Ιστορίες απιστίας: Πάνω στ’ άχυρα
Ιστορίες απιστίας: Πάνω στ’ άχυρα
«Αποφάσισα να ασχοληθώ με την πολιτική…» μου ανακοίνωσε η μητέρα εκείνο το βροχερό απόγευμα, ενώ οδηγούσα προς το σπίτι μου με το bluetooth στο αυτί.
«Κι εσύ με Το Ποτάμι, μάνα; Ή θα φτιάξεις παραπόταμο;»
«Μη λες βλακείες. Θα κατέβω για Δήμαρχος…»
«Ποιανού τυχερού δήμου;»
«Του Χωριού…»
«Τι σου έφταιξε το Χωριό, μάνα;»
«Κι εσύ αναλαμβάνεις το catering της προεκλογικής καμπάνιας…»
«Ωραίο το ανέκδοτο, μισό να το κάνω τουίτ…»
«Στα έχω βρει όλα, μην ανησυχείς. Και κουζίνες και βοηθούς και όλα. Αρχίζουμε χθες!»
Το πρόβλημα με την μάνα μου δεν είναι ότι πρόκειται περί ανισόρροπης περίπτωσης, η οποία επιδεινώθηκε την τελευταία δεκαετία, μετά το διαζύγιο με τον μπαμπά. ΄Ολες οι μαμάδες είναι λίγο-πολύ ανισόρροπες, ειδικά όταν χωρίζουν ενώ τα παιδιά τους είναι στην εφηβεία, αλλά η δική μου είναι από τις γυναίκες που πάντα κάνουν αυτά που απειλούν ότι θα κάνουν. Κι αυτό είναι το πρόβλημα.
Ο Πέτρος το αντιμετώπισε πολύ ψύχραιμα. Η σχέση μας δεν θα πάθαινε απολύτως τίποτα αν έπαιρνα τα βουνά για δυο-τρεις μήνες, το αντίθετο. Θα του έλειπα και θα μου έλειπε και θα κάναμε ένα ωραίο, αναζωογονητικό reboot. Τον φαντάστηκα να την πέφτει σε όλα τα θηλυκά του facebook ενώ εγώ θα μαγείρευα για τους βλάχους, αλλά δεν τον είχα για άτομο της δράσης και δεν τον έβλεπα να προχωράει πέρα απο το πληκτρολόγιό του στις γκομενοδουλειές. Εκείνο που έβλεπα ήταν μια καλή ευκαιρία να ζήσω μερικούς μήνες στο Χωριό -που δεν είναι καθόλου χωριό, αλλά έτσι το λέμε χαϊδευτικά στην οικογένεια- με όλα τα έξοδα πληρωμένα και να αναλάβω την πρώτη σοβαρή δουλειά μου από τότε που τελείωσα με τις σχολές και τις σπουδές.
Η μαμά τα είχε κανονίσει όλα, πράγματι. Η κουζίνα του σπιτιού μας στο Χωριό είχε ξαναφτιαχτεί από την αρχή και μπορούσε να καλύψει τις ανάγκες επαγγελματικού catering υψηλών απαιτήσεων κι όπως την είδα έτσι απαστράπτουσα και φαντάστηκα πόσο θα είχε στοιχίσει, μου πέρασε απο το μυαλό η ιδέα ότι το πραγματικό κίνητρο πίσω απο τις πολιτικές φιλοδοξίες της μάνας μου ήταν η επαγγελματική αποκατάσταση της μοναχοκόρης.
Εκτός από την κουζίνα των ονείρων μου, είχα στη διάθεσή μου την Άννα και τον Έρβιν, δύο 17άχρονα που ήθελαν να γίνουν σεφ όταν μεγαλώσουν και προσέφεραν τις υπηρεσίες τους εθελοντικά στον αγώνα της υποψηφίας δημάρχου. Που μπορεί να μην ήταν μόνιμη κάτοικος, αλλά θεωρείτο γέννημα-θρέμμα της περιοχής, καθώς ήταν εγγονή και κόρη «των Γιατρών του Χωριού» και δεν είχε λείψει κανένα καλοκαίρι της ζωής της από το «πατρικό σπίτι». Εγώ είχα να πάω δύο χρόνια λόγω σπουδών -κι αυτό ήταν το άλλο κίνητρό μου. Το συγκεκριμένο σπίτι μου άρεσε πάντα πολύ περισσότερο από τα διάφορα διαμερίσματά μας στην Αθήνα.
Εκτός από τους βοηθούς σεφ, η μαμά εξασφάλισε και τον Τάσο με το φορτηγάκι του για τις μεταφορές, καθώς επίσης τα προιόντα της Φάρμας ενός «πολύ έξυπνου, νεαρού αγρότη», τον οποίο «όταν με το καλό» γινόταν πρωθυπουργός θα έκανε υπουργό Γεωργίας, όπως μου εξήγησε ενώ πηγαίναμε να τον γνωρίσουμε επί τόπου. Ημουν σίγουρη ότι επρόκειτο περί προξενιού για μένα, μέχρι που φτάσαμε και μας υποδέχθηκαν η γυναίκα του αγρότη, ο αδελφός της και δύο μεγάλα λυκόσκυλα -«είναι εκπαιδευμένα, μην ανησυχείτε». Η σύζυγος μου φάνηκε κοντή, αδύνατη και αδιάφορη, αλλά ο αδελφός της φαινόταν ψηλός, γυμνασμένος και ενδιαφέρων.
«Την τρέχουν τη Φάρμα όλοι μαζί…» μου είπε η μαμά μετά τις χειραψίες κι εκείνη τη στιγμή κατέφθασε και ο μέλλων υπουργός Γεωργίας. Ο Σταμάτης. Πιο κοντός απο τον κουνιάδο του, γύρω στα τριάντα κι αυτός, γυμνασμένος κι αυτός, αλλά όχι τόσο νόστιμος. «Ο Σταμάτης είναι υπεύθυνος χλωρίδας, ο Απόστολος είναι υπεύθυνος πανίδας και η Λίνα υπεύθυνη για την αξιοποίηση των προϊόντων του κτήματος…» πρόσθεσε η μάνα μου, ενώ ο Σταμάτης με τσέκαρε απο πάνω μέχρι κάτω πριν σφίξει το χέρι μου και μου χαμογελάσει πλατειά. Η μάνα μου συνέχιζε να μιλάει αλλά είχα πάψει ν’ ακούω, διότι προσπαθούσα πανικόβλητη να διώξω την εικόνα που μόλις μου είχε έρθει στο μυαλό: σεξ πάνω στ’ άχυρα.
Ευτυχώς, φορούσα τα γυαλιά ηλίου και η τρομάρα μου δεν ήταν ορατή. Το ίδιο αόρατη ήταν και η ρίζα του κακού. Ο νέος αγρότης δεν ήταν άσχημος, αλλά ο κουνιάδος του μου άρεσε περισσότερο -και δεν ήταν παντρεμένος. Όσο για τα άχυρα, δεν είχα ιδέα. Κάποια καταπιεσμένη, βουκολική φαντασίωση;
Η Φάρμα του Σταμάτη ήταν ο βασικός προμηθευτής πρώτων υλών για το catering και δεν υπήρχε τρόπος να αποφύγω τις επαφές, ακόμα κι αν το ήθελα. Δεν το ήθελα, όμως. Ο Απόστολος συνέχιζε να μου αρέσει περισσότερο απο τον Σταμάτη, ο οποίος συνέχιζε να μου προκαλεί την ίδια ταραχή κάθε φορά που τον έβλεπα. Όταν δε τους πετύχαινα και τους δυό μαζί, μ’ έπιανε μια πολύ ενδιαφέρουσα υπερδιέγερση, η οποία είχε θαυμαστές επιπτώσεις στις μαγειρικές δημιουργίες μου. Το catering εξελισσόταν στο δυνατότερο σημείο της προεκλογικής καμπάνιας κι όσο πλησίαζαν οι εκλογές, τόσο πλήθαιναν τα ενθαρρυντικά μηνύματα και για την υποψήφια δήμαρχο και για την υποψήφια σεφ.
Το δεύτερο μοιραίον απόγευμα της υπόθεσης, έφτασα στη Φάρμα την ώρα της δύσης, με το φορτηγάκι του Τάσου, του οποίου γεννούσε η γυναίκα και δεν μπορούσε να κάνει τις μεταφορές. Το ένα από τα δύο αυτοκίνητα της Φάρμας έλειπε, διότι η σύζυγος και ο κουνιάδος είχαν κατέβει στο Χωριό, όπως με πληροφόρησε ο Σταμάτης, που με υποδέχθηκε στην είσοδο του κτήματος και μπήκε στο φορτηγάκι για να πάμε μαζί μέχρι την αποθήκη.
«Τα έχω όλα εκεί, έτοιμα…» είπε και μου χαμογέλασε κι ένιωσα να ζεσταίνομαι ξαφνικά. Δεν είχα ξαναπάει στην αποθήκη κι όταν μπήκαμε και είδα ότι στο βάθος ήταν γεμάτη άχυρα, μ’ έπιασε και μια ελαφριά ταχυκαρδία. Προσπάθησα να συγκεντρωθώ στα καφάσια με τα λαχανικά, που με περίμεναν μαζί με το γάλα κι έναν ντενεκέ με τυρί απο τα πρόβατα ενός «φίλου της Φάρμας», αλλά στο τέλος δεν άντεξα.
«Τα άχυρα σε τι χρησιμεύουν;» ρώτησα και ο Σταμάτης μου έκλεισε το μάτι πονηρά.
«Έχεις κοιμηθεί ποτέ σε άχυρα;»
Έκλεισα τα μάτια μου ενστικτωδώς, μήπως και αποφύγω την εικόνα κι όταν τα άνοιξα είπα ό,τι πιο ξενέρωτο μπορούσα να σκεφτώ στην κατάστασή μου.
«Δεν είναι γεμάτα ψύλλους;»
Ο Σταμάτης γέλασε, μου είπε «όχι, τα ψεκάζουμε» και μου έκανε νόημα να πάω και να καθήσω. «Τσέκαρέ τα. Είναι πολύ αναπαυτικά…»
Αυτό μου έλειπε. Αλλά κάθησα. Κι ήταν, πράγματι, πολύ αναπαυτικά. Και ο Σταμάτης κάθησε δίπλα μου κι ήταν όλα πολύ ζεστά και βολικά και σέξι αλλά επειδή θα χρειαζόταν να εγκαταλείψω και τη Φάρμα και το Χωριό -και τη χώρα- αν τον άφηνα να με πάρει πάνω στ΄ άχυρα, πετάχτηκα στα τρία δευτερόλεπτα και πήγα να φορτώσω κανένα καφάσι για να συνέλθω. Εκείνος φέρθηκε λες και δεν συνέβη τίποτα, μέχρι το τρίτο μοιραίο απόγευμα της υπόθεσης.
Η υποψήφια δήμαρχος είχε κανονίσει δείπνο εργασίας για 15 άτομα στο σπίτι μας, μετά από σύσκεψη στο αρχηγείο του Χωριού, για την οποία είχε επιστρατεύσει και τον Τάσο με το φορτηγάκι για να μεταφέρει διάφορους συμμετέχοντες και τον Έρβιν για να φτιάχνει καφέδες και σάντουϊτς και να της κάνει και τον οδηγό, διότι έφυγε για τη σύσκεψη με στενό ταγεράκι και σέξι δωδεκάποντα. Μου βρώμισε γκομενοδουλειά αλλά δεν ασχολήθηκα περαιτέρω, πρώτον διότι η ζωή της μάνας μου την τελευταία δεκαετία είναι μία συνεχής γκομενοδουλειά και δεύτερον διότι με περίμενε η Άννα για να αρχίσουμε το μαγείρεμα. Τα είχαμε όλα εκτός από τα λουκάνικα για το σπετζοφάϊ, τα οποία επρόκειτο να μας έρθουν από την Φάρμα. Η ώρα περνούσε όμως και τα λουκάνικα δεν φαίνονταν πουθενά κι όταν τηλεφώνησε ο Σταμάτης για να πει ότι δεν είχε αυτοκίνητο για να τα φέρει και μήπως μπορούσα να στείλω κάποιον να τα πάρει, η μόνη λύση ήμουν εγώ. Η Άννα δεν ήξερε να οδηγεί.
΄Εφυγα εκνευρισμένη και οδηγούσα σαν νευρόσπαστο και παρά λίγο να στουκάρω το αμάξι της μάνας μου, που βρήκα παρκαρισμένο έξω από την είσοδο της Φάρμας. Ο Έρβιν καθόταν στην θέση του οδηγού και κάπνιζε στο ανοιχτό παράθυρο κι εγώ βγήκα ακόμα πιο συγχισμένη από το αυτοκίνητό μου. Αφού ήρθε ως εδώ η τρελή μάνα μου, δεν μπορούσε να πάρει και τα λουκάνικα;
«Πότε ήρθατε;» ρώτησα τον Έρβιν, ο οποίος με κοίταξε σαν χαμένο και απάντησε ότι είχαν «είκοσι λεπτά». Δεν είχε ιδέα τι ήρθαν να κάνουν κι έτσι τον άφησα στην ησυχία του κι άρχισα να προχωράω για το σπίτι με βήμα ταχύ. Τα σκυλιά δεν φαίνονταν πουθενά και στη μέση της διαδρομής διαπίστωσα ότι η αποθήκη είχε φως. Άλλαξα κατεύθυνση και γύρισα προς τα εκεί χωρίς να το σκεφτώ. Ύστερα ένιωσα την θερμοκρασία μου να ανεβαίνει και είπα στον εαυτό μου ότι πήγαινα γυρεύοντας. Τα λουκάνικα ήταν μόνον η αφορμή. Πάλι καλά που μας είχε προκύψει η μάνα μου.
Η πόρτα της αποθήκης ήταν μισάνοιχτη αλλά δεν ακούστηκε κανένας θόρυβος όταν την έσπρωξα και δεν πρόλαβα να μιλήσω, διότι τους είδα να το κάνουν πάνω στ’ άχυρα, εκείνος με κατεβασμένο το τζιν κι εκείνη με ανεβασμένη τη φούστα και τα ψηλοτάκουνα τυλιγμένα γύρω του, παντελώς συγκεντρωμένοι στο σεξ, κουφοί και τυφλοί σε οτιδήποτε άλλο μπορεί να συνέβαινε γύρω τους. Οπισθοχώρησα αθόρυβα κι έτρεξα μέχρι την είσοδο του κτήματος, όσο πιο γρήγορα μπορούσα. Λίγο πριν μπω στο οπτικό πεδίο του Έρβιν σταμάτησα και προσπάθησα να ηρεμήσω την καρδιά και την αναπνοή μου. Η μάνα μου. Με τον νεαρό, παντρεμένο αγρότη. Ο οποίος ήξερε ότι ερχόμουν. Κι άφησε την πόρτα μισάνοιχτη και τα σκυλιά δεμένα.
«Όλα οκ!» φώναξα στον Έρβιν φτάνοντας στο αυτοκίνητό μου. «Τελειώνουν κι έρχεται!»
Έβαλα μπροστά, έκανα αναστροφή και ξεκίνησα για το σπίτι.
Τα λουκάνικα μπορούσαν να περιμένουν.
Ακολουθήστε το Protagon στο Google News
