937
Ο Αϊρτον Σένα την εποχή της μεγάλης δόξας. Η οποία τον οδήγησε στον θάνατο | EPA/PHOTO ANSA

Το τελευταίο γκάζι του Αϊρτον Σένα

Sportscaster Sportscaster 1 Μαΐου 2019, 13:02
Ο Αϊρτον Σένα την εποχή της μεγάλης δόξας. Η οποία τον οδήγησε στον θάνατο
|EPA/PHOTO ANSA

Το τελευταίο γκάζι του Αϊρτον Σένα

Sportscaster Sportscaster 1 Μαΐου 2019, 13:02

Η Μοίρα τον είχε προειδοποιήσει. Δύο μέρες πριν από τη «μαύρη Πρωτομαγιά» του 1994, στη διάρκεια της προπόνησης για το Γκραν Πρι του Σαν Μαρίνο, το μονοθέσιο του συμπατριώτη του, Ρούμπενς Μπαρικέλο, έπεσε πάνω στις προστατευτικές μπάρες της πίστας και αναπράπηκε. Ο οδηγός τραυματίστηκε σοβαρά, αλλά τη γλίτωσε. Την επομένη, Σάββατο 30 Απριλίου, ο αυστριακός πιλότος Ρόλαντ Ράτζενμπεργκερ δεν στάθηκε το ίδιο τυχερός. Εχασε τη ζωή του στις κατατακτήριες δοκιμές, όταν το όχημά του προσέκρουσε σε τσιμεντένιο τοίχο με ταχύτητα 315 χλμ/ώρα.

Ο γιατρός που διαπίστωσε τον θάνατό του, κατευθύνθηκε προς το σημείο όπου ο (φίλος του) Αϊρτον Σένα στεκόταν σαστισμένος. Τον έπιασε από το μπράτσο και του είπε: «Εχεις γίνει πρωταθλητής τρεις φορές. Είσαι ο πιο γρήγορος οδηγός στον Κόσμο. Γιατί δεν τα παρατάς, να τα παρατήσω κι εγώ και να πάμε για ψάρεμα;». Ο βραζιλιάνος θρύλος της Φόρμουλα 1 τον κοίταξε στα μάτια και αποκρίθηκε: «Δεν μπορώ να τα παρατήσω». «Τότε να προσέχεις», επέμεινε ο γιατρός. «Μα, δεν ξέρω να οδηγώ με άλλον τρόπο, που να μην είναι επικίνδυνος», του απάντησε ο Σένα.

Λάτρευε τον κίνδυνο. Εβρισκε το συναίσθημα του φόβου, συναρπαστικό. Ο μεγάλος του αντίπαλος, Αλέν Προστ, που έβλεπε ότι ο Βραζιλιάνος δυσκολευόταν να ξεκολλήσει από το γκάζι ακόμη και στις πιο τρομακτικές στροφές, είχε πει γι’ αυτόν: «Νομίζει ότι δεν μπορεί να πεθάνει, επειδή πιστεύει στον Θεό. Αυτό είναι τρομερά επικίνδυνο για τον ίδιο, αλλά και για τους άλλους οδηγούς». Εκείνη τη χρονιά ο Σένα είχε ακόμη ένα λόγο για να τρέχει στα όριά του. Είχε, μόλις, αφήσει τη ΜακΛάρεν, στο τιμόνι της οποίας αναδείχθηκε παγκόσμιος πρωταθλητής το 1988, το 1990 και το 1991, για την Ουΐλιαμς/Ρενό. Η εταιρεία καμάρωνε ότι το νέο της μονοθέσιο ήταν ανίκητο. Το εμπιστεύθηκε στον πιο ταλαντούχο πιλότο της εποχής, τον Σένα, κι εκείνος θεωρούσε υποχρέωσή του να τη δικαιώσει: να διαδεχθεί τον Προστ στον θρόνο της Φόρμουλα 1.

Στα δύο προηγούμενα Γκραν Πρι δεν είχε καταφέρει να τερματίσει, λόγω μηχανικών προβλημάτων. Ο εγωϊσμός του δεν του άφηνε περιθώρια για άλλη αποτυχία. Ηταν αποφασισμένος, στην Ιμολα να αρχίσει την αντεπίθεσή του για τον τίτλο. Μια μέρα πριν είχε ολοκληρώσει τον ταχύτερο γύρο και είχε κερδίσει την pole position. Οταν ξημέρωσε η Πρωτομαγιά του ’94, δεν έβλεπε την ώρα να σταματήσει η καταιγίδα και να αρχίσει ο αγώνας. Δεν τον είχαν πτοήσει, ούτε οι κακοί οιωνοί, ούτε η υδάτινη κουρτίνα που είχε εξαφανίσει την πίστα – ήταν μετρ στον βρεγμένο δρόμο.

Η πρώτη εκκίνηση επιβεβαίωσε ότι εκείνο το Γκραν Πρι ήταν… καταραμένο. Δύο μονοθέσια έπεσαν το ένα πάνω στο άλλο, και από τη σύγκρουση εκτοξεύθηκαν κάποια ελαστικά, που τραυμάτισαν πέντε θεατές. Η δεύτερη εκκίνηση ήταν μοιραία. Στον δεύτερο γύρο ο Βραζιλιάνος οδηγούσε την κούρσα, με τον Μίχαελ Σουμάχερ να τον ακολουθεί. Θέλοντας να αποκτήσει διαφορά ασφαλείας, ανέπτυξε ταχύτητα 310 χλμ/ώρα λίγο πριν από τη στροφή Ταμπουρέλο: την ενέδρα που του είχε στήσει ο θάνατος. Το «τέλειο» όχημά του τον πρόδωσε. Δεν πήρε την κλίση που χρειαζόταν για να στρίψει. Τα φρένα στρίγγλισαν σαν σμήνος κορακιών, όμως τίποτα πια δεν μπορούσε να αλλάξει την πορεία του μονοθέσιου, που καρφώθηκε σε μια τσιμεντένια μπαριέρα.

Θεατές και τηλεθεατές παρακολουθούσαν με κομμένη την ανάσα. Ηταν αδύνατον, ένας άνθρωπος να βγει ζωντανός μέσα από αυτά τα συντρίμμια. Ακόμη κι εκείνος που όταν βρισκόταν στο κόκπιτ μπορούσε να δει τον Θεό, όπως έλεγε ο ίδιος ο Σένα. Ο γιατρός Σιντ Ουάτκινς, που έτρεξε κοντά του, έκανε μια γκριμάτσα απελπισίας. Ενα σίδερο είχε τρυπήσει το κρανίο του, και η καρδιά του, μόλις που χτυπούσε. Διακομίστηκε με ελικόπτερο σε νοσοκομείο της Μπολόνια, όπου εξέπνευσε λίγες ώρες αργότερα. Ηταν 34 ετών.

Η σορός του «πέταξε» για τη γενέτειρά του μέσα στην καμπίνα του αεροπλάνου – όχι στις αποσκευές. Τρία εκατομμύρια άνθρωποι γέμισαν τους δρόμους του Σάο Πάουλο από τους οποίους πέρασε το φέρετρό του, σκεπασμένο με τη σημαία της Βραζιλίας. Ενας από αυτούς που το κρατούσαν στην κηδεία, ήταν ο μεγάλος του αντίπαλος: ο Προστ. Η χώρα κηρύχθηκε σε τριήμερο εθνικό πένθος. Κανένας άλλος αθλητής δεν μιλούσε στις καρδιές των Βραζιλιάνων, όσο ο Σένα. Ούτε, καν, ο Πελέ. Αυτός ομόρφαινε τις Κυριακές τους (η τηλεθέαση των Γκραν Πρι ξεπερνούσε ακόμη κι αυτή των Μουντιάλ), αυτός τους έκανε υπερήφανους με τις νίκες του, ανεμίζοντας τη βραζιλιάνικη σημαία σε κάθε ευκαιρία, αυτός βοηθούσε όποιους και όσο μπορούσε, με φιλανθρωπίες άνω των 400 εκατομμυρίων δολαρίων. Ηταν ο εθνικός τους ήρωας.

Αλλά, ήταν και ο λόγος που εκατομμύρια άνθρωποι σε όλη τη Γη άρχισαν να παρακολουθούν Φόρμουλα 1, θαυμάζοντας τον θεαματικό τρόπο με τον οποίο «απογείωνε» το αυτοκίνητό του και προσπερνούσε τα μονοθέσια των αντιπάλων του… σαν σταματημένα. Ο Σένα υπήρξε ένας διασκεδαστής, που ακροβατούσε μεταξύ ζωής και θανάτου. Ενας αληθινός σταρ, που δεν είχε τίποτα να ζηλέψει από τις πριμαντόνες του ποδοσφαίρου και του μπάσκετ εκείνης της εποχής. Αν όχι ο καλύτερος πιλότος όλων των εποχών, ασφαλώς ο πιο ταλαντούχος.

Το 2010 ανακηρύχθηκε από τους συναδέλφους του ως ο κορυφαίος οδηγός στα χρονικά της Φόρμουλα 1. Είκοσι πέντε χρόνια μετά τον θάνατό του η μορφή του πρωταγωνιστεί, ακόμα, σε διαφημιστικές καμπάνιες στη Βραζιλία. Γράφονται, διαρκώς, νέα βιβλία και γυρίζονται ταινίες για τη ζωή του. Το ντοκιμαντέρ «Ayrton Senna, Beyond the Speed of Sound» είναι, ίσως, ο καλύτερος τρόπος να τον γνωρίσουν όσοι δεν τον πρόλαβαν. Η τρίωρη έκδοσή του κυκλοφορεί και στο Διαδίκτυο.

Για το μοιραίο δυστύχημα μάθαμε μόνον ότι προκλήθηκε από το σπάσιμο της κολώνας του τιμονιού. Κατηγορήθηκαν έξι μηχανικοί της Ουίλιαμς, ενώ ο ίδιος ο Σερ Φρανκ Ουΐλιαμς καταδικάστηκε για ανθρωποκτονία από αμέλεια. Στο τέλος, όμως, όλοι αθωώθηκαν. Μάθαμε, επίσης, ότι στο κατεστραμμένο όχημα βρέθηκε μια αυστριακή σημαία. Ο Σένα σκόπευε να την υψώσει στον αέρα όταν θα τερμάτιζε, εκείνη την Πρωτομαγιά, προς τιμήν του νεκρού συναθλητή του.