871
O Καζουγιόσι Μιούρα | twitter

Ο «βιονικός» Ιάπωνας που παίζει μπάλα στα 52

Sportscaster Sportscaster 15 Ιανουαρίου 2019, 20:39
O Καζουγιόσι Μιούρα
|twitter

Ο «βιονικός» Ιάπωνας που παίζει μπάλα στα 52

Sportscaster Sportscaster 15 Ιανουαρίου 2019, 20:39

Είναι ένας από τους πιο διάσημους ιάπωνες ποδοσφαιριστές. Από τους ελάχιστους που έκαναν καριέρα στο εξωτερικό, σε σημαντικούς συλλόγους (Σάντος, Ντινάμο Ζάγκρεμπ, Τζένοα). Ο πρώτος που αγωνίστηκε στην ιταλική Serie A’. Ο πρώτος που κατέκτησε τον τίτλο του Κορυφαίου Ποδοσφαιριστή της Ασίας. Υπήρξε το κεντρικό πρόσωπο της καμπάνιας για την καθιέρωση της J. League. Επαιξε στην εθνική ομάδα της χώρας του 89 φορές. Κανένα από τα κατορθώματα του Καζουγιόσι Μιούρα, όμως, δεν συγκέντρωσε τόσο θαυμασμό, όσο η υπερφυσική του αντοχή.

Είναι ασύλληπτο, ακόμη και στη σημερινή εποχή της επιστημονικής φαρμακο-τεχνολογικής υποστήριξης του αθλητή, ένας 52χρονος να παίζει μπάλα σε επαγγελματικό επίπεδο. Γι’ αυτό, η είδηση ότι η Γιοκοχάμα (ομάδα Β’ Κατηγορίας) προχώρησε στη μονομερή ανανέωση της συνεργασίας της με τον ιάπωνα επιθετικό, το περασμένο Σάββατο, έκανε το γύρο του Κόσμου. Ο Μιούρα γεννήθηκε στις 26 Φεβρουαρίου 1967 και υπέγραψε το πρώτο του συμβόλαιο το 1986, όταν ο Κριστιάνο Ρονάλντο ήταν ενός έτους. Είναι οκτώ μέρες μικρότερος από τον Ρομπέρτο Μπάτζο, ο οποίος αποσύρθηκε από τα γήπεδα το καλοκαίρι του 2004. Αλλά, 15 χρόνια μετά, εκείνος συνεχίζει. Εως το 2020… και βλέπουμε.

Τρώει και πίνει σαν κανονικός άνθρωπος. Σαν κανονικός Ιάπωνας, έστω. Τσιγάρο δεν έβαλε, ποτέ, στο στόμα του. Δεν κάνει έξτρα προπονήσεις και δεν παίρνει φάρμακα, ούτε για τον πονοκέφαλο. Ενιωθε από μικρός την ενέργειά του να ξεχειλίζει. Ούτε ο ίδιος, όμως, δεν μπορεί να εξηγήσει τι είναι αυτό που τον βοήθησε να ξεπεράσει τα όρια, να νικήσει το χρόνο. «Το πάθος μου για το ποδόσφαιρο, ίσως. Δεν είμαι, πια, νέος και από άποψη φυσικής κατάστασης αντιμετωπίζω κάποιες δυσκολίες, όμως πραγματικά το απολαμβάνω όταν η ομάδα μου νικά ή παίζει καλά. Για όσο ακόμη χαίρομαι με το ποδόσφαιρο, θα συνεχίσω».

Ο «Κάζου», όπως τον αποκαλούν στην Ιαπωνία, άρχισε να παίζει ποδόσφαιρο σε ηλικία έξι ετών, όταν το σπορ ήταν, ακόμη, αντιδημοφιλές στη χώρα. Για να ακολουθήσει το όνειρό του   (να γίνει επαγγελματίας ποδοσφαιριστής) μετανάστευσε, το 1982, στη Βραζιλία. Υπέγραψε το πρώτο του συμβόλαιο στη Σάντος, το 1986, ενώ αγωνίστηκε σε διάφορους συλλόγους, προτού επιστρέψει στο Τόκιο το 1990. Η επόμενη πενταετία ήταν η καλύτερη της καριέρας του. Το 1993 αναδείχθηκε σε MVP του ιαπωνικού πρωταθλήματος κι έγινε ο πρώτος Ιάπωνας που κατέκτησε τον τίτλο του Κορυφαίου Ποδοσφαιριστή της Ασίας. Στην εθνική Ιαπωνίας (1990-2000) μέτρησε 55 γκολ σε 89 συμμετοχές.

Το 1994-1995 έγινε ο πρώτος Ιάπωνας ποδοσφαιριστής που αγωνίστηκε στην Ιταλία, με τη φανέλα της Τζένοα. Το 1999 έπαιξε στην Ντινάμο Ζάγκρεμπ, όμως όχι με την ίδια επιτυχία. Ετσι, επέστρεψε στην Ιαπωνία. Ο τελευταίος σταθμός της διεθνούς καριέρας του ήταν η Αυστραλία (Σίδνεϊ). Από το 2005 αγωνίζεται στη Γιοκοχάμα, η οποία τον εμπιστεύτηκε ενώ είχε, ήδη, «πατήσει» τα 39.

Το «φαινόμενο Μιούρα» απασχόλησε τον ποδοσφαιρικό κόσμο για πρώτη φορά τον Φεβρουάριο του 2017, όταν ο… βιονικός Ιάπωνας έγινε ο γηραιότερος ποδοσφαιριστής όλων των εποχών, καταρρίπτοντας το διάσημο ρεκόρ του Σερ Στάνλεϊ Μάθιους. Ο θρύλος του αγγλικού ποδοσφαίρου -ο πρώτος παίκτης που τιμήθηκε με τη «Χρυσή Μπάλα»- αποσύρθηκε από τη δράση το 1965 σε ηλικία 50 ετών, έπειτα από 33 χρόνια καριέρας στη Στόουκ και την Μπλάκπουλ, και έχοντας συμμετάσχει σε δυο Παγκόσμια Κύπελλα (1950, 1954). Τον Μάρτιο του 2017 ο Μιούρα «άρπαξε» από τον Μάθιους και το ρεκόρ του γηραιότερου παίκτη που σκόραρε σε επίσημο ματς. Του άφησε μόνο το παράσημο του πιο ηλικιωμένου διεθνούς: όταν ο Μάθιους φόρεσε για τελευταία φορά τη φανέλα με το εθνόσημο, στις 15 Μαϊου 1957 στην Κοπεγχάγη, ήταν 42 ετών.

Επί 35 ολόκληρα χρόνια, μέχρι το 2000 που απεβίωσε, όλοι ζητούσαν από τον Σερ Στάνλεϊ να τους αποκαλύψει το ελιξήριό του. Απαντούσε, πάντοτε, με τον ίδιο τρόπο: «Δεν καπνίζω, δεν πίνω και είμαι, σχεδόν, χορτοφάγος. Επίσης, τρέχω πολύ. Το έκανα φορώντας παπούτσια με μέταλλο. Διότι ήθελα, την ώρα του αγώνα, να αισθάνομαι ελαφρύτερος, να έχω την εντύπωση ότι τρέχω γρηγορότερα». Κανένας δεν πίστευε, τότε, πως θα βρισκόταν άνθρωπος να ξεπεράσει τον «Μαθουσάλα» των γηπέδων.

Τα παλιά τα χρόνια, οι παίκτες που ζούσαν μια μετρημένη ζωή και είχαν καταφέρει να αποφύγουν κάποιο σοβαρό τραυματισμό, αποχωρούσαν στα 32-33 τους χρόνια. Με σπάνιες εξαιρέσεις. Ο Μίμης Δομάζος, ο Τάσος Μητρόπουλος, ο Νίκος Νιόπλιας, έπαιζαν μέχρι τα 40. Το ίδιο και ο Γκόρντον Στράχαν, ο Ράιαν Γκιγκς και ο Χαβιέ Ζανέτι. Ο Αλεσάντρο Κοστακούρτα και ο Πάολο Μαλντίνι έφυγαν στα 41. Ο Τέντι Σέριγχαμ, στα 42. Ο Ροζέ Μιλά, στα 44. Ο Καμερουνέζος, μάλιστα, έπαιξε σε Παγκόσμιο Κύπελλο (1994) σε ηλικία 42 ετών και 39 ημερών. Οι τερματοφύλακες είχαν λίγο μεγαλύτερο τράτο. Ο Ντίνο Τζοφ σταμάτησε το ποδόσφαιρο στα 41. Ο Φαρίντ Μοντραγκόν στα 43. Ο Αιγύπτιος Ελ Χανταρί, που τον είδαμε στο Μουντιάλ της Ρωσίας, έχει περάσει τα 45. Κι ο Πίτερ Σίλτον… έσπασε τα κοντέρ. Εγκατέλειψε το 1997, σε ηλικία 48 ετών.

Σήμερα, που η επιστημονική γνώση έχει τεθεί στην υπηρεσία του ποδοσφαίρου, αυτά τα όρια έχουν ανέβει στα 35-36, για όλες τις θέσεις εκτός από εκείνη του τερματοφύλακα. Αλλά, ποδοσφαιριστής ετών 52… πάει πολύ. Και το πιο εντυπωσιακό είναι πως, όποιος τον βλέπει στο γήπεδο και δεν γνωρίζει την ηλικία του, δεν τον κάνει πάνω από 35.

Θαύμα της φύσης. Οπως και ο Αϊβορ Πάουελ. Ο Ουαλός που, προχθές, αποσύρθηκε από την προπονητική… στα 93 του. Οι παλιοί μπορεί να τον θυμούνται. Τη σεζόν 1967-68 είχε περάσει και από τον πάγκο του ΠΑΟΚ, για 13 αγώνες. Ηταν κουμπάρος του Σερ Στάνλεϊ Μάθιους και είχε διαδεχθεί, στην Καρλάιλ, τον μεγάλο Μπιλ Σάνκλι. Ιστορίες ωραίες, όσο και ανεξήγητες. Εμπνευση για όλους όσοι πιστεύουν στη δύναμη της ανθρώπινης θέλησης.