614
Κολάζ του εικαστικού Αγγελου Παπαδημητρίου, στο οποίο απεικονίζει τον ίδιο ως κυρία Μαρία μέσα στο ατελιέ του Πικάσο | Facebook/Αγγελος Παπαδημητρίου

Κώστας Τσόκλης… Τόσες λέξεις πλην μιας 

Ρέα Βιτάλη Ρέα Βιτάλη 4 Δεκεμβρίου 2020, 16:20
Κολάζ του εικαστικού Αγγελου Παπαδημητρίου, στο οποίο απεικονίζει τον ίδιο ως κυρία Μαρία μέσα στο ατελιέ του Πικάσο
|Facebook/Αγγελος Παπαδημητρίου

Κώστας Τσόκλης… Τόσες λέξεις πλην μιας 

Ρέα Βιτάλη Ρέα Βιτάλη 4 Δεκεμβρίου 2020, 16:20

Και τώρα που κατακάθισε ο κουρνιαχτός και μείναμε εμείς κι εμείς… Τελικά, ούτε με τον Πικάσο το κατόρθωσε, αλλά ούτε με την κυρία Μαρία το αντέχει. Μεταξύ μας, μην υποτιμάτε την κυρία Μαρία. Είναι τόσο αξιοζήλευτα, τόσο ατάραχα συνειδητοποιημένη «Γεράματα, παιδάκι μου» και τέλος. Στωικά, σοφά προχωρά σε μια μοιραία δύση. Δεν μαστιγώνεται «αγέραστη», ούτε απαιτεί αθανασία. Καταδέχεται να κουρνιάσει ως παιδί των παιδιών της. Δεν είναι χαμήλωμα της περηφάνιας της. Είναι η ενσυνείδητη γνώση ότι έτσι στυγνά παίζεται ετούτο το παιχνίδι στη γη. Αποτέφρωση ή ταφή; Επί της ουσίας, dust in the wind. 

Από την ώρα που ξέσπασε ο κουρνιαχτός, αρκετά μηνύματα έλαβα «Εσείς τι λέτε για όσα είπε ο Τσόκλης;». Βλέπετε, είναι τα δυο χρόνια που περάσαμε ο ένας απέναντι στον άλλον μέχρι να γραφεί εκείνη η βιογραφία. Τότε που στα μάτια μου, πότε έδινε λαμπρές παραστάσεις αναφωνώντας «Δεν πέθανα εγκαίρως, ο μαλάκας!» και πότε χωνόμουν στα σκοτεινά του παρασκήνια. Οσο πιο πολλά ξέρεις, τόσο πιο πολύ δεν αφήνεσαι στον κομπασμό ότι γνωρίζεις. Γοητεύεσαι από το ταξίδι στα αντικρουόμενα του ανθρώπου. Στα φθηνά και  τ’ ακριβά, στα ιερά και τα ανίερα, στα υγιή και στα άρρωστα. Στις αμαρτίες τις ομολογημένες, τις μασκαρεμένες και τις πιο βαθιά κρυμμένες, τις στοιχειωμένες. Είναι πολλοί άνθρωποι ο ένας. Οταν πλέον ακούω τον Κ. Τσόκλη «βλέπω» τον πατέρα του και όλη εκείνη τη άτεχνη θεατρικότητά του, την επηρμένη, ότι μπορεί να περιπαίξει, να πείσει, να συνεπάρει.

Αλλοτε βλέπω τη μητέρα του, εκείνη τη χαμηλότονη παρουσία, αλλά υποδόρια μπορεί, και την προς συμφέρον της κακομοιροσύνη της, ότι τάχα δεν την ένιωσαν. Μιλάει και βλέπω μπροστά στα μάτια μου δυο ομολογημένα κόμπλεξ του ταυτοχρόνως. Ανωτερότητας και κατωτερότητας μαζί. Μιλάει και βλέπω τη λυσσασμένα διψασμένη αγωνία του, μήπως και δεν αντιληφθήκαμε το ταλέντο του. Ετσι τακτοποίησε ο ίδιος το μουσείο του. Αν όχι αυτός, ποιος; Νιώσε τον κρύο αέρα στο «Αν όχι αυτός, ποιος;». Εν ολίγοις, για ό,τι εκτοξεύει, με συλλαμβάνω να μελετάω πίσω από τα λόγια του, όπως τα ρετρό παιδιά που όλη τους η προσμονή σ’ εκείνες τις υπαίθριες παραστάσεις κάποιων άλλων χρόνων ήταν να ξετρυπώσουν τον άνθρωπο που με τα χέρια του έπαιζε τις φιγούρες. Τον μελετάω ως κατασκεύασμα δικό του, ως έργο τέχνης ενός εαυτού του. Ο καθένας μας, το έργο τέχνης του εαυτού μας.  

Τον άκουσα λοιπόν και πάλι να σπιρουνιάζει θυμούς. Ακόμα το αντέχει; Μοιάζει φορές φορές και να το προσδοκά. Ο,τι ακούσατε εσείς, ό,τι άκουσα εγώ. Δεν ακούνε ίδια οι άνθρωποι. Στα λόγια του ετούτη τη φορά άκουσα το σπάραγμά του. (Τόσο σκανδαλιάρικο το βλέμμα της δημοσιογράφου, ότι κατέκτησε τη «στιγμή» ενός σπαραγμού. Σαματάς να γίνεται. Win win). Παράλληλα, βέβαια, έδωσε σε έναν αδιανόητα ταλαντούχο καλλιτέχνη, στον ηθοποιό Αγγελο Παπαδημητρίου, την έμπνευση για την πιο ιδιοφυή σάτιρα που απόλαυσα ποτέ στο φεϊσμπουκικό μας καφενείο! Τι ασίγαστο πολυταλέντο ο Α. Παπαδημητρίου! Και ένα σωρό κείμενα. Οπως και του Μάνου Στεφανίδη. Της Φρατζέσκας Μπόθου. Μ’ αρέσει να παρατηρώ διαξιφισμούς ταλαντούχων. Το δικαιούνται τα ταλέντα.

Ωστόσο ο 90χρονος Κώστας Τσόκλης, ένας από τους πλέον σημαντικούς εν ζωή καλλιτέχνες, στις τελευταίες δηλώσεις του, μου έμοιασε ακριβώς με εκείνο το ψάρι. Δικό του, εμπνευσμένο έργο. Μπιενάλε Βενετίας 1986. Ενα ψάρι που σπαρταρούσε, αλλά δεν πέθαινε. Σπαραξικάρδια αθάνατο. Βέβαια, στη ζωή αυτό «δεν παίζει».

Στις πρόσφατες δηλώσεις «είδα» έναν Τσόκλη περισσότερο από φοβισμένο. Τον είδα έντρομο. Απέναντι στην μόνη κοινή αλήθεια. Πόσα λόγια ξόδεψε, τι σαχλές λέξεις διάλεξε «το μωρό μπορεί όρθιο βόδι», τι των μαύρων άκρων σκέψη… Τι Πικάσο και τι κυρα-Μαρία… Για να μην αποκαλύψει τη μόνη λέξη που έβγαινε στην ανάσα του βλέμματός του. «Φοβάμαι», «Δεν θέλω να πεθάνω». Είναι η ζωή, κύριε Τσόκλη. Μη φοβάστε να φοβάστε. 

ΥΓ. Στην ανάγκη ζητήστε βοήθεια από την κυρία Μαρία. Τα έχει πιο τακτοποιημένα όλα αυτά.