669
Βίνγκο Μόρτενσεν και Κίρστεν Ντανστ στην Ακρόπολη στην κινηματογραφική μεταφορά του θρίλερ της Πατρίσια Χάισμιθ «Τα δύο πρόσωπα του Ιανουαρίου». Αυτοί πρόλαβαν | Studio Canal

Στου ΚΑΣίδη το κεφάλι

Κοσμάς Βίδος Κοσμάς Βίδος 30 Μαρτίου 2018, 11:55
Βίνγκο Μόρτενσεν και Κίρστεν Ντανστ στην Ακρόπολη στην κινηματογραφική μεταφορά του θρίλερ της Πατρίσια Χάισμιθ «Τα δύο πρόσωπα του Ιανουαρίου». Αυτοί πρόλαβαν
|Studio Canal

Στου ΚΑΣίδη το κεφάλι

Κοσμάς Βίδος Κοσμάς Βίδος 30 Μαρτίου 2018, 11:55

Τείνει να γίνει νέα εθνική συνήθεια: Κάθε φορά που το Κεντρικό Αρχαιολογικό Συμβούλιο αποφασίζει την παραχώρηση ή όχι (κυρίως όχι) ενός αρχαιολογικού χώρου για κάποια εκδήλωση, πιάνουμε το λακριντί. Συνήθως για να κατακεραυνώσουμε το ΚΑΣ για την άρνηση. Ετσι και τώρα: Με το που μαθεύτηκε πως δεν παραχωρήθηκε το Σούνιο στον διάσημο σκηνοθέτη Παρκ Τσαν Γουκ για τα γυρίσματα (μερικές σκηνές δηλαδή) της μίνι σειράς «The little drummer girl» άρχισαν οι αντιδράσεις. Οι χρήστες του Facebook και του Twitter άστραψαν και βρόντησαν επισημαίνοντας τη μιζέρια μας και καταγγέλλοντας τις αγκυλώσεις μας, ο Τύπος γέμισε με αρνητικά κυρίως δημοσιεύματα για τους αρχαιολόγους, το Ελληνικό Κέντρο Κινηματογράφου εξέφρασε «τη βαθιά απογοήτευσή και την έκπληξή του», ακόμα και η κυβέρνηση εκδήλωσε τη δυσφορία της. Ωσπου άρχισε να ακούγεται πως τελικά θα δοθεί το πράσινο φως… Ο,τι και αν γίνει τελικά, ο νέος αυτός «καβγάς» επιβεβαιώνει πως το καυτό θέμα της εμπορικής εκμετάλλευσης της εθνικής κληρονομιά μας παραμένει πρόβλημα άλυτο. Αυτό σε μια χώρα που βασίζει όλη της την υπερηφάνεια αλλά και τις μεγάλο μέρος των ελπίδων της για ένα καλύτερο μέλλον, σε αυτή την κληρονομιά.

Δεν ξέρω τι θα γινόταν αν το αντίστοιχο ΚΑΣ κάποιας άλλης ευρωπαϊκής χώρας έπαιρνε μια παρόμοια απόφαση (αναφέρομαι, βεβαίως, στην άρνηση), αν θα υπήρχε και εκεί τέτοια αντίδραση. Μπορεί και όχι. Δεν έχουν όλοι οι λαοί την τάση του Ελληνα να εκφέρει λόγο επί παντός του επιστητού ή να κρίνει και να αμφισβητεί τους πάντες και τα πάντα ακόμα και αν δεν έχει τις απαραίτητες γνώσεις. Το ΚΑΣ έχει τις απαραίτητες γνώσεις, οπότε μπορεί να υποστηρίξει με σοβαρά, αν όχι ακλόνητα επιχειρήματα, τις αποφάσεις του, ό,τι και αν λέμε εμείς. Μπορεί;

Γιατί, εν προκειμένω, επιχειρήματα όπως αυτά που χρησιμοποιήθηκαν για τη μη παραχώρηση του Σουνίου ακούγονται αστεία: Σε μια χώρα που όταν επισκέπτεσαι έναν αρχαιολογικό χώρο ή μουσείο είναι ζήτημα τύχης αν θα τον βρεις ανοιχτό ή σε πλήρη λειτουργία, όλο το θέμα ήταν η όποια παρενόχληση των επισκεπτών για μερικές ώρες –τόσο θα διαρκούσαν τα γυρίσματα της σειράς! Οταν τα τρύπια ταμεία μας δεν μας επιτρέπουν να λειτουργήσουμε όλους αυτούς τους χώρους όπως πρέπει και να τους προστατεύσουμε, αρνούμαστε ένα έξτρα έσοδο και μπόλικη δωρεάν διαφήμιση, προκειμένου να μην χάσουμε μερικά εισιτήρια. Εξακολουθούμε να μην καταλαβαίνουμε πόσο μεγάλη δύναμη έχει η από τηλεοράσεως και κινηματογράφου διαφήμιση (η άμεση αλλά και η έμμεση) και της γυρίζουμε την πλάτη τη στιγμή που λόγω της κρίσης αδυνατούμε να κάνουμε μια γερή, διεθνή διαφημιστική καμπάνια. Για να μην σχολιάσουμε το ανεκδιήγητο «το περιεχόμενο της σειράς δεν συνάδει με το χώρο», γιατί και αυτό διαβάζουμε πως ακούστηκε στην επίμαχη συνεδρίαση.

Φταίει, άραγε, αποκλειστικά το ΚΑΣ για τέτοιες αν όχι αδικαιολόγητες, τουλάχιστον στενόμυαλες αποφάσεις; Ολη η ευθύνη βαραίνει τους αρχαιολόγους του που, όπως έχουν πολλάκις κατηγορηθεί, με τις εμμονές τους διώχνουν τη μία μετά την άλλη τις διεθνείς παραγωγές σε άλλες χώρες; Νομίζω πως η απάντηση βρίσκεται στα λόγια του γενικού γραμματέα Ενημέρωσης και Επικοινωνίας Λευτέρη Κρέτσου, ο οποίος δήλωσε πως η άρνηση προς τον Παρκ Τσαν Γουκ αναδεικνύει «για μια ακόμα φορά τις παθογένειες που έχουμε ως χώρα».

Παθογένειες που και σε περιπτώσεις όπως η εμπορική εκμετάλλευση του ιστορικού πλούτου μας, δεν μας επιτρέπουν να κατανοήσουμε τις ανάγκες μας και να βρούμε τους σωστούς τρόπους για να τις ικανοποιήσουμε. Αιχμάλωτοι του υπερτροφικού Εγώ μας, αλλά και απολαμβάνοντας διαστροφικά την θυματοποίησή μας από εμάς τους ίδιους (όλοι μας ζηλεύουν, όλοι θέλουν να μας υποτάξουν, να μας σπάσουν τον τσαμπουκά, να μας καταστρέψουν) θεωρούμε κάθε ξένο που δραστηριοποιείται εμπορικά στη χώρα κατακτητή στον οποίο πρέπει να κάνουμε αντίσταση. Και στεκόμαστε απέναντι σε κάθε νέα πρόταση όχι απλώς με δυσπιστία, αλλά με άρνηση.

Ακόμα και μέσα στην καταστροφή που έχουμε ζήσει και ζούμε, προβάλλουμε ανίκανοι να καταλάβουμε και να αδράξουμε την οποιαδήποτε (μικρή ή μεγάλη) ευκαιρία που μπορεί να βοηθήσει την κατάσταση. Σε ένα τέτοιο περιβάλλον, γιατί το ΚΑΣ να λειτουργεί διαφορετικά; Τμήμα ενός σκουριασμένου κρατικού μηχανισμού είναι και αυτό. Ενός πολιτικού και κοινωνικού συστήματος που αρνείται να ωριμάσει και να εκσυγχρονιστεί (ακόμα και η λέξη εκσυγχρονισμός αντιμετωπίζεται με δυσπιστία και σνομπισμό) και που εξακολουθεί να τρέφεται από φαντασιώσεις.