810
Τον Ιούλιο του 1962 σκηνοθετώντας την ταινία «Η Ιουλιέτα των Πνευμάτων» | (Marco Emili/Keystone/Getty Images/Ιdeal Images)

Φελίνι, ο εκστατικός οραματιστής

Γιώτα Παναγιώτου Γιώτα Παναγιώτου 20 Ιανουαρίου 2016, 14:49
Τον Ιούλιο του 1962 σκηνοθετώντας την ταινία «Η Ιουλιέτα των Πνευμάτων»
|(Marco Emili/Keystone/Getty Images/Ιdeal Images)

Φελίνι, ο εκστατικός οραματιστής

Γιώτα Παναγιώτου Γιώτα Παναγιώτου 20 Ιανουαρίου 2016, 14:49

Όχι ακριβώς σοκ. Μα σίγουρα ένα δυνατό τράνταγμα. Απορία στη συνέχεια. Και κατόπιν, διάχυτη στο στόμα, μια μεταλλική, στυφή γεύση. Εκείνη που σου κληρονομεί η πίκρα. Να τι άφησε ως ανάμνηση σε μια 15χρονη (τότε) σινεφίλ η παραπλανητική, ως προς το όνομα, «Γλυκιά Ζωή» του Φεντερίκο Φελίνι. Μέσα στην εφηβική της αλαζονεία, επηρεασμένη σαφώς από το ασυναγώνιστο στιλ του Μαρτσέλο Μαστρογιάνι, τον πληθωρικό ερωτισμό της Ανίτα Εκμπεργκ, τη γοητεία του ασπρόμαυρου και τις υποσχέσεις μιας Ρώμης που την μάγευε, όπως η χώρα του Ποτέ, δεν είχε πλήρως καταλάβει η πιτσιρίκα τι ακριβώς διάλεξε να παρακολουθήσει. Το πόσο οδυνηρή θα αποκαλυπτόταν η ματαιότητα της μεγάλης ζωής και η σκάρτη λάμψη των κενών απολαύσεων, ήταν κάτι που δεν το περίμενε.

3228573
Φεύγοντας από το στούντιο από το στούντιο, κάποια στιγμή το 1961 (Keystone/Getty Images/Ιdeal Images)

Μα ακόμη και σήμερα, που τα χρόνια έχουν πλέον περάσει, δεν παύει να τη συγκλονίζει το ηθικό φιάσκο μιας ολόκληρης κοινωνίας, αλλά και η τόλμη του σκηνοθέτη να ξεσκεπάσει όλα αυτά που παραμένουν επιμελώς κρυμμένα (ως ιερά μυστικά, κάτω από το χαλί) χρησιμοποιώντας την κριτική και την απόσταση. Αν κάποιος ήθελε να περιγράψει το Φελίνι με μια λέξη, εύκολα θα επέλεγε το θαρραλέος, εξάλλου. Θέλει τσαγανό προκειμένου να αδιαφορήσεις για τους λιβέλους μιας συντηρητικής κάστας, η οποία δήθεν σοκάρεται. Να μπορέσεις να δημιουργήσεις ένα κόσμο από την αρχή, χρησιμοποιώντας μονάχα σκιές και φως. Τόσο αριστοτεχνικά κοντά στην πραγματικότητα, όσο και στη φαντασία ταυτόχρονα. Πλάθοντας ένα κόσμο που μοιάζει πολύ με το δικό σου. Γεμάτο από αγάπη για τον άνθρωπο και προβληματισμό για τις αδυναμίες, τις αγωνίες και τις ελπίδες. Πλημμυρισμένο από νοσταλγία. Αυτή η αριστουργηματική χρήση των αναμνήσεων έκανε απολαυστικό το έργο του Φελίνι, μπολιάζοντάς το με σπάνια αισθητική και με ασίγαστη λαχτάρα για ζωή. Το αδιάκοπο κυνήγι του ιδανικού, που τόσο χαρακτηρίζει τη δουλειά του, δεν απείχε άλλωστε και πολύ από τη δική του πραγματικότητα. Τον γεννημένο στις 20 Ιανουαρίου του 1920 στο Ρίμινι αγόρι, την εποχή που η πόλη ήταν ξέχειλη από καλλιτέχνες του δρόμου, ακροβάτες και κλόουν, στην αρχή επέλεξε να γίνει δικηγόρος. Κατόπιν, δημοσιογράφος και στη συνέχεια καρτουνίστας, φιλοτεχνώντας αφίσες ταινιών, σχέδια και καρικατούρες. Μετά από αυτό ντεμπούταρε ως ηθοποιός, συμμετέχοντας σε αρκετές ταινίες, τα χρόνια του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου, ενώ πίσω από τις κάμερες μπήκε πρώτη φορά το 1950 με τα «Φώτα του βαριετέ». Κι εκεί βρέθηκε στο στοιχείο του, καθώς ακολούθησαν «Οι Βιτελόνι» με διθυραμβικές κριτικές και ο πολυβραβευμένος «Δρόμος» (La Strada) με τους λούμπεν, τρυφερούς, εξαθλιωμένους σαλτιμπάγκους, που εκτόξευσε τη φήμη του διεθνώς. Το αστέρι του συνέχισε να χαρίζει τη λάμψη του μέσα από τα αριστουργήματα που ακολούθησαν. Είναι αδύνατο να λησμονηθούν «Οι Νύχτες της Καμπίρια», νουάρ και βαθιά ψυχογραφικές ή το ακραία προσωπικό «8 ½» με το συγκλονιστικό σάουντρακ από τον Νίνο Ρότα.

3062313
Με τον Μαρτσέλο Μαστρογιάνι σε συνέντευξή Τύπου για την πρόωθηση της ταινίας «Dolce Vita» στο Παρίσι (Keystone/Getty Images/Ιdeal Images)

Τις άγγιξε όλες τις κορυφές ο Φελίνι. Την μια μετά την άλλη. Παίζοντας με μαεστρία το κινηματογραφικό παιχνίδι της αναζήτησης του χαμένου χρόνου. Έχοντας πάντα στο πλευρό του το alter ego του, την αιώνια μούσα του, τον έρωτά του, την ηθοποιό και σύντροφο της ζωή του Τζουλιέτα Μασίνα. Το ζηλευτό, πολυσύνθετο σύμπαν του σκηνοθέτη απείχε όμως από τη τελειότητα του παραμυθιού. Από την μια πλευρά, οι προσωπικές τραγωδίες που τον χάραξαν βαθιά. Όπως το ατύχημα της συζύγου του που οδήγησε σε αποβολή, στη συνέχεια ο θάνατος του πρώτου τους παιδιού, αλλά και τα προσωπικά προβλήματα στη σχέση του με την Μασίνα. Από την άλλη, η αφόρητη πίεση την οποία δέχεται κάθε καλλιτέχνης όταν έχει υπερβεί τον εαυτό του. Μετά την μπαρόκ «Ιουλιέτα των πνευμάτων» – αν εξαιρέσει κανείς το εκτυφλωτικά λάγνο «Σατιρικό» και το μεγαλειώδες «Αμαρκόρντ» του 1973 (παράξενη λέξη που όπως καταθέτει ο Ραφαηλίδης προέρχεται από την μίξη του «πικρός» και του «θυμάμαι»)- ο δημιουργός παρακμάζει σταδιακά, παρόλο που στη δουλειά του δεν έπαψε να μπλέκει το πραγματικό με την ονειροχώρα. Ίσως η αντίληψή του αυτή να κούρασε, να ξεπεράστηκε. Μπορεί να έφταιξε και το ότι αντιμετώπισε προβλήματα στη χρηματοδότηση των ταινιών του. Σε κάθε περίπτωση, ο Φελίνι αρχίζει να δύει. Η «Φωνή του φεγγαριού», όπου συναντιέται με το Ρομπέρτο Μπενίνι, είναι η τελευταία προσφορά στο κοινό του, το κύκνειο άσμα του. Έκτοτε, βαθιά βυθισμένος στο προσωπικό μαγικό του σύμπαν, όλο σχεδιάζει την επόμενή του ταινία, μα ποτέ δεν την ολοκληρώνει.

Ο μεγάλος σαγηνευτής, ο σκηνοθέτης ο οποίος πίστευε αταλάντευτα πως ο κινηματογράφος είναι παιδί της ζωγραφικής κι όχι της λογοτεχνίας, πεθαίνει ξαφνικά από καρδιακή προσβολή μια φθινοπωρινή μέρα. Γλυκόπικρη σαν τα έργα του που έκαναν κοινό και κριτικούς να τον λατρέψουν. Κι ανθρώπους σαν τον Μάνο Χατζιδάκι να πουν για εκείνον: «Αγαπώ το Φελίνι. Γιατί γνωρίζει πώς να με εξαφανίσει, κατασκευάζοντάς με ξωτικό, που να κυκλοφορεί με άνεση κι ελευθερία τόσο στο μέλλον όσο και στο παρελθόν».

Ακολουθήστε το Protagon στο Google News