869
|

«Η Μάγια που μύριζε θέατρο κάθε κουβέντα μαζί της»

«Η Μάγια που μύριζε θέατρο κάθε κουβέντα μαζί της»

Τι μπορείς να προσθέσεις σε ένα συλλογικό, θεατρικό, κατευόδιο; Ψήγματα αναμνήσεων, μόνον. Σαν ελάχιστο πρόσφορο στον βωμό της μνήμης.

Για μία Κυρία. Την Κυρία Μάγια Λυμπεροπούλου, που τον είχε κερδίσει αυτό τον τίτλο (κι ας μην ταιριάζει τίτλος σε όσους αποδημούν).

Ηταν Κυρία του Θεάτρου. Και της διαρκούς, λεπτομερούς σκέψης η Μάγια Λυμπεροπούλου. Πρωταγωνίστρια και πυλώνας σκέψης στο Θέατρο Τέχνης. Ηθοποιός που μαρκάρισε ρόλους μεγάλους. Αλλά και μικρούς που τούς έκανε μεγάλους.

Τι να προσθέσεις, παρά μόνον τα ψήγματα μνήμης. Εκείνα τα σχολικά τετράδια με τις αμέτρητες σημειώσεις, με τακτικά, λιλιπούτεια γράμματα που κουβαλούσε μαζί της. Και τα ανασκάλευε, ακόμη και την ώρα των συνεντεύξεων (πολλοί «παλαιοί» συνάδελφοι θα τα θυμούνται).

Ή, ακόμη, εκείνα τα ολοστρόγγυλα, πεντακάθαρα φωνήεντα στην εκφορά της. Τον καθαρό Λόγο και τις καθάριες σκέψεις – φράσεις. Τα πυκνά συνθήματα στα αποφθέγματά της, στην κουβέντα. Σαν συμπυκνώματα ποίησης, όχι ομιλούμενου λόγου. Και η αύρα της!

Ο κόσμος του ελληνικού θεάτρου πενθεί (και στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης) τη Μάγια Λυμπεροπούλου. Διότι του άνοιξε δρόμους. Του φώτισε σοκάκια. Τον πήρε από το χέρι για να τον πάει –τον καθένα τους, τον καθένα μας– σε νέα λημέρια. Δεν είναι κοπετός. Ούτε αρχαίος κομμός αυτός ο θρήνος. Είναι μνήμη. Και οφειλή. Όπως σωστά το έγραψε ο Κώστας Παπαϊωάννου, «τα εικονοστάσια στο Facebook γίνονται κοιτίδες δημόσιας μνήμης και χαραμάδες να ξεχυθεί το συναίσθημα».

Σ’ αυτά τα εικονοστάσια ας σταθούμε σιωπηλοί, λοιπόν.

«Δεν θα την ξεχάσω ποτέ στο “Νεκροταφείο αυτοκινήτων” που την πρωτοείδα», γράφει στο δικό του εικονοστάσι ο Δημήτρης Καταλειφός. Καταθέτοντας τα δικά του ψήγματα αναμνήσεων, ως πρόσφορο.

«Είχα τη χαρά να τη γνωρίσω  και να παίξω μαζί της στο Λαϊκό Πειραματικό θέατρο του Λεωνίδα Τριβιζά. Μετά με σκηνοθέτησε στη “Γυναίκα της Ζάκυθος”, στη μικρή Επίδαυρο και επίσης έπαιξε τη μητέρα μου στον “Καβάφη” του Γιάννη Σμαραγδή… Ένα μεγάλο δώρο για τον ελληνικό πολιτισμό».

Καθένας, στο δικό του εικονοστάσι, κρατάει εκείνα που τον σημάδεψαν από την Κυρία: «Έφυγε η Αηδόνα των “Ορνίθων”, έφυγε η “Αγγέλα” του Σεβαστίκογλου, η Κλυταιμνήστρα της δεύτερης “Ορέστειας”», γράφει η Μάνια Παπαδημητρίου.

«Έφυγε η πιο πιστή ιέρεια της τέχνης του θεάτρου υπό σκηνοθετική μπαγκέτα. Έφυγε μια από τις θεατρίνες μιας εποχής όπου η δύναμη της πίστης στο όραμα του σκηνοθέτη μετρούσε.

Έφυγε και πέταξε και πάει, Τιοτιοτίξ, στην Νεφελοκοκκυγία. Έφυγε και πάει σ’ έναν κόσμο που ίσως να υπάρχουν δικαιότεροι κανόνες για τις αξίες.

Έφυγε λοιπόν. Και δεν πρόλαβα να πάω σπίτι της. Ενώ το συζητούσαμε, ενώ λέγαμε με φίλους μαθητές της συνεργάτες να πάμε να τη δούμε Δεν ήθελε κόσμο, είχε αποσυρθεί. Κι έφυγε.

Η Μάγια που μύριζε θέατρο κάθε κουβέντα μαζί της».

«Υπέροχη ηθοποιός, μοναδική δασκάλα, και τεράστιο μυαλό με ευαίσθητες κεραίες για τη σφυγμομέτρηση της κάθε εποχής στο θέατρο. Ανθρώπους με τη δική της συγκρότηση σπάνια βρίσκεις στη δουλειά μας», καταθέτει το δικό του πρόσφορο στο βωμό της μνήμης ο σκηνοθέτης Νίκος Χατζόπουλος.

«Πάντα πρόθυμη να προσφέρει τη σκέψη και τον προβληματισμό της, με στόχο την εξυγίανση και τον εξορθολογισμό του χαώδους θεατρικού τοπίου στην Ελλάδα. Η Πολιτεία την θυμόταν κάθε φορά που έφτιαχνε επιτροπές επί επιτροπών, για τη θεατρική εκπαίδευση, για το θεσμό των επιχορηγήσεων, για την περίφημη Ακαδημία Θεάτρου κ.λπ. Και η Μάγια ανταποκρινόταν.

»Κι αφού δούλευε συστηματικά και αφιλοκερδώς επί χρόνια στις επιτροπές για να φτάσει σε ένα αποτέλεσμα, ερχόταν ο επόμενος υπουργός ή η επόμενη κυβέρνηση και πετούσε τα πορίσματα της όποιας επιτροπής στον κάλαθο αχρήστων.

»Η Πολιτεία τής χρωστάει, λοιπόν. Τα μαλλιοκέφαλά της. »Κι εμείς της χρωστάμε. Όλοι».

Η Μάγια Λυμπεροπούλου, 17 ετών, στο λεύκωμα του Κολλεγίου, το 1957

«Η Μάγια αποχαιρέτησε με τα φτερά της κερδισμένα για πάντα», καταθέτει ο Σταμάτης Κραουνάκης, μαζί με μερικά ενσταντανέ του από συνεργασία τους το 2015. «Έκλαψα στα πόδια της στη σκηνή, καθώς αποχαιρετούσε».

Και ο σκηνοθέτης Δημήτρης Καραντζάς: «Με ρίγη και δέος για την πρώτη φορά –και για όλες τις μετέπειτα– που την είδα στη σκηνή στις “Δούλες” του Βογιατζή.

»Με συγκίνηση για τις κουβέντες που ανταλλάξαμε αυτά τα χρόνια.

»Με μεγάλη λύπη για την απώλεια ενός από τους ελάχιστους εναπομείναντες πνευματικούς ανθρώπους».

Και μια και μιλάμε για το θέατρο του Λευτέρη Βογιατζή, ιδού και το πρόσφορο της Ειρήνης Λεβίδη: «Ημουν 13-14 όταν την πρωτοείδα στη σκηνή ου Θεάτρου Τέχνης, για εκείνην είχα πρωτοκατεβεί τότε τα σκαλιά του Θεάτρου Τέχνης…

Λατρεία για τα δραματικά πορτρέτα του Τζέιμς Ντιν που ζωγράφιζε με κάρβουνο. Από τον πρώτο χρόνο στη Σχολή ο Κουν της είχε δώσει πρωταγωνιστικό ρόλο. Πανέμορφη, πυρετική με το κίτρινο φόρεμα, ψάχνοντας τον Σεμπάστιαν, ένα αγκάθι κι αυτή, ένα μπουμπούκι ακάνθινο, στη ζούγκλα του Σεμπάστιαν και το δηλητήριο της κυρίας Βέναμπλ!».

«Τυχεροί όσοι σε προλάβαμε», καταθέτει ο Γιάννος Περλέγκας. «Κάποτε ίσως θα μπορούμε κάτι να μαρτυρήσουμε για τους κόπους σου».

Τη φράση της «Στο θέατρο αμειβόμαστε όχι γι’ αυτό που αισθανόμαστε, αλλά γι’ αυτό που εκφράζουμε» κρατούν η Τάνια Τσανακλίδου και ο Παναγιώτης Τσεβάς.

Αλλοι επιλέγουν διαφορετική κομβική της τοποθέτηση: «Μην ξεχνάτε ότι είμαστε η χώρα που έχει επινοήσει τον όρο “κουλτουριάρης” κατά το “ψωριάρης”. Αν μπεις στα σάιτ και τα μπλογκ, θα δεις πως ζούμε τον φασισμό της γνωμούλας. Άλλο κρίση κι άλλο γνώμη». Διότι η Κυρία Μάγια Λυμπεροπούλου ήταν όοοολα αυτά. Και πολλά άλλα. Ανείπωτα. Για το ελληνικό θέατρο.

Ακολουθήστε το Protagon στο Google News