1274
| CreativeProtagon

Παροχές, αγορές και «μαξιλάρι»: Η ακροβασία του Μητσοτάκη

Ελευθερία Αρλαπάνου Ελευθερία Αρλαπάνου 15 Σεπτεμβρίου 2020, 18:20
|CreativeProtagon

Παροχές, αγορές και «μαξιλάρι»: Η ακροβασία του Μητσοτάκη

Ελευθερία Αρλαπάνου Ελευθερία Αρλαπάνου 15 Σεπτεμβρίου 2020, 18:20

Τον Ιανουάριο του 2010, όταν ξεσπούσε το τσουνάμι των μνημονίων, το ελληνικό Δημόσιο αποφάσισε να εκδώσει ένα πενταετές ομόλογο. Στις εκατοντάδες εκδόσεις που είχαν προηγηθεί και είχαν οδηγήσει το χρέος σε δυσθεώρητα ύψη, αυτό το ομόλογο ξεχώρισε και για την αφεντιά του κατέληξαν να έχουν άποψη οι πάντες, από τα έδρανα και τις Εξεταστικές της Βουλής, μέχρι τα τηλεπαράθυρα και τα…καφενεία. Οχι λόγω του πολύ τσουχτερού επιτοκίου του, που έδειχνε προς Καστελόριζο ήδη από τον Ιανουάριο, αλλά λόγω του ότι προσέλκυσε προσφορές 25 δισεκατομμυρίων ευρώ.

«Γιατί δεν τα παίρναμε όλα τον Γενάρη, να σωθούμε και να μην καταλήξουμε στην αγκαλιά του Σόιμπλε και του ΔΝΤ;» ρωτούσαν φίλοι και εχθροί μεταξύ αστείου αλλά και σοβαρού στην τραγική περίοδο που ακολούθησε.

Κανένας φυσικά δεν άκουγε ότι τα 25 δισεκατομμύρια στην πραγματικότητα δεν ήταν ποτέ διαθέσιμα για να τα αντλήσει όλα ο αρμόδιος Οργανισμός Διαχείρισης Δημοσίου Χρέους εκείνο τον Γενάρη (είθισται σε μια τέτοια διαδικασία πολλοί επενδυτές να καταθέτουν παραπάνω προσφορές, όχι απαραίτητα με τους πιο συμφέροντες όρους, εν γνώσει τους ότι θα μειωθεί η συμμετοχή τους στην τελική φάση της έκδοσης). Δεν άκουγαν ή ηθελημένα δεν κατανοούσαν ούτε τις υπέρογκες ανάγκες που είχαμε εκείνη τη χρονιά (τοκοχρεολύσια, ελλείμματα) που με τα δημοσιονομικά μας μέσα στη μαυρίλα και τις αγορές να ανεβάζουν σε απαγορευτικά επίπεδα το κόστος δανεισμού μας, θα έφερναν τη στάση πληρωμών στον επόμενο τόνο.

Από τα 25 δισεκατομμύρια του 2010 μέχρι τα σχεδόν 37  δισεκατομμύρια του «μαξιλαριού» εν έτει 2020 μεσολαβούν δέκα, συγκλονιστικά, χρόνια.

Κατά τη διάρκειά τους «λουστήκαμε» και τελικά «ξεφορτωθήκαμε» την τρόικα (κι ας την είπαμε «θεσμούς» και τη μετακομίσαμε στο Hilton) στο πλαίσιο των τριών (3!) μνημονίων με τεράστιο κόστος για όλους και ειδικά για τη μεσαία τάξη.

Καταπώς δείχνουν όμως τα πράγματα, παρά τα μεγάλα δεινά μας, δεν απαλλαχθήκαμε από την επιμονή πολλών να αγνοούν –ή να επιλέγουν να αγνοούν– τον μεγάλο παίκτη που αποδείχθηκε μοιραίος για τη χώρα το 2010 και θα μπορούσε κάλλιστα να αποδειχθεί ξανά μοιραίος το 2021, το 2022 ή το 2023: τις αγορές.

Πίσω στο… μέλλον, λοιπόν, λίγα εικοσιτετράωρα μετά το νέο οικονομικό πακέτο που ανακοίνωσε ο Κυριάκος Μητσοτάκης στη Θεσσαλονίκη το Σάββατο 12 Σεπτεμβρίου.

Καθώς ζορίζουν οι τσέπες και η ύφεση προβάλλει θηριώδης, πολύς καβγάς, πολλή γκρίνια, αλλά –πάλι– και πολλή αμπελοφιλοσοφία, με κύριο θέμα γιατί η κυβέρνηση δεν διοχετεύει στην αγορά περισσότερα, αφού έχει το «μαξιλάρι» (των φορολογούμενων και όχι του ΣΥΡΙΖΑ…).

Γκρινιάζει η αντιπολίτευση, γκρινιάζει η αγορά, γκρινιάζουν οι πολίτες να δώσουμε περισσότερα τώρα που «γυρίζει» για να σώσουμε ό,τι μπορούμε και να ορθοποδήσουμε μια ώρα αρχύτερα. Βγαίνουν και οι αρμόδιοι και διαφημίζουν ότι τα διαθέσιμα καλά κρατούν, σχεδόν 37,5 δισ. ευρώ, οπότε σου λέει ο φτωχός που βλέπει το νοικοκυριό του να τρέμει, γιατί δεν τα δίνουμε όλα τώρα που τα χρειαζόμαστε; Τι περιμένουμε;

Αυτό που θα έπρεπε να περιμένουμε είναι κάποιος να πει την πικρή αλήθεια. Και η αλήθεια είναι ότι οι αγορές και οι συμφωνίες για τα «μαξιλάρια» και τα «παπλώματα» δεν λειτουργούν όπως εμείς θα θέλαμε, σίγουρα ούτε καταπώς τις διαφημίζουμε. Οπως φυσικά και το ότι στην εποχή των μεταμνημονίων η ελληνική οικονομία βελτιώθηκε λίγο, αλλά δεν απογειώθηκε κιόλας.

Οι αγορές, οι ιδιώτες και κρατικά ασφαλιστικά ταμεία που διαχειρίζονται τα διαθέσιμα των ασφαλισμένων και τις καταθέσεις των νοικοκυριών όλου του πλανήτη δεν συγχωρούν λάθη. Ειδικά όταν είσαι η Ελλάδα, το παλιό κακό παιδί της Ευρωζώνης που σχεδόν αποβλήθηκε από το ευρώ το 2015 έχοντας ήδη κουρέψει ιδιώτες κατόχους  ομολόγων μέσω του PSI.

Η αλήθεια λοιπόν είναι ότι το μεγαλύτερο μέρος των 37,5 δισ. ευρώ δεν υπάρχει προς χρήση. Ή, για την ακρίβεια, δεν υφίστανται ως διαθέσιμα για να τα κάνουμε ό,τι θέλουμε, όποτε θέλουμε, καταπώς θέλουμε, ενώ η πανδημία καλπάζει και δεν ξέρεις τι θα σου ξημερώσει σε 3 ή 6 μήνες, ούτε και τι θα επικρατεί στις αγορές όταν θα αποσύρεται η πανδημία και θα αρχίζουν να σφίγγουν τα δημοσιονομικά λουριά.

Το «μαξιλάρι» είναι η εγγύηση ότι η Ελλάδα, μέχρι πρότινος σχεδόν χρεοκοπημένη, θα μπορέσει να αποπληρώσει τόκους και λήξεις χρέους τα αμέσως επόμενα χρόνια. Εάν το «μαξιλάρι» ή το μεγαλύτερο μέρος του εκλείψει, οι αγορές κλείνουν και δεύτερη διάσωση δεν έχει.

Από το «πουπουλένιο μαξιλάρι» μας σχεδόν τα μισά είναι η ανέγγιχτη εγγύηση για το χρέος, δεσμευμένα στον Ευρωπαϊκό Μηχανισμό Στήριξης, τον γνωστό μας ESM, του οποίου είμαστε οι καλύτεροι πελάτες, αφού μόνον οι ευρωπαίοι «σύντροφοι» συνέχιζαν να μας δανείζουν και μάλιστα με πολύ χαμηλό επιτόκιο, όταν οι αγορές έκλεισαν ερμητικά για τη χώρα.

Το «μαξιλάρι» είναι η εγγύηση ότι η Ελλάδα, μέχρι πρότινος σχεδόν χρεοκοπημένη, θα μπορέσει να αποπληρώσει τόκους και λήξεις χρέους τα αμέσως επόμενα χρόνια. Εάν το «μαξιλάρι» ή το μεγαλύτερο μέρος του εκλείψει, οι αγορές κλείνουν και δεύτερη διάσωση δεν έχει.

Και αυτό το γνωρίζει πολύ καλά ή πρέπει να το γνωρίζει και ο ΣΥΡΙΖΑ, που έκλεισε τη συμφωνία για τη δημιουργία του μαξιλαριού, προκειμένου να βγούμε από τα μνημόνια τον Αύγουστο του 2018.

Και το μισό «μαξιλάρι» όμως να ρίξουμε στην αγορά, πάλι δουλειά θα γίνει, θα σκεφτεί κάποιος. Κοινώς, ας επωφεληθούμε τώρα και μετά βλέπουμε, έχει ο Θεός…

Για τις αγορές όμως τα πράγματα λειτουργούν διαφορετικά, το «μαξιλάρι» έχει χρησιμότητα μόνο όταν… υπάρχει και όταν οι αγορές το αξιολογούν ως επαρκές. Για αυτόν τον λόγο, ό,τι ροκανίζουμε τους τελευταίους μήνες για τη στήριξη επιχειρήσεων, νοικοκυριών και εργαζομένων όλο και το συμπληρώνουμε με ομολογάκια εδώ κι εκεί, φροντίζοντας να έχουμε τουλάχιστον 30 δισ. ευρώ στο ταμείο, όταν θα μας αποχαιρετά το μαρτυρικό 2020.

Πρόκειται για μια στρατηγική που δεν έχει να κάνει μόνο με το να ξοδεύουμε με φειδώ για να έχουμε να στηρίξουμε νοικοκυριά και επιχειρήσεις εάν τα πράγματα στραβώσουν και δεν εκτονωθεί η πανδημική κρίση –όπως ευρέως αναμένεται– μέχρι την άνοιξη του 2021.

Εχει να κάνει και με το καλό σενάριο εκτόνωσης της πανδημίας. Τότε «το γεμάτο θησαυροφυλάκιο» θα διευκολύνει τη χώρα να διατηρήσει την πρόσβασή της στις αγορές και να δανείζεται, Δημόσιο και επιχειρήσεις, με ιστορικά χαμηλό κόστος για τα οικονομικά δεδομένα της χώρας. Για το τι συμβαίνει σήμερα, βέβαια, ας είναι καλά και η Λαγκάρντ που αποφάσισε στις αρχές του έτους να εντάξει στο πρόγραμμα αγορών της τα ελληνικά ομόλογα που, ας μην το ξεχνάμε, είναι ακόμα στην κατηγορία junk, δηλαδή «σκουπίδια».

Xωρίς μάσκα μπροστά στις αγορές, κάποια πράγματα όπως τα «μαξιλάρια» και η δημοσιονομική σύνεση και ένα καθαρό αναπτυξιακό, μεταρρυθμιστικό σχέδιο, θα είναι στα συν μας. Γιατί όσοι μας δανείζουν θέλουν να γνωρίζουν ότι θα πάρουν τα λεφτά τους πίσω.

Με αυτά και με τα άλλα και με το «μαξιλάρι» ως το μεγάλο ασφάλιστρο κινδύνου έναντι των αγορών, πορευόμαστε όλους αυτούς τους μήνες με μηδαμινό κόστος χρηματοδότησης, αποφύγαμε κύμα υποβαθμίσεων και θα πορευθούμε και τους –πολλούς– επόμενους όταν, καλώς εχόντων των πραγμάτων, θα υποχωρεί η πανδημία και μαζί της όμως και το περιβάλλον δημοσιονομικής χαλάρωσης το οποίο –με τις ευλογίες όλων– υπάρχει σήμερα παγκοσμίως.

Δυστυχώς, η πικρή αλήθεια είναι ότι η Ελλάδα, μετά το τέλος της υγειονομικής κρίσης, θα επιστρέψει σε δυσμενέστερη θέση από εκείνη που ήταν το 2019, έχοντας χάσει τουλάχιστον 12 πολύτιμους μήνες.

Θα επιστρέψει στην κατάσταση μιας υπερχρεωμένης χώρας, με χρεοκοπημένο παραγωγικό μοντέλο και σχέδιο, το οποίο που πασχίζουμε να αναμορφώσουμε εδώ και δεκαετίες. Με ένα θηριώδες δημόσιο χρέος, μια διαταραγμένη πια δημοσιονομική θέση ελέω πανδημίας, εκτός επενδυτικής βαθμίδας και με μεγάλη ανάγκη για φθηνό δανεισμό. Οχι μόνο για το Δημόσιο, αλλά και για τις ταλαιπωρημένες ελληνικές επιχειρήσεις, προκειμένου να ανακάμψουμε ταχύτερα και να δημιουργήσουμε απασχόληση, αξιοποιώντας και πολλαπλασιάζοντας την ισχύ των περίπου 70 δισ. ευρώ που μας αναλογούν από τα ευρωπαϊκά ταμεία.

Τότε λοιπόν, χωρίς μάσκα μπροστά στις αγορές, κάποια πράγματα, όπως τα «μαξιλάρια» και η δημοσιονομική σύνεση και ένα καθαρό αναπτυξιακό, μεταρρυθμιστικό σχέδιο, θα είναι στα συν μας. Γιατί όσοι μας δανείζουν θέλουν να γνωρίζουν ότι θα πάρουν τα λεφτά τους πίσω.

There is no free lunch. Με ή χωρίς πανδημία, αυτός είναι ο κανόνας. Και αν δεν μας αρέσει, αυτό είναι ένα δικό μας πρόβλημα.

Οπως άλλωστε ήταν πάντα.