1143
Δεκέμβριος 1952. Ο Ροζέ Βαντίμ και η Μπριζίτ Μπαρντό την ημέρα του γάμου τους στο Παρίσι | Photo by Hulton Archive/Getty Images

Ροζέ Βαντίμ – Μπριζίτ Μπαρντό: Μια απόλυτα χειριστική σχέση

Protagon Team Protagon Team 2 Ιανουαρίου 2026, 09:45
Δεκέμβριος 1952. Ο Ροζέ Βαντίμ και η Μπριζίτ Μπαρντό την ημέρα του γάμου τους στο Παρίσι
|Photo by Hulton Archive/Getty Images

Ροζέ Βαντίμ – Μπριζίτ Μπαρντό: Μια απόλυτα χειριστική σχέση

Protagon Team Protagon Team 2 Ιανουαρίου 2026, 09:45

Η 18χρονη Μπριζίτ Μπαρντό και ο 24χρονος Ροζέ Βαντίμ παντρεύτηκαν νέοι, το 1952, αλλά η αείμνηστη σταρ ήταν μόλις 15 ετών όταν ξεκίνησε η σχέση τους. Εκείνος ήταν γιος ρώσου διπλωμάτη και βοηθός σεναριογράφου του σκηνοθέτη Μαρκ Αλεγκρέ και εκείνη το θύμα μιας δυστυχισμένης παιδικής ηλικίας, που έκανε μαθήματα χορού, δούλευε ως μοντέλο και είχε μόλις εμφανιστεί σε μία από τις ταινίες του Αλεγκρέ.

Οι γονείς της Μπαρντό ήταν κάθετα αντίθετοι, τόσο στην ιδέα της ενασχόλησής της με το σινεμά, όσο και στην παθιασμένη σχέση της με τον Βαντίμ. Απεγνωσμένη στα 16 της, η Μπε Μπε έκανε την πρώτη –από τις πολλές– απόπειρα αυτοκτονίας της. Οι γονείς της την έσωσαν και τελικά συναίνεσαν στον γάμο, με την προϋπόθεση να περιμένουν άλλα δύο χρόνια, όπως αναφέρει ειδικό αφιέρωμα της βρετανικής Telegraph.

Ο Βαντίμ μπορεί να έκανε την Μπαρντό γνωστή διεθνώς με την πρώτη του ταινία ως σκηνοθέτης, το «Και ο Θεός έπλασε τη γυναίκα» του 1956, αλλά και εκείνη τον έκανε σταρ. Αυτό ήταν, άλλωστε, το κίνητρό του για να της δώσει πρωταγωνιστικό ρόλο. Ουσιαστικά διαχειριζόταν την καριέρα της από την εποχή του αρραβώνα τους, οδηγώντας την σε σέξι ταινιούλες, όπως το «Κορίτσι με το Μπικίνι» του 1952, και το αλά καμπαρέ μιούζικαλ «Η Σκανδαλιάρα» του 1956.

Η σκηνοθεσία του Βαντίμ, ωστόσο, μετέτρεψε την ερωτική γοητεία της συζύγου του σε εμπόρευμα παγκόσμιας εμβέλειας. Το «Και ο Θεός έπλασε τη γυναίκα» –επί της ουσίας μιάμιση ώρα με την Μπαρντό να χοροπηδά στην παραλία– σχεδιάστηκε για αυτόν ακριβώς τον σκοπό και οδήγησε την καριέρα της σε ένα μονοπάτι από το οποίο δεν θα κατάφερνε ποτέ να ξεφύγει.

Η σταρ πάντα περιέγραφε την έλξη της προς τον σκηνοθέτη με μάλλον τρομακτικούς όρους – ένας «άγριος λύκος» τον οποίο ερωτεύθηκε σφόδρα και εκείνος τη φυγάδευσε από το σεμνότυφο περιβάλλον της ανώτερης μεσαίας τάξης στο οποίο είχε ανατραφεί, εισάγοντάς την σε έναν πολύ πιο μποέμικο τρόπο ζωής στο τζετ σετ του Σεν Τροπέ. Οπως έγραψε χαρακτηριστικά, «με κοίταξε, με τρόμαξε, τράβηξε το ερωτικό ενδιαφέρον μου και δεν ήξερα πια πού βρισκόμουν».

Ο σχετικά σύντομος γάμος τους διήρκεσε πέντε χρόνια και σηματοδοτήθηκε από περιόδους έντονης συναισθηματικής δυσφορίας της Μπαρντό, καθώς και από εκατέρωθεν απιστίες, για τις οποίες ο Βαντίμ ήταν πρόθυμος να αναλάβει την ευθύνη – όπως ήταν αντίστοιχα πρόθυμος να εξηγήσει και πως είχε «απελευθερώσει» τη σταρ του.

Αν η ένωσή τους ήταν η μόνη της ζωής του, τότε ίσως να μην ήταν αρκετή για να δοθεί στον Βαντίμ ο χαρακτηρισμός του χειριστικού «Σβενγκάλι» που ανάγκαζε τις συντρόφους του να γίνονται σύμβολα του σεξ. Ωστόσο ήταν ο πρώτος από τους πέντε συνολικά γάμους του, πάντα με αρκετά νεότερες ηθοποιούς, των οποίων τη δημόσια εικόνα θα διαμόρφωνε με βάση αυτό το μοτίβο. «Οι γυναίκες είναι πρόβλημα», έλεγε. «Αν είναι διανοούμενες, γίνονται επιθετικές. Αν όχι, είναι βαρετές».

Η δεύτερη σύζυγός του ήταν η δανέζα ηθοποιός Ανέτ Στρόιμπεργκ, η οποία γέννησε την κόρη τους, Ναταλί, στα 21α γενέθλιά της, τον Δεκέμβριο του 1957. Οι προσπάθειες του Βαντίμ να δημιουργήσει ένα αντίγραφο της Μπαρντό είχαν ήδη ξεκινήσει. Την παντρεύτηκε έναν χρόνο αργότερα και της έδωσε τον πρωταγωνιστικό ρόλο της κατεστραμμένης Μαντάμ ντε Τουρβέλ στη διασκευή των «Επικίνδυνων Σχέσεων» του 1959, δίπλα στη Ζαν Μορό.

«Κερδίζω περισσότερα από μια ηθοποιό με την οποία συζώ παρά από μια καλύτερη ηθοποιό που δεν γνωρίζω, γιατί έτσι την κάνω να ανθίσει σαν λουλούδι», εξηγούσε χρόνια αργότερα ο Βαντίμ. Μοιραία, η Στρόιμπεργκ δεν αισθάνθηκε ποτέ ικανοποιημένη με τις ερμηνείες της, ένιωθε άβολα με την «ανεπιφύλακτη λατρεία της γυναικείας φύσης» του συζύγου της και ο γεμάτος απιστίες γάμος τους έληξε το 1961.

Ακολούθως, ο Βαντίμ προχώρησε σε πολύχρονη σχέση με την έτερη μούσα του γαλλικού σινεμά, Κατρίν Ντενέβ. Εκείνος ήταν 33 ετών και εκείνη μόλις 17, προτού γίνει διάσημη με τις «Ομπρέλες του Χερβούργου», το 1964. Ο σκηνοθέτης ήταν τότε ήδη διαβόητος ως «Πυγμαλίων των νεαρών σταρ» και η Ντενέβ απλά η πιο πρόσφατη κατάκτησή του.

Της έδωσε έναν ρόλο που συνιστούσε την ενσάρκωση της θηλυκής αγνότητας, η οποία πέφτει θύμα ενός σαδιστή αξιωματικού των SS, στο πολεμικό δράμα «Αμαρτία και Αρετή» το 1963, τη χρονιά που εκείνη γέννησε το γιο τους, Κριστιάν. Αλλά η Ντενέβ κατάφερε τουλάχιστον να ξεφύγει από τα νύχια του σκηνοθέτη σε μια βασική παράμετρο: αρνήθηκε να τον παντρευτεί και τον εγκατέλειψε μετά από έναν χρόνο για έναν πρώην φίλο της Μπαρντό, τον γάλλο ηθοποιό Σάμι Φρέι.

Η επόμενη σύζυγός του ήταν η ανερχόμενη σταρ Τζέιν Φόντα, η οποία είχε ήδη βραβευτεί με Χρυσή Σφαίρα για την ταινία «Το Σπίτι της Αμαρτίας» του 1962. Συνεπής στην κινηματογραφική συμπεριφορά του, ο Βαντίμ θα τη μετατρέψει και αυτή σε «γατούλα του σεξ» μέσω της διαστημικής φανφάρας «Μπαρμπαρέλα» του 1968 – την πιο αφελή αλλά ταυτόχρονα πιο γνωστή ταινία της πρώιμης φιλμογραφίας της σπουδαίας αμερικανίδας ηθοποιού.

Σε μια συνέντευξη εκείνης της εποχής, στην οποία περιγράφεται κυριολεκτικά ως «μια ακόμα σύζυγος του Βαντίμ», η Φόντα ρίχνει λίγο φως στον τρόπο λειτουργίας της δυναμικής τους: «Υποθέτω ότι είμαι ένα είδος σκλάβας. Φαίνεται ότι λειτουργώ πολύ καλά όταν κάποιος με βάζει σε ένα πλαίσιο, και ο Βαντίμ γνωρίζει πάντα ακριβώς πού πηγαίνει».

Το μοτίβο συνεχίστηκε, με το ζευγάρι να αποκτά ένα παιδί, τη Βανέσα, και τη σχέση –η οποία κράτησε μια οκταετία– μοιραία να περιγράφεται ως μάλλον δυστυχισμένη. Η βραβευμένη ηθοποιός θα αποκάλυπτε χρόνια αργότερα ότι ο Βαντίμ την πίεζε να συμμετάσχει σε σεξουαλικά τρίο και ότι εκείνη προσλάμβανε ιερόδουλες για να ικανοποιεί τις ορέξεις του.

Μπαρντό, Ντενέβ, Φόντα. Καθόλου τυχαία, ο σκηνοθέτης χρησιμοποίησε τα ονόματά τους στην άκρως ιδιοτελή αυτοβιογραφία του με υπότιτλο «Η ζωή μου με τις τρεις πιο όμορφες γυναίκες στον κόσμο», που κυκλοφόρησε το 1986. Από τις τρεις τους, η Μπαρντό και η Ντενέβ του άσκησαν μήνυση για παραβίαση της προσωπικής τους ζωής –και κέρδισαν από 10.000 δολάρια αποζημίωση η καθεμία– με το αιτιολογικό ότι τις παρουσίαζε ως «αδύναμες και διαταραγμένες».

Σε μια στιγμή αυτοκριτικής ο Βαντίμ αναρωτήθηκε στο βιβλίο του τι του έβρισκαν οι μούσες του: «Για κάποιες ήταν οι αποδόσεις μου στο κρεβάτι, για άλλες ήμουν απλώς το όχημα της επιτυχίας τους, ενώ για μερικές ήμουν ένας Σβεγκάλι ικανός να μαγεύει αθώα νεαρά κορίτσια. Τελικά, είτε είμαι ένας κυνικός, ακόλαστος χειριστής, είτε ένας άνδρας που ξεπεράστηκε από το ταλέντο και την ομορφιά των γυναικών τις οποίες αγάπησε».

Ενδεχομένως ισχύουν και τα δύο. Τη χρονιά που κυκλοφόρησε την αυτοβιογραφία του ο Βαντίμ ήταν ήδη ένας ξεπεσμένος σκηνοθέτης, η καριέρα του οποίου αντιμετωπιζόταν ως αστείο – ένας ακόρεστος ερωτύλος που εκμεταλλευόταν νεαρές στάρλετ, οι οποίες σύντομα έχαναν την υπομονή τους μαζί του. Η Ντενέβ και η Φόντα κατάφεραν όχι απλώς να επιβιώσουν της «λαίλαπας Βαντίμ», αλλά και να φτιάξουν θρυλικές καριέρες, έχοντας γίνει πιο δυνατές μετά από αυτήν.

Η καριέρα της Μπε Μπε, από την άλλη, δεν κατάφερε να ανακάμψει ποτέ. Τόσο η φήμη της όσο και η ζημιά στην υπόλοιπη καριέρα της μπορεί εύκολα να αποδοθεί στον Βαντίμ. Παντρεύτηκε μια ευεπηρέαστη, προφανώς διαταραγμένη έφηβη, την έγδυσε στην οθόνη, την έκανε αντικείμενο σεξουαλικού πόθου εκατομμυρίων ανδρών στο διεθνές σινεφίλ κοινό, και δεν το μετάνιωσε ποτέ, σημειώνει η Telegraph.

Ακολουθήστε το Protagon στο Google News

Διαβάστε ακόμη...

Διαβάστε ακόμη...