Ηταν κάποτε η Πρωτοχρονιά της τσόχας
Ηταν κάποτε η Πρωτοχρονιά της τσόχας
Κάποτε, το βράδυ της Πρωτοχρονιάς, η Ελλάδα ακουμπούσε τους αγκώνες της στο τραπέζι. Όχι για να μετρήσει δευτερόλεπτα, αλλά για να κόψει φύλλο. Η αλλαγή του χρόνου δεν γινόταν με αντίστροφη μέτρηση, γινόταν με ανακάτεμα. Με εκείνον τον γνώριμο ήχο των χαρτιών που τρίβονται μεταξύ τους και σου υπόσχονται, χωρίς να δεσμεύονται, ότι κάτι καινούργιο μπορεί να συμβεί.
Η τσόχα —συνήθως πράσινη, λίγο φαγωμένη στις άκρες— απλωνόταν με σοβαρότητα τελετουργική. Σαν να μην ήταν απλώς ένα πανί, αλλά το σύνορο ανάμεσα στη χρονιά που έφευγε και σε εκείνη που ερχόταν. Πάνω της στριμώχνονταν είκοσι ένα, τριάντα ένα, πόκα ή ζάρια, παρέα με ελπίδες μικρής κλίμακας.
Μπροστά στην κοιλιά των γεμάτων σοβαρότητα παιχτών, απλώνονταν χαρτζιλίκια, φραγκοδίφραγκα, δεκάρικα με το φαλακρό κεφάλι του βασιλιά Παύλου και εικοσάρικα με τον έφιππο Αλέξανδρο, χαρτονομίσματα διπλωμένα στα τέσσερα. Τα πενηντάρικα ήταν μπλε, τα κατοστάρικα κόκκινα. Ποτέ μεγάλα ποσά, δεν παίζαμε για να πλουτίσουμε.
Παίζαμε για να δούμε αν ο χρόνος θα μας χαμογελάσει.
Οι μεγάλοι κρατούσαν μπάνκα και ύφος. Οι μικροί παρακολουθούσαν με μάτια ορθάνοιχτα, μαθαίνοντας από νωρίς ότι η τύχη είναι άστατη και η ήττα κοινωνικά διαχειρίσιμη. Κάποιος πάντα έλεγε «τελευταία παρτίδα πριν αλλάξει ο χρόνος» και ποτέ δεν το εννοούσε. Γιατί κανείς δεν ήθελε να τον βρει ο καινούργιος χρόνος αδρανή, χωρίς χαρτιά στο χέρι.
Όποιος δεν έπαιζε ήταν περίπου αποσυνάγωγος. Όχι ότι του ‘δινε κανείς σημασία, όλα τα μάτια ήταν στραμμένα στο παιχνίδι. Ακόμα και τα σχεδόν νήπια, μαζεμένα σε μια άκρη τα σάλας, έπαιζαν κορώνα-γράμματα τις δεκάρες που είχαν κερδίσει από τα κάλαντα ή από το πρωτοχρονιάτικο «καλό χέρι» των παππούδων και των θείων τους.
Η τηλεόραση έπαιζε στο βάθος, ασπρόμαυρη ή στο χρονικό σύνορο ανάμεσα στο χρώμα και το γκρίζο, αλλά δεν είχε τον πρώτο λόγο. Ήταν απλώς ο μάρτυρας. Η πραγματική τελετή γινόταν στο τραπέζι. Εκεί που ο χρόνος δεν άλλαζε με πυροτεχνήματα, αλλά με ένα καλό φύλλο ή ένα άτιμο ζάρι. Εκεί που η μοίρα χωρούσε σε ένα «καρφωτό» είκοσι ένα και η ελπίδα σε ένα «δώσε μου ένα δυάρι ρε».
Κι όταν ερχόταν η στιγμή —χωρίς φανφάρες— κάποιος κοίταζε το ρολόι και έλεγε: «Άλλαξε». Χωρίς χειροκροτήματα. Με ένα νεύμα. Και το παιχνίδι συνεχιζόταν, σαν να μην είχε συμβεί τίποτα σπουδαίο. Γιατί το σπουδαίο είχε ήδη συμβεί. Ήμασταν όλοι εκεί. Γύρω από το ίδιο τραπέζι. Με κοινό χρόνο και κοινή τύχη.
Σήμερα, η τσόχα έχει μαζευτεί. Τα χαρτιά σκόρπισαν. Η Πρωτοχρονιά έγινε θέαμα, εικόνα, σκηνικό, νταβαντούρι, φωτεινά σχήματα με drones πάνω απ’ την Ακρόπολη, πυροτεχνήματα.
Κι όμως, αν σκύψεις λίγο τη μνήμη, θα τον ακούσεις ακόμα εκείνον τον ήχο. Των χαρτιών που πέφτουν στο τραπέζι. Και για μια στιγμή θα πιστέψεις ξανά πως ο χρόνος και η μοίρα μπορούν να αλλάξουν, αν απλώς σου έρθει καλό φύλλο.
Ακολουθήστε το Protagon στο Google News
