία κατέστη ανεξάρτητη από τις βουλές των Βρυξελλών, ο Μάρτιν Γουλφ, ο διακεκριμένος οικονομικός σχολιαστής της λονδρέζικης εφημερίδας έσπευσε να επισημάνει για ακόμη μια φορά πως από την 1η Φεβρουαρίου «η Βρετανία δεν θα είναι μόνη της, αλλά θα είναι περισσότερο απομονωμένη».

«Ποτέ στη ζωή μου μια βρετανική κυβέρνηση δεν ήταν τόσο αποφασισμένη να προκαλέσει οικονομική ζημιά στον ίδιο της τον λαό», σημείωσε στο κείμενό του ο 73χρονος δημοσιογράφος. Γιατί, σύμφωνα ακόμα και με τις αναλύσεις και τις προβλέψεις της Ντάουνινγκ Στριτ, η εμπορική συμφωνία του Λονδίνου με την ΕΕ, μακροπρόθεσμα θα επιφέρει μείωση στο βρετανικό ΑΕΠ κατά 5 ποσοστιαίες μονάδες, το οποίο αναμένεται πως θα μειωθεί περαιτέρω κατά μισή, τουλάχιστον, μονάδα λόγω του περιορισμού της μετανάστευσης από τις χώρες της ΕΕ.

Ο Μάρτιν Γουλφ υπενθυμίζει επίσης πως κανένα από τα ουσιαστικά προβλήματα που αντιμετωπίζει η βρετανική οικονομία (ελάχιστες επενδύσεις, περιορισμένη αύξηση της παραγωγικότητας, έλλειψη υποδομών, περιφερειακές ανισότητες, ελλείψεις στο εκπαιδευτικό σύστημα) δεν σχετίζεται με την Ευρωπαϊκή Ενωση και προβλέπει πως «το Brexit θα εξαλείψει πολλές δικαιολογίες, αλλά δεν θα επιλύσει κανένα από αυτά τα προβλήματα».

Και όσον αφορά όλα όσα λέγονται περί της ανάκτησης της εθνικής κυριαρχίας της Βρετανίας, ο Γουλφ υπενθυμίζει πως η πατρίδα του «επιλέγει να καταστεί ένα ανεξάρτητο νησί δίπλα σε ό,τι πιθανώς θα συνεχίσει να είναι ένας ενωμένος ευρωπαϊκός γίγαντας. Επιλέγει να ακολουθήσει τον δικό της δρόμο σε έναν κόσμο που κυριαρχείται από αντιμαχόμενες υπερδυνάμεις. Και το κάνει αυτό, υποσχόμενη περισσότερο έλεγχο της μοίρας μας και προδίδοντας τη βούληση της πλειονότητας των νέων ανθρώπων της». Πλέον, ωστόσο, ακόμα και ο Γουλφ αναγνωρίζει πως τα λόγια είναι περιττά, δηλώνοντας: «Η ώρα ήρθε. Πρέπει να ζήσουμε με τις συνέπειες».

Λιγότερο απαισιόδοξος εμφανίζεται ένας άλλος διακεκριμένος Βρετανός, ο Τίμοθι Γκάρτον Ας. «Η Βρετανία δεν εγκατέλειψε την Ευρώπη, απλά πήγε σε ένα άλλο δωμάτιο»υποστηρίζει σε κείμενο του ο καθηγητής στο Κέντρο Ευρωπαϊκών Σπουδών της Οξφόρδης και αρθρογράφος του Guardian, υπενθυμίζοντας πως «ο ευρωπαϊκός ρόλος της Βρετανίας ήταν ανέκαθεν σύνθετος και αμφιλεγόμενος».

Ο Γκάρτον Ας επικαλείται τον βρετανό επίσης ιστορικό Γουίλιαμ Σίτον – Γουάτσον ο οποίος είχε γράψει το 1937 πως «η επιθυμία για απομόνωση και η γνώση πως αυτή είναι αδύνατη αποτελούν τους δύο πόλους μεταξύ των οποίων εξακολουθεί να κινείται η βελόνα της βρετανικής πυξίδας», σημειώνοντας πως τα λόγια του σήμερα ακούγονται πιο αληθινά από τότε.

Και αυτό σημαίνει πως οι εκατομμύρια πρώην Remainers, οι εκατομμύρια υποστηρικτές, δηλαδή, της παραμονής της Βρετανίας στην ΕΕ, μεταξύ των οποίων συγκαταλέγεται και ο Γκάρτον Ας, παρότι η πατρίδα τους θα καταστεί «πιο αδύναμη, φτωχότερη, περισσότερο διχασμένη, με μειωμένη επιρροή και λιγότερο ελκυστική», θα πρέπει τώρα «να επιθυμούν (και μάλιστα να εργαστούν για αυτό) να διαψευστούν, τουλάχιστον εν μέρει, οι απαισιόδοξες προβλέψεις. Εχοντας πολεμήσει το Brexit επί μία τετραετία, πρέπει τώρα, με αυτήν την περιοριστική έννοια, να θέλουμε να επιτύχει το Brexit».

Συγχρόνως, όμως, οι ευρωπαϊστές της Βρετανίας δεν θέλουν σε καμία περίπτωση το Brexit να βλάψει το ευρύτερο ευρωπαϊκό εγχείρημα. Εάν το Brexit δεν εξελιχθεί ομαλά και μετατρέψει τη Βρετανία σε μια «ασταθή, θυμωμένη και μνησίκακη χώρα», αυτό θα επηρεάσει αρνητικά και την Ευρώπη. Αλλά η ΕΕ θα πληγεί περισσότερο στην περίπτωση («απίθανη», σύμφωνα με τον Ας) που μετά την αποχώρησή της από την Ενωση καταστεί  η Βρετανία «παγκόσμια» και «ισχυρή» ξανά, γιατί στην περίπτωση αυτή θα μπορούσαν να αρχίσουν να σκέφτονται σοβαρά και άλλα κράτη – μέλη της ΕΕ να την εγκαταλείψουν.

Για αυτόν τον λόγο οι ευρωπαίοι ηγέτες δεν θα πρέπει να λησμονούν δύο σημαντικά διδάγματα της ευρωπαϊκής Ιστορίας. Καταρχάς το «ότι δεν είναι ποτέ καλή ιδέα η προσπάθεια περιορισμού των διαφορετικών ευρωπαϊκών λαών σε μια κοινή-για-όλους κλίνη του Προκρούστη» και κυρίως ότι «μια Ευρώπη αχαλίνωτου ανταγωνισμού μεταξύ των κρατών, με το καθένα να εξυπηρετεί τα στενά καθορισμένα εθνικά συμφέροντά του, είναι απίθανο να παραμείνει δημοκρατική, ευημερούσα και ειρηνική για πολύ καιρό».

Μακροπρόθεσμα, οπότε, και από αυτήν την ευρωπαϊκή σκοπιά, η «επιτυχία» του Brexit θα εξαρτηθεί κυρίως από την απροθυμία των υπολοίπων κρατών-μελών της ΕΕ να ακολουθήσουν το βρετανικό παράδειγμα.

Ποια, όμως, θα πρέπει να είναι η στάση των ευρωπαϊστών Βρετανών που πολέμησαν το Brexit και ο ευρωπαϊσμός των οποίων συγκρούεται τώρα με τα πατριωτικά τους αισθήματα και καθήκοντα;

Σύμφωνα με τον Γκάρτον Ας «θα πρέπει να ευχόμαστε να τα πάει καλά μετά το Brexit η Βρετανία και η Ευρωπαϊκή Ενωση να τα πάει ακόμα καλύτερα», δεδομένου ότι μια ισχυρή και ενωμένη ΕΕ θα έχει ευεργετική επίδραση στην εκ νέου ανεξάρτητη Βρετανία. Συγχρόνως, όμως, οι ευρωπαϊστές Βρετανοί θα πρέπει να απαιτήσουν από την κυβέρνηση του Μπόρις Τζόνσον αρχικά να εξηγήσει και στη συνέχεια να τηρήσει τη δέσμευσή της περί της επανένωσης των Βρετανών μετά το Brexit. Αυτό συνεπάγεται ότι ο βρετανός πρωθυπουργός (και φανατικός υποστηρικτής του Brexit) θα πρέπει να λάβει σοβαρά υπόψη τα συμφέροντα και τις προσδοκίες των μισών Βρετανών οι οποίοι έως και τις εκλογές του περασμένου Δεκεμβρίου τάσσονταν υπέρ της παραμονής της χώρας τους στην ΕΕ.

Ολοκληρώνοντας την ανάλυσή του ο Γκάρτον Ας επισημαίνει πως θα ήταν λάθος τα υπόλοιπα 27 κράτη – μέλη της Ενωσης να συνεχίσουν να ερμηνεύουν το Brexit στο πλαίσιο μιας «βρετανικής εκκεντρικότητας». Κάποιοι από τους λόγους που οδήγησαν στο Brexit, σχετίζονται όντως με τον «βρετανικό απομονωτισμό», αλλά πολλοί συνδέονται άμεσα με την άνοδο του αυταρχικού εθνικισμού στην Ευρώπη.

«Ο πρώην επικεφαλής του Κόμματος του Brexit Νάιτζελ Φάρατζ θα αισθανόταν σαν στο σπίτι του σε μια Γαλλία με την Λεπέν στην προεδρία ενώ ο Μάικλ Γκόουβ, κύριος υποστηρικτής του Brexit εντός της κυβέρνησης, είναι ένας νοερός πολίτης της Ουγγαρίας του Βίκτορ Ορμπαν. Για να μεταρρυθμιστεί και να ισχυροποιηθεί, θα πρέπει και η Ευρώπη να διδαχθεί από το Brexit», προειδοποιεί ο ευρωπαϊστής βρετανός ιστορικός.

Και επειδή είναι επίσης ένας «φιλελεύθερος πραγματιστής» μαθημένος να «αναμένει το χειρότερο και να εργάζεται για το καλύτερο», παρότι δεν το θεωρεί πιθανό, δεν αποκλείει το ενδεχόμενο η Βρετανία να επιστρέψει κάποια στιγμή στην ΕΕ.

Για να εφαρμοστεί και να αξιολογηθεί το Brexit, θα χρειαστεί τουλάχιστον μια δεκαετία. Ο Γκάρτον Ας ευελπιστεί πως έως τότε θα μπορούσαν οι Βρετανοί να αρχίσουν  να σκέφτονται σοβαρά την πιθανότητα επιστροφής τους στη Ενωση, όχι όμως «με την ουρά στα σκέλια» αλλά έχοντας αντιληφθεί και αποδεχτεί «ποιοι πραγματικά είμαστε και πού πραγματικά ανήκουμε». Για να υπάρχουν, ωστόσο, έστω και ελάχιστες πιθανότητες να μετατραπεί το Brexit σε Brejoin, θα πρέπει σίγουρα να καταστεί και η Ευρώπη περισσότερο ελκυστική και πιο δυναμική από όσο είναι σήμερα.

Αλλά το ότι η Βρετανία κάποια στιγμή θα επιδιώξει στο μέλλον να επιστρέψει στην Ευρωπαϊκή Ενωση το πιστεύει και το ελπίζει και ο Τζούλιαν Μπαρνς. Το 1998 ο διάσημος, βραβευμένος με Booker, βρετανός συγγραφέας έγραψε το μυθιστόρημα «England, England» (Εκδ. Μεταίχμιο) η πλοκή του οποίου εκτυλίσσεται σε ένα απώτερο μέλλον, με την Βρετανία να  ψηφίζει υπέρ της αποχώρησης της από την ΕΕ και να καταφέρνει να την εγκαταλείψει τελικά «έχοντας διαπραγματευτεί τόσο ανυπόφορα παράλογα που στο τέλος την πλήρωσαν για φύγει». Σήμερα, περισσότερα, από είκοσι χρόνια μετά και με εκείνο το μέλλον να έχει καταστεί πλέον παρόν, ο Μπαρνς δεν διστάζει να προβλέψει πως «θα επιστρέψουμε (εάν μας θελήσετε ξανά)».

«Την πρώτη φορά που πήγα στην Ευρώπη, στα τέλη της δεκαετίας του 1950, βρήκα έναν ξένο τόπο και κάπως φοβιστικό. Οι γονείς μου μας τραβολογούσαν με τον αδελφό μου σε εκείνες τις περιοδείες τους στη γαλλική ύπαιθρο. Τις ελάχιστες φορές που διασταυρωνόμασταν με άλλα βρετανικά αυτοκίνητα, χαιρετούσαμε δια χειραψίας τους ξένους συντρόφους μας σε έναν ξένο τόπο. Αλλά η Ευρώπη δεν είναι πλέον ξένη, και οι νέες γενιές, που θα ανέλθουν κάποια στιγμή στην εξουσία, έχουν ταξιδέψει πολύ και επί χρόνια. Δεν μπορούμε να σταματήσουμε να ξέρουμε αυτά που γνωρίζουμε, ούτε να αισθανόμαστε αυτά που νιώθουμε. Οπότε είναι απλά ζήτημα χρόνου: χρειάζεται μόνον να περιμένουμε τη στιγμή που θα επιστρέψουμε, εάν, φυσικά, μας θελήσετε. Και εγώ το ελπίζω», σημείωσε ο Τζούλιαν Μπαρνς σε κείμενό του στην ολλανδική εφημερίδα Trouw.