Αντονι Μπίβορ: Για τους Ρώσους η απροκάλυπτη βία είναι εργαλείο πολέμου
Αντονι Μπίβορ: Για τους Ρώσους η απροκάλυπτη βία είναι εργαλείο πολέμου
Ο σερ Αντονι Μπίβορ, ένας από τους κορυφαίους ιστορικούς της Βρετανίας, έχει αφιερώσει τις τελευταίες τέσσερις δεκαετίες στη μελέτη των μεγαλύτερων στρατιωτικών συγκρούσεων του 20ού αιώνα, από τη Μάχη του Στάλινγκραντ και την πτώση του Βερολίνου, μέχρι τον ρωσικό Εμφύλιο Πόλεμο. Ο ίδιος αποφεύγει τον όρο «στρατιωτικός ιστορικός», καθώς θεωρεί ότι παραβλέπει τις δοκιμασίες των αμάχων σε περιόδους πολέμου. Η Ρωσία κατέχει κεντρική θέση στο έργο του, γεγονός που σήμερα αποκτά ιδιαίτερη σημασία, δεδομένου ότι η χώρα διεξάγει τον πιο αιματηρό πόλεμο στην Ευρώπη εδώ και ογδόντα χρόνια, επιχειρώντας να υποτάξει την Ουκρανία με απίστευτο ανθρώπινο κόστος.
Ο Μπίβορ έχει μόλις επιστρέψει από ένα συνέδριο στην Οσλο, στο οποίο κεντρικό θέμα ήταν οι φιλοδοξίες της Ρωσίας. Σε συνέντευξή του στην Telegraph, ο συγγραφέας, που κλείνει τα 79 τον Δεκέμβριο, χρησιμοποιεί κοφτούς, στρατιωτικούς τόνους και φορά γκρίζο παντελόνι και μπλε σακάκι· ακούγεται και μοιάζει με απόστρατο αξιωματικό του στρατού, ίσως επειδή είναι. Οταν η συζήτηση στρέφεται στον πόλεμο στην Ουκρανία, επισημαίνει ότι η Ιστορία δεν είναι εργαλείο πρόβλεψης: «Ο Τσόρτσιλ είχε άδικο όταν είπε ότι για να καταλάβουμε το μέλλον πρέπει να διαβάσουμε το παρελθόν», σημειώνει. Παρ’ όλα αυτά, η Ιστορία μπορεί να εξηγήσει το παρόν, ιδιαίτερα τη βαρβαρότητα του ρωσικού στρατού, η οποία, υποστηρίζει, δεν είναι κάποια σύγχρονη ιδιαιτερότητα αλλά μια πρακτική ενσωματωμένη στην παράδοση της Ρωσίας.
Ο Μπίβορ παρατηρεί ότι η εμφανής σκληρότητα είναι ένα αναγκαίο όπλο πολέμου για τους Ρώσους, κάτι που σήμερα βλέπουμε ξεκάθαρα στην Ουκρανία. Οι φρικαλεότητες δεν είναι τυχαίες ή αποτέλεσμα της δράσης μεμονωμένων ατόμων· αποτελούν αναπόσπαστο κομμάτι του τρόπου με τον οποίο η Ρωσία διεξάγει πολέμους, εξηγεί. Η λεηλασία, ο βιασμός και οι απαγωγές παιδιών σε ουκρανικές πόλεις και χωριά, όπως δείχνουν οι ομαδικοί τάφοι στις περιοχές Μπούτσα και Ιρπίν, αποκαλύπτουν την αληθινή φύση της ρωσικής εισβολής.
«Κάποιοι θα υποστηρίξουν ότι ανάγεται στον 13ο αιώνα και τις μογγολικές εισβολές. Αλλά πρέπει να θυμηθούμε πόσο φρικτός ήταν ο Τριακονταετής Πόλεμος (1618-1648) στην Ευρώπη, με τη διαφορά ότι στην Ευρώπη ήρθε αργότερα ο Διαφωτισμός και είχε πράγματι αποτέλεσμα. Και στη συνέχεια, τον 19ο αιώνα, υπήρξε μια προσπάθεια, ας πούμε, να εκπολιτιστεί ο πόλεμος με τη δημιουργία του Ερυθρού Σταυρού και παρόμοιες συμπεριφορές», λέει στην Telegraph.

Οι ίδιοι οι ρώσοι στρατιώτες συχνά υποφέρουν από την κακομεταχείριση των συναδέλφων τους. Στη δεκαετία του 1990, όταν ο Μπίβορ έκανε έρευνα για το βιβλίο του «Στάλινγκραντ», το οποίο πραγματεύεται την περίφημη μάχη που έγινε εκεί κατά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο, διαπίστωσε ότι υπήρχαν έως 5.000 αυτοκτονίες ετησίως μεταξύ των νεοσυλλέκτων του σοβιετικου στρατού, γεγονός που οι ρώσοι στρατηγοί θεωρούσαν αστείο.
Η βία γίνεται κύκλος, εξηγεί: οι στρατιώτες που καταπιέζονται και βασανίζονται γίνονται φορείς της ίδιας βίας, η οποία μετακυλίεται στους πολίτες των κατακτημένων περιοχών. Το φαινόμενο αυτό, που ο Μπίβορ περιγράφει ως «θεωρία μεταδιδόμενης καταπίεσης», έχει εφαρμοστεί ιστορικά στην Πολωνία, στην Ουγγαρία, στη Γερμανία και τώρα στην Ουκρανία.
Στα έργα του, όπως στο «Βερολίνο: Η Πτώση, 1945», ο συγγραφέας περιγράφει την ανεξέλεγκτη βία των ρώσων στρατιωτών, που δεν περιορίζεται μόνο στις γυναίκες της Γερμανίας αλλά επεκτείνεται στους επιζώντες των στρατοπέδων συγκέντρωσης ή ακόμα και σε Ρωσίδες και Εβραίες αιχμαλώτους των Ναζί.
Ο Μπίβορ επισημαίνει ότι οι Ρώσοι δεν ενδιαφέρονται για τη νομιμότητα της βίας· για αυτούς, κανείς δεν κρίνει τον νικητή. Η φρίκη στις περιοχές Μπούτσα και αλλού μπορεί επίσης να τροφοδοτήθηκε από τον θυμό των στρατιωτών καθώς συνειδητοποιούσαν ότι η νίκη δεν ήταν τόσο εύκολη όσο περίμεναν, λέει.
Ο ιστορικός εξηγεί ότι τα μεγαλύτερα ξεσπάσματα βίας συνήθως εμφανίζονται όταν η στρατηγική του εισβολέα αρχίζει να αποτυγχάνει, όπως συνέβη και με τη ναζιστική Γερμανία το 1942, όταν η κλιμάκωση του Ολοκαυτώματος ακολούθησε την αποτυχία κατάληψης της Σοβιετικής Ενωσης.
Ο Μπίβορ γεννήθηκε σε μια οικογένεια που είχε διαμορφωθεί από τον πόλεμο: ο πατέρας του, Τζον Μπίβορ, ήταν δικηγόρος και υπηρέτησε στη Διεύθυνση Ειδικών Επιχειρήσεων (SOE), ενώ η μητέρα του, Κίντα, μεγάλωσε σε ένα κάστρο του 16ου αιώνα στην Ιταλία. Ο Μπίβορ υπέφερε από νόσο Perthes (οστεοχόνδρωση άρθρωσης του ισχίου) από παιδί, γεγονός που τον ανάγκασε να χρησιμοποιεί πατερίτσες και να αντιμετωπίζει εκφοβισμό στο σχολείο.

Σπούδασε στη Στρατιωτική Ακαδημία του Σάντχερστ, όπου εκπαιδεύτηκε υπό την καθοδήγηση του διάσημου ιστορικού –και αργότερα ανταποκριτή Αμυνας της Telegraph– Τζον Κίγκαν. Υπηρέτησε ως αξιωματικός ιππικού στο 11ο Σύνταγμα Ουσάρων, το οποίο αγαπούσε, μέχρι που οι περικοπές στην Αμυνα προκάλεσαν τη συγχώνευση του συντάγματός του με ένα άλλο, το 1969.
Εφυγε από τον Στρατό τον επόμενο χρόνο και, παρότι στο σχολείο είχε αποτύχει στα Αγγλικά όσο και στην Ιστορία, άρχισε να γράφει με αυτό που περιγράφει ως «αθωότητα και αλαζονεία της νεότητας».
Ξεκίνησε με πολιτικά θρίλερ τη δεκαετία του 1970, χωρίς ιδιαίτερη επιτυχία, και στη συνέχεια επικεντρώθηκε στην ιστορική συγγραφή, αξιοποιώντας την εμπειρία του στον στρατό. Το πρώτο του έργο ήταν «Ο Ισπανικός Εμφύλιος Πόλεμος» (1982), ακολουθούμενο από άλλα έργα όπως το «Μέσα στον Βρετανικό Στρατό» και το «Κρήτη 1941». Η αναγνώριση ήρθε με τη «Μάχη του Στάλινγκραντ», βιβλίο στο οποίο αξιοποίησε το άνοιγμα των σοβιετικών αρχείων τη δεκαετία του 1990. Τα βιβλία του έχουν πουλήσει εκατομμύρια αντίτυπα και έχουν μεταφραστεί σε 37 γλώσσες.
Σήμερα τα σοβιετικά αρχεία έχουν σφραγιστεί και πάλι και στον Μπίβορ έχει απαγορευθεί η είσοδος στη Ρωσία. Παρ’ όλα αυτά, συνεχίζει να μελετά τη ρωσική Ιστορία και στο επόμενο βιβλίο του, «Ο Ρασπούτιν και η Πτώση των Ρομανόφ», εστιάζει στην επιρροή του Γκριγκόρι Ρασπούτιν στον Τσάρο Νικόλαο Β’ και τη σύζυγό του, αναδεικνύοντας τον ρόλο της παραπληροφόρησης, φαινόμενα που συγκρίνει με τη σημερινή εποχή της Τεχνητής Νοημοσύνης, την οποία απορρίπτει ως εργαλείο ιστορικής έρευνας.
«Δεν θα ασχολούμουν με την Τεχνητή Νοημοσύνη. Νομίζω ότι είναι απλώς τρομακτική», λέει στην Τelegraph. Αρνείται ακόμη και να χρησιμοποιήσει το Διαδίκτυο για οποιαδήποτε έρευνα, εκτός από την απλούστερη επαλήθευση γεγονότων. Για αυτόν, η ιστορική έρευνα σημαίνει την ανάγνωση πρωτότυπων φυσικών εγγράφων σε αρχεία. Οσο έγραφε το Στάλινγκραντ, περνούσε μήνες σε αρχεία στη Ρωσία και τη Γερμανία. Το καινούργιο βιβλίο του αναμένεται να βγει στα βιβλιοπωλεία τον ερχόμενο Μάρτιο.

Κατά την έναρξη της ρωσικής εισβολής στην Ουκρανία τον Φεβρουάριο του 2022, ο Μπίβορ διαγνώστηκε με πολλαπλό μυέλωμα, αλλά συνεχίζει τη δουλειά του, διατηρώντας αταλάντευτη ψυχραιμία, όπως απαιτεί η μακρά ενασχόλησή του με την ανθρώπινη φρίκη.
Ο Μπίβορ υπογραμμίζει στην Telegraph την ανάγκη να εστιάσουμε στο τι θα συμβεί όταν εκατοντάδες χιλιάδες ρώσοι στρατιώτες επιστρέψουν στην πατρίδα τους: πολλοί έχουν ήδη διαπράξει εγκλήματα, ενώ ορισμένοι ήταν ήδη εγκληματίες πριν από τον πόλεμο. Η στρατηγική του Κρεμλίνου, που περιλαμβάνει ακόμα και τη χρήση μονάδων που απαρτίζονται από ποινικούς καταδίκους, λέει, έχει ιστορικές αναλογίες με τη σοβιετική χρήση «ποινικών ταγμάτων» του Στάλιν.
Η Ρωσία έχει πιθανώς υποστεί περίπου ένα εκατομμύριο απώλειες μέχρι σήμερα, αλλά ο Πούτιν παραμένει αμετακίνητος στις επιδιώξεις του, και η προσπάθεια του Τραμπ να επιβάλει συμφωνία που ευνοεί τη Ρωσία ενέχει τον κίνδυνο νέας σύγκρουσης. Ο Μπίβορ σημειώνει ότι η επιδίωξη του Πούτιν για περισσότερα εδάφη αποσκοπεί στην εξασθένιση της ουκρανικής άμυνας, ενώ οι ακροδεξιοί ιδεολόγοι της αυλής του προτείνουν την επέκταση της ρωσικής κυριαρχίας σε ολόκληρη την Ευρασία, από το Βλαδιβοστόκ έως το Δουβλίνο.
«Κανείς δεν ξέρει πραγματικά τι συμβαίνει μέσα στο κεφάλι του Πούτιν», λέει στην Telegraph. «Γνωρίζει ότι μπορεί να πεθαίνει και θέλει να κάνει ό,τι μπορεί για να αποκαταστήσει τη ρωσική αυτοκρατορία; Υπάρχουν τόσο πολλές εικασίες για την κατάσταση της υγείας του».
Ο συγγραφέας προβλέπει ότι ο Πούτιν θα συνεχίσει να «βασανίζει» την Ουκρανία, ανεξάρτητα από οποιαδήποτε ειρηνευτική συμφωνία. «Σίγουρα θα θέλει να συνεχίσει τον πόλεμο. Ακόμα και αν υπάρξει κάποια μορφή εκεχειρίας ή ειρηνευτικών διαπραγματεύσεων, θα την παραβιάσει και θα κατηγορήσει την Ουκρανία και τους Ευρωπαίους, και για άλλη μια φορά θα βασιστεί στον Τραμπ που θέλει να αποδειχθεί ειρηνοποιός. Και ο Τραμπ θα συμφωνήσει με τον Πούτιν ότι φταίει η Ουκρανία με κάποιο τρόπο, ακόμα και όταν τα στοιχεία δείχνουν προς μια εντελώς διαφορετική κατεύθυνση. Δεν βλέπω λοιπόν την πιθανότητα πραγματικής ειρήνης», εξηγεί.
Ακόμη και αν υποθέσουμε ότι ο Πούτιν πετύχει αυτό που θεωρεί νίκη στην Ουκρανία, σύμφωνα με τον ιστορικό είναι απίθανο να σταματήσει εκεί: «Δεν νομίζω ότι επόμενος στόχος του θα είναι η Πολωνία, επειδή οι Πολωνοί έχουν πραγματικά επανεξοπλιστεί και είναι αποτελεσματικοί. Σίγουρα η επόμενη κίνησή του θα είναι εναντίον των χωρών της Βαλτικής».
Ο Μπίβορ είναι ενστικτωδώς επιφυλακτικός απέναντι στις ιστορικούς παραλληλισμούς, ωστόσο υπάρχει ένας που επιτρέπει στον εαυτό του: «Οι Βρετανοί και οι Γάλλοι δεν μπορούσαν να πιστέψουν, μετά τον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο, ότι κάποιος θα ήταν αρκετά ηλίθιος ώστε να θέλει έναν ακόμη πόλεμο. Γι’ αυτό υποτίμησαν τον Χίτλερ και το πόσο μακριά ήταν πιθανό να φτάσει» λέει.
Τη δεκαετία του 2000, καταλήγει, κανείς δεν πίστευε ότι κάποιος θα ήθελε να κάνει ξανά έναν χερσαίο πόλεμο στην Ευρώπη. Ομως, συμπληρώνει, «θα έπρεπε να είχαμε συνειδητοποιήσει ότι υπό τον Πούτιν η καθαρή βιαιότητα του ρωσικού τρόπου πολέμου θα μπορούσε κάλλιστα να εφαρμοστεί ξανά στην ήπειρο».
Τα βιβλία «Στάλινγκραντ», «Κρήτη, Η Μάχη και η Αντίσταση», «Βερολίνο, Η Πτώση 1945», «Ρωσία: 1917- 1921, Επανάσταση και εμφύλιος πόλεμος» του Αντονι Μπίβορ κυκλοφορούν στην Ελλάδα από τις εκδόσεις Γκοβόστης.
Ακολουθήστε το Protagon στο Google News
