1028
| CreativeProtagon

Γιατί η Δύση ούτε πρέπει ούτε μπορεί να απομονώσει τη Ρωσία

Protagon Team Protagon Team 29 Απριλίου 2022, 13:30

Γιατί η Δύση ούτε πρέπει ούτε μπορεί να απομονώσει τη Ρωσία

Protagon Team Protagon Team 29 Απριλίου 2022, 13:30

Περισσότερο από δύο μήνες μετά τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία, ένα τουλάχιστον ερώτημα εξακολουθεί να παραμένει αναπάντητο: «Στο όνομα ποιου κηρύχθηκε ο πόλεμος; Είναι η πλειονότητα των Ρώσων όμηρος των αυτοκρατορικών φιλοδοξιών του Πούτιν ή αποτελεί η ρωσική κοινωνία το αντίστοιχο του Πούτιν σε μεγέθυνση;», διερωτάται σε άρθρο του στους Financial Times ο Ιβάν Κράστεφ.

Ο διακεκριμένος βούλγαρος πολιτικός επιστήμονας, πρόεδρος του Κέντρου Φιλελεύθερων Στρατηγικών της Σόφιας και μόνιμος εταίρος του Ινστιτούτου Ανθρωπιστικών Σπουδών της Βιέννης, υπενθυμίζει στην ανάλυσή του πως, κατά τις πρώτες ημέρες της ρωσικής εισβολής, οι περισσότεροι Ευρωπαίοι ασπάζονταν τη θεωρία περί ομηρίας της ρωσικής κοινωνίας, αναμένοντας από τους απλούς Ρώσους να εκφράσουν την εναντίωσή τους στον πόλεμο του προέδρου τους.

Ωστόσο μετά την αποκάλυψη των φρικαλεοτήτων που διαπράχθηκαν στη Μπούτσα, ο πόλεμος του Πούτιν μετατράπηκε αυτομάτως σε πόλεμο της Ρωσίας. «Ο απόλυτος έλεγχος των μέσων ενημέρωσης από το Κρεμλίνο και η αυξανόμενη καταστολή δεν επαρκούσαν πλέον για να εξηγήσουν, πόσο μάλλον να δικαιολογήσουν, τη σιωπή της ρωσικής κοινωνίας. Οι Ρώσοι δεν γνώριζαν την αλήθεια για τη Μπούτσα ή δεν ήθελαν να τη μάθουν; Πολλοί Ευρωπαίοι εξοργίστηκαν με τον τρόπο με τον οποίο οι πολίτες της χώρας το κατάπιαν κλείνοντας τα μάτια τους μπροστά στη βαρβαρότητα του στρατού τους», γράφει ο Κράστεφ.

Επιστρέφοντας στο παρελθόν υπενθυμίζει πως μετά την πυρηνική καταστροφή του Τσερνόμπιλ, το 1986, γύρω από τον αντιδραστήρα που εξερράγη, δημιουργήθηκε μια ζώνη αποκλεισμού. Από τη κατάρρευση της ΕΣΣΔ έως σήμερα, η Ρωσία κατέστη για τους Ευρωπαίους και τη δυτική πολιτική σκέψη γενικότερα, «ένα γεωπολιτικό Τσερνόμπιλ: ένας τόπος ηθικής καταστροφής, ένα επικίνδυνο μέρος που πρέπει να σφραγιστεί», εξηγεί.
Και είναι αλήθεια πως σήμερα πάρα πολλοί Ευρωπαίοι «ονειρεύονται έναν κόσμο χωρίς τη Ρωσία», φαντάζονται πως η Δύση δεν εξαρτάται από τους ενεργειακούς πόρους αυτής της χώρας, πως οι πολιτισμικοί δεσμοί μεταξύ των δύο πλευρών έχουν κοπεί, πως τα ευρωπαϊκά σύνορα είναι οχυρωμένα. Ακόμη και οι «παθολογικά αισιόδοξοι» επιχειρηματικοί ηγέτες εμφανίζονται ιδιαίτερα απαισιόδοξοι όσον αφορά το ενδεχόμενο επανεπενδύσεων στις ρωσικές αγορές κατά τα επόμενα χρόνια. Και όσο ο Βλαντίμιρ Πούτιν παραμένει στην εξουσία, το να χαλαρώσουν ουσιαστικά οι δυτικές κυρώσεις θεωρείται απίθανο.

Συγχρόνως αρκετοί δυτικοί φορείς χάραξης πολιτικής θεωρούν εξίσου απίθανο το ενδεχόμενο να επέλθουν σημαντικές αλλαγές στη Ρωσία, οπότε αναζητούν τρόπους για να εμποδίσουν τη χώρα να επιτύχει τους όποιους στόχους της στο πεδίο της εξωτερικής πολιτικής. «Αλλά οποιαδήποτε απόπειρα απομόνωσης της Ρωσίας θα είναι πολύ διαφορετική από την πολιτική της ανάσχεσης της ΕΣΣΔ που εφάρμοσε η Δύση κατά τον Ψυχρό Πόλεμο», προειδοποιεί ο Κράστεφ.

Επικαλείται τον Τζορτζ Κέναν, σημειώνοντας πως ο θρυλικός αμερικανός διπλωμάτης έκανε λόγο για την ανάγκη ανάσχεσης της ΕΣΣΔ, προϋποθέτοντας ότι κάποια στιγμή το σοβιετικό καθεστώς θα κατέρρεε εξαιτίας των εσωτερικών αντιθέσεών του. Σύμφωνα με το κυρίαρχο δυτικό αφήγημα κατά τη διάρκεια του Ψυχρού Πολέμου, ένοχο ήταν μόνον το σοβιετικό καθεστώς ενώ οι πολίτες ήταν αθώοι, η ΕΣΣΔ ήταν μια μεγάλη φυλακή ενώ οι ηγέτες της δεν αναγνωρίστηκαν ποτέ ως νόμιμοι εκπρόσωποι των κοινωνιών τους.

Ωστόσο στο πλαίσιο αυτής της θεωρίας περί ενός κακόβουλου καθεστώτος και ενός καταπιεσμένου λαού, «η αλλαγή είναι ακόμη δυνατή». Αντιθέτως, μια πολιτική που αποσκοπεί στην απομόνωση της Ρωσίας, «ασπάζεται ασυνείδητα μια θεωρία σύμφωνα με την οποία η Ρωσία ως πολιτισμός δεν μπορεί να αλλάξει. Υπάρχουν χιλιάδες ηθικοί λόγοι για τους οποίους η Ρωσία θα έπρεπε να γκετοποιηθεί ως γεωπολιτικό Τσερνόμπιλ. Αλλά η αντιμετώπιση της Ρωσίας ωσάν να είναι ο Πούτιν θα αποτελούσε στρατηγικό ατόπημα», υποστηρίζει ο 57χρονος πολιτικός επιστήμονας και εξηγεί γιατί.

Πρώτον, θα ωφελούσε πρωτίστως τον ρώσο πρόεδρο, νομιμοποιώντας τον να μιλάει εξ ονόματος του ρωσικού λαού. Συγχρόνως θα του επέτρεπε να συνεχίσει να υποστηρίζει πως «η μοναδική Ρωσία που μπορεί να ανεχτεί η Δύση είναι μια Ρωσία αδύναμη ή ηττημένη».
Δεύτερον, μια στρατηγική που αποσκοπεί στην απομόνωση της Ρωσίας είναι αναποτελεσματική επειδή συνεπάγεται την εξάλειψη του ενδιαφέροντος όσον αφορά την κατάσταση στο εσωτερικό της Ρωσίας. Μια τέτοια πολιτική «προδιαγράφει ότι η αποτυχία των Ρώσων να εναντιωθούν στον πόλεμο σημαίνει ότι η χώρα δεν θα αλλάξει ποτέ τη στάση της απέναντί του», παραβλέποντας το γεγονός πως αρκετοί Ρώσοι τάσσονται υπέρ του πολέμου «όχι επειδή υποστηρίζουν το καθεστώς αλλά γιατί ελπίζουν παράλογα ότι ο πόλεμος θα αλλάξει το καθεστώς», μας πληροφορεί ο Κράστεφ, αναφερόμενος κυρίως σε αντιφρονούντες και υποστηρικτές της (όποιας) αντιπολίτευσης που ευελπιστούν πως μια νίκη των Ουκρανών θα επιφέρει την κατάρρευση του πουτινικού καθεστώτος αλλά και σε υποστηρικτές του ρώσου προέδρου που επιθυμούν να δουν τους ρώσους ολιγάρχες να καταστρέφονται.
Τρίτον, το να γίνεται λόγος για έναν κόσμο χωρίς τη Ρωσία είναι σε τελική ανάλυση μάταιο, γιατί ο μη δυτικός κόσμος, παρότι ενδέχεται να μην εγκρίνει τον πόλεμο του Κρεμλίνου στην Ουκρανία, είναι κάθε άλλο παρά πρόθυμος να αποστασιοποιηθεί από τη Ρωσία και να αποδεχτεί την απομόνωσή της. Αρκεί να σημειωθεί πως πολλά από τα κράτη που ο Τζο Μπάιντεν προσκάλεσε στη Σύνοδό του για τη Δημοκρατία δεν έχουν επιβάλει κυρώσεις στη Μόσχα.
Πολλοί που κρίνουν αποκρουστική τη ρωσική βαρβαρότητα αλλά όχι ανείπωτη, είναι περισσότερο ρεαλιστές παρά ηθικολόγοι ενώ η ρωσική επίθεση στο Ντονμπάς «απλά εντείνει τη σύγκρουση μεταξύ εκείνων που θεωρούν τη Ρωσία ηθικά ανεπίδεκτη αλλαγής και εκείνων που τη βλέπουν ως μια αναπόφευκτη πραγματικότητα στην παγκόσμια πολιτική». Αυτό σημαίνει πως η συνέχιση του πολέμου θα αναγκάσει την ευρωπαϊκή κοινή γνώμη να επιλέξει ανάμεσα στο «κόμμα της ειρήνης» και στο «κόμμα της δικαιοσύνης», εξηγεί ο Κράστεφ, ολοκληρώνοντας την ανάλυσή του.

Οι οπαδοί του κόμματος της ειρήνης υποστηρίζουν πως στόχος της Δύσης πρέπει να είναι ο τερματισμός των εχθροπραξιών το ταχύτερο δυνατό, ακόμη και εάν χρειαστεί να προβεί η Ουκρανία σε σημαντικές παραχωρήσεις. Οι υποστηρικτές του κόμματος της δικαιοσύνης θεωρούν πως προτεραιότητα πρέπει να αποτελεί η εκδίωξη των ρωσικών δυνάμεων από την ουκρανική επικράτεια ακόμη και εάν αυτό συνεπάγεται τη συνέχιση του πολέμου.

Ωστόσο «η ειρήνη και η δικαιοσύνη δεν ομοιοκαταληκτούν στην ευρωπαϊκή ιστορία», υπενθυμίζει ο Κράστεφ. «Είτε αποκαλείτε την εισβολή στην Ουκρανία πόλεμο του Πούτιν είτε πόλεμο των Ρώσων δεν είναι θέμα προτίμησης αλλά στρατηγική επιλογή. Καταδεικνύει τις προσδοκίες της Δύσης όσον αφορά τις σχέσεις της με τη Ρωσία μετά τον Πούτιν, όποτε αυτό συμβεί».

Ακολουθήστε το Protagon στο Google News