1085
Αλέξης Τσίπρας και Ανγκελα Μέρκελ στο Βερολίνο, το 2015. Ενα αρμονικό ζευγάρι | CreativeProtagon

Η «βρώμικη δουλειά» του ΣΥΡΙΖΑ

Κωνσταντίνος Καραλής Κωνσταντίνος Καραλής 23 Φεβρουαρίου 2020, 12:28
Αλέξης Τσίπρας και Ανγκελα Μέρκελ στο Βερολίνο, το 2015. Ενα αρμονικό ζευγάρι
|CreativeProtagon

Η «βρώμικη δουλειά» του ΣΥΡΙΖΑ

Κωνσταντίνος Καραλής Κωνσταντίνος Καραλής 23 Φεβρουαρίου 2020, 12:28

Ενα συχνά επαναλαμβανόμενο θέμα συζήτησης σε πολλά επίπεδα μεταξύ των στελεχών του ΣΥΡΙΖΑ  μετά την εκλογική του ήττα, όπως και μετά την επέτειο των πέντε χρόνων από την εκλογική νίκη του στις εκλογές του Ιανουαρίου του 2015, είναι αν (με βάση τα γεγονότα που ακολούθησαν) έπρεπε να αφήσει ο ΣΥΡΙΖΑ στην κυβέρνηση του Σαμαρά να κάνει τη «βρώμικη δουλειά», εννοώντας την πολιτική των μνημονίων, αντί να την αναλάβει αυτός, και αν ήταν πράγματι ήταν το δυναμικό του έτοιμο να αναλάβει τη διακυβέρνηση της χώρας.

Ακόμα κι αν προσπεράσουμε το σημαντικό πολιτικό και ηθικό ζήτημα του προσδιορισμού της προσπάθειας για την έξοδο της χώρας από την κρίση ως «βρώμικης δουλειάς», παραμένει το ερώτημα γιατί να ονομαστεί «βρώμικη δουλειά» η πολιτική για την έξοδο από την κρίση και μάλιστα από αυτούς που την επέλεξαν και την ακολούθησαν; Η απάντηση, που φαίνεται ότι ανήκει στη σφαίρα του προφανούς, είναι ότι αφού και ο ΣΥΡΙΖΑ υπέγραψε μνημόνιο, παρά τα όσα υποστήριζε, έγινε και αυτός συνεργός σε όλα τα αρνητικά της «πολιτικής των μνημονίων». Ομως, μερικά «προφανή» δεν είναι καθόλου προφανή!

Ας δούμε λοιπόν. Κατ’ αρχάς, o ΣΥΡΙΖΑ κατέβηκε στις εκλογές υποστηρίζοντας ότι θα καταργήσει τα μνημόνια με έναν νόμο κι ένα άρθρο και θα παίζει τα νταούλια και θα χορεύουν οι αγορές. Αρα, ΔΕΝ εκλέχθηκε για να κάνει τη «βρώμικη δουλειά», αλλά για το ακριβώς αντίθετο! Πώς τώρα τα στελέχη του μας λένε ότι έπρεπε να αφήσει τη «βρώμικη δουλειά» στους «Σαμαροβενιζέλους»; Το προφανές εδώ δεν είναι ότι η δουλειά για την έξοδο της χώρας από την κρίση ήταν «βρώμικη δουλειά» – κάθε άλλο! Το προφανές είναι ότι κάτι στράβωσε και η (υποθετική) αντιμνημονιακή πολιτική του ΣΥΡΙΖΑ γύρισε στο αντίθετό της.

Σαν απλό παράδειγμα σκεφθείτε κάποιον που πάει να τακτοποιήσει τα φαγητά σε μια ταβέρνα και όντας απρόσεκτος, τα ρίχνει στο πάτωμα – τότε η αρχική τακτοποίηση μετατρέπεται σε καθάρισμα που είναι βρώμικη δουλειά (δεν ήταν εξαρχής όμως!). Από τα δεδομένα της χώρας την εποχή που ανέλαβε τη διακυβέρνηση ο ΣΥΡΙΖΑ, φαίνεται πως δεν υπήρχε λόγος για 3ο Μνημόνιο. Η πολιτική όμως που ακολούθησε –εκβιασμός των Ευρωπαίων χωρίς κανένα διαπραγματευτικό πλεονέκτημα, που τα ίδια τα στελέχη του τη δικαιολόγησαν με τις αυταπάτες τους– επέφερε το βέβαιο αποτέλεσμα του 3ου Μνημονίου (για το οποίο υπήρχαν συνεχείς προειδοποιήσεις!).

Την καλύτερη περιγραφή της κατάστασης από την πλευρά των «έξω» την είχαν δώσει δύο σκίτσα του Economist. Στο ένα σατίριζε την αρχικά επιθετική στάση του Τσίπρα απέναντι στην ΕΕ, όπου καθώς χτυπούσε τα πόδια του γκρέμιζε τη γέφυρα με την ΕΕ και στο δεύτερο είχε τον Τσίπρα να παίζει πόκερ με την ηγεσία της ΕΕ, προσπαθώντας να μπλοφάρει, έχοντας χάσει τα πάντα, ακόμα και τα ρούχα του.

Ετσι, όταν τώρα μας λένε πως η δουλειά ήταν «βρώμικη» εξ αρχής, προσπαθούν να δικαιολογήσουν τη δική τους αποτυχία στη βάση των «αντικειμενικών συνθηκών», οι οποίες θα οδηγούσαν (δήθεν) στο ίδιο αποτέλεσμα, όποια κι αν ήταν η πολιτική αυτή. Και μάλιστα, χωρίς κανένα ηθικό πρόβλημα να εφαρμόσουν οι ίδιοι στη συνέχεια, μετά την αποτυχία τους, τη μνημονιακή πολιτική με την οποία διαφωνούσαν. Είναι σαν να διαδηλώνει κάποιος μια ζωή εναντίον της θανατικής ποινής και, τελικά, όταν αυτή δεν καταργείται, να βρίσκει δουλειά σαν δήμιος!

Εδώ σημειώνεται μια δεύτερη λογική πανουργία (πολύ χαμηλότερου επιπέδου από την πανουργία του λόγου που αναφέρει ο Χέγκελ), καθώς πολλές φορές έχουμε δει (ακόμα και σε δηλώσεις πριν από έναν δύσκολο αγώνα  ποδοσφαίρου ή μπάσκετ) διάφορες μαξιμαλιστικές υποσχέσεις οι οποίες εμφανίζουν ως βεβαιότητα πως μπορούν να υπερνικήσουν τις αντίξοες αντικειμενικές συνθήκες, ενώ μετά την αποτυχία, λόγω της δικής τους ανικανότητας, οι υποσχέσεις γίνονται καπνός και η εξήγηση της αποτυχίας είναι –ποιος άλλος;– οι αντικειμενικές συνθήκες.

Οσοι λοιπόν εμφανίζουν ως «ευκολάκι» τη νίκη σε μια (αντικειμενικά) δύσκολη κατάσταση, αποδέχονται το ίδιο εύκολα την ήττα ως αναπόφευκτη, ξεχνώντας τι έλεγαν πριν. Ετσι μπορεί κατά τη γνώμη μου να εξηγηθεί πολύ καλύτερα η διαπραγματευτική πολιτική του ΣΥΡΙΖΑ: διαπραγματευόταν με τους Ευρωπαίους «έξω», έχοντας τα μάτια στραμμένα «μέσα». Γι’ αυτό και οι κινήσεις και συμπεριφορές εντυπωσιασμού του Βαρουφάκη προς τους Ευρωπαίους συνομιλητές του με το αντισυμβατικό του ντύσιμο και τις αρνήσεις του για χειραψίες, γι’ αυτό και το δημοψήφισμα του «περήφανου όχι», στο οποίο δεν τέθηκε το πραγματικό διακύβευμα, όπως περίτρανα αποδείχθηκε αμέσως μετά στη σύνοδο των ευρωπαίων ηγετών που συγκάλεσε η Μέρκελ.

Η πολιτική ως θέατρο στο αποκορύφωμά της. Και πόσο μακριά από την ενδεδειγμένη πολιτική για την αντιμετώπιση μιας τόσο δύσκολης κατάστασης στην οποία είχε περιέλθει η χώρα (και εξακολουθεί να βρίσκεται σε μεγάλο βαθμό)! Γιατί μια σοβαρή διαπραγμάτευση, όταν η χώρα έχει τόσα αδύνατα σημεία και οι δανειστές έχουν τόσο πολλές απαιτήσεις, χρειάζεται να στηρίζεται σε λεπτομερείς αναλύσεις που να μπορούν με σοβαρά επιχειρήματα να πείσουν για την ορθότητα των ελληνικών επιχειρημάτων, με την επιδίωξη να αντιμετωπιστούν οι αντίξοες αντικειμενικές συνθήκες και όχι να χρησιμοποιηθούν ως δικαιολογία αποτυχίας.

Ετσι, με καθοδηγητική αρχή «να μη χάσουμε κι άλλο – να μη βρεθούμε σε ακόμη χειρότερη κατάσταση» και, αναλύοντας προσεκτικά όλα τα δυνατά σενάρια, επιδιώκεις να κερδίσεις ό,τι είναι πραγματικά δυνατό. Ας θυμηθούμε ενδεικτικά τον Ταλεϊράνδο, που κατάφερε να κρατήσει την ηττημένη μετά το Βατερλό Γαλλία στην ομάδα των μεγάλων ευρωπαϊκών δυνάμεων, εκμεταλλευόμενος τις αντιθέσεις μεταξύ των νικητών της.

Βέβαια, αυτή η διαπραγματευτική τακτική έχει το αρνητικό ότι μπορεί να βοηθήσει την πραγματική κατάσταση της χώρας, χωρίς όμως να αποδώσει εύσημα στους διαπραγματευτές πολιτικούς, καθώς ο πολύς κόσμος (σχεδόν όλοι οι πολίτες για την ακρίβεια) αν δεν δει εντυπωσιακές αλλαγές, δεν θα εκτιμήσει καμία προσπάθεια. Κι ακόμη περισσότερο, δεν πρόκειται να αναγνωρίσει ότι ένα αντιλαϊκό μέτρο μπορεί στην πραγματικότητα να είναι προϊόν μιας μικρής νίκης, επειδή αγνοεί πως άλλοι (με λιγότερες ικανότητες) διαπραγματευτές θα συμφωνούσαν σε άλλο πολύ χειρότερο!

Εδώ λοιπόν μπαίνει στη σκηνή το κοινό με τη δύναμη να ελέγξει την πορεία του έργου, επιβραβεύοντας αρεστές συμπεριφορές, αν και καθόλου αποτελεσματικές, που μπορεί (όπως και έχει γίνει τόσες φορές από τις λαϊκιστικές κυβερνήσεις) να στρέφονται τελικά εναντίον του, ενώ μπορεί να θεωρεί «βρώμικη δουλειά» μια δύσκολη διαπραγματευτική προσπάθεια, όταν αυτή έχει κοινωνικό κόστος (αγνοώντας τι μπορεί να έχει κερδίσει από αυτήν).

Γι’ αυτό, από την άλλη πλευρά είναι αναγκαίο μία κυβέρνηση που αντιμετωπίζει με σοβαρότητα τα προβλήματα της χώρας και πρέπει να πάρει δύσκολες αποφάσεις με κοινωνικό κόστος, να μην υποτιμά τον επικοινωνιακό παράγοντα και να πείθει κατά το δυνατόν για την αναγκαιότητα της πολιτικής της, εξασφαλίζοντας νομιμοποίηση για τις αποφάσεις της. Γιατί, όπως έγραψε πρόσφατα και ο Economist στην κριτική του βιβλίου του οικονομολόγου Garret Jones «10% Less democracy», οι τεχνοκράτες μπορεί να παίρνουν συνετές αποφάσεις, αλλά μία δημοκρατία χωρίς νομιμοποίηση είναι σαν ένα πλοίο χωρίς πανιά.