1030
Σε ένα παιχνίδι του φωτογραφικού φακού η συγγραφέας και δημοσιογράφος Ξένια Κουναλάκη | -

Σαν μουσικό μοτίβο

Μιχάλης Μητσός Μιχάλης Μητσός 28 Νοεμβρίου 2016, 09:35
Σε ένα παιχνίδι του φωτογραφικού φακού η συγγραφέας και δημοσιογράφος Ξένια Κουναλάκη
|-

Σαν μουσικό μοτίβο

Μιχάλης Μητσός Μιχάλης Μητσός 28 Νοεμβρίου 2016, 09:35

Να το πιάσουμε λίγο προβοκατόρικα. «Στις ταινίες κλαίω στις πιο άσχετες σκηνές». Κι εμένα τι με νοιάζει;

Στην πραγματικότητα, αυτή είναι η μοναδική κριτική που μπορεί να ασκήσει κανείς στο ομώνυμο βιβλίο της Ξένιας Κουναλάκη. Ο προσωπικός τόνος που υιοθετεί η συγγραφέας για να μιλήσει για τη δουλειά της, για το κρεβάτι της, για τα αδιάβαστα βιβλία της ή για την Αριστερά της (γιατί όλα εδώ είναι «της», όλα παρουσιάζονται μέσα από τα δικά της φίλτρα) μπορεί ορισμένους να τους ενοχλεί, να τους τσαντίζει ή -ακόμη χειρότερα- να τους αφήνει αδιάφορους. Αλλους, πάλι, στον αντίποδα, μπορεί να τους διεγείρει την περιέργεια, να τους ανοίγει ένα παράθυρο για να γνωρίσουν τον εσωτερικό κόσμο της γνωστής δημοσιογράφου της «Καθημερινής», να μάθουν λεπτομέρειες της ιδιωτικής της ζωής, πώς ήταν ο γάμος της, πώς ήταν οι άνδρες που ερωτεύτηκε, τι απεικονίζουν τα τατουάζ της.

Οι δύο αυτές προσεγγίσεις όμως, η αυστηρή/ συντηρητική και η κουτσομπολίστικη/σκανδαλοθηρική, δεν μπορούν να κρύψουν ούτε να μειώσουν ένα αδιαμφισβήτητο γεγονός. Οτι η Ξένια Κουναλάκη είναι μια ταλαντούχα, ευαίσθητη, γοητευτική, ενίοτε σκληρή (το κείμενό της για τα γηρατειά είναι σχεδόν αφόρητο) και τολμηρή γραφιάς. Το ξέραμε από τα πολιτικά (και πολλές φορές στρατευμένα) άρθρα της στην «Καθημερινή». Το είχαμε διαπιστώσει με το κείμενό της για «το τέλος της ελληνικής εξαίρεσης» στο συλλογικό έργο με τίτλο «Η βία» (εκδ. ΠΟΛΙΣ). Το επιβεβαιώνουμε τώρα που αποφάσισε να αναμετρηθεί με συγκινητική γενναιότητα με τη ζωή της.

Το έχω αναρωτηθεί κι εγώ, είναι λοιπόν ευκαιρία να μου το απαντήσει η ίδια η συγγραφέας: είναι διαφορετικοί οι μηχανισμοί της γραφής ενός δημοσιογραφικού και ενός προσωπικού κειμένου; Αν στην περίπτωσή της ο χώρος ήταν συχνά ο ίδιος (πολλά από τα κείμενα του βιβλίου γράφτηκαν στη διάρκεια μιας βάρδιας στην εφημερίδα), πιστεύει ότι τα τμήματα του εγκεφάλου και της καρδιάς που ενεργοποιούνται είναι διαφορετικά;

«Nαι, εντελώς διαφορετικά. Οταν έγραφα το βιβλίο, συνήθως Παρασκευή απόγευμα, αισθανόμουν να παθαίνω τύφλωση και κώφωση στα εξωτερικά ερεθίσματα. Συχνά, επειδή το κτίριο της “Καθημερινής” είναι αντισεισμικό και κουνιέται με το παραμικρό, ακόμη και όταν μια νταλίκα διασχίζει τη γέφυρα για Κηφισό, αδιαφορούσα και για αυτό το τρέμουλο, παρόλο που υπό κανονικές συνθήκες παγώνω από τον φόβο μου γιατί τρέμω τους σεισμούς. Με έπιανε τέτοια μανία να γράψω που τίποτα δεν μπορούσε να μου αποσπάσει την προσοχή. Ξέρω ότι ακούγεται υπερβολικό, ίσως λίγο προσποιητό, αλλά νομίζω πως είναι ειλικρινές. Ηταν περίπου σαν να παίζω πιάνο, είχα μια παρτιτούρα στο μυαλό, το θέμα δηλαδή, και πατούσα το τελευταίο πλήκτρο, εκεί που τελείωνε η μουσική στο κεφάλι μου. Θέλω να σου εξηγήσω δηλαδή αυτήν την αίσθηση αυτόματης, σχεδόν συνειρμικής γραφής. Τέλειωνα το κομμάτι και νόμιζα ότι είχαν περάσει δυο λεπτά-τρία, όσο διαρκεί ένα μουσικό μοτίβο».

Ενώ όταν γράφεις για την εφημερίδα;

«Τότε υπάρχει αυτή η δυστοκία και η αμηχανία, το άγχος ότι τα έχω γράψει πλέον όλα, αλλά και πως όλα έχουν ειπωθεί από άλλους. Η αγωνία να γράψω κάτι πρωτότυπο, χωρίς να γίνει όμως η πρόκληση μανιέρα, αλλά και χωρίς ταυτόχρονα να αδιαφορήσει για μένα ο αναγνώστης. Να προσέξω μην γράψω καμιά ανακρίβεια και μου την πέφτουν μετά οι σχολιογράφοι ότι είμαι αγράμματη και πρέπει να απολυθώ άμεσα (μου έχει συμβεί). Αλλά ταυτόχρονα να αφαιρέσω περιττούς λυρισμούς και εξυπνάδες γιατί ενίοτε έχω μια ροπή στο μελό και τον λεκτικό αυνανισμό. Δύσκολες ισορροπίες και μηχανισμοί αυτολογοκρισίας που με κάνουν να νιώθω ότι περνούν αιώνες μέχρι να γράψω τη στήλη μου».

IMG_5127
Οι γονείς της συγγραφέως. Ο Πέτρος Κουναλάκης διατέλεσε βουλευτής του ΣΥΝ

Σε μια όχι και τόσο πειστική έκρηξη σεμνότητας, η Ξένια Κουναλάκη λέει κάπου στο βιβλίο της ότι δεν ξέρει τίποτα άλλο να κάνει παρά να γράφει (μα πόσο σημαντικό είναι αυτό στην post-truth και post-fact εποχή μας!). Και αποκαλύπτει πως όταν ήταν μικρή, οι φίλες της την παρακαλούσαν να τους γράψει δακρύβρεχτες ερωτικές επιστολές προς τους δυνάμει εραστές τους. «Μου έλεγαν το θέμα κι ας μην είχα δει ποτέ το αντικείμενο του πόθου τους, μπορούσα να γράψω ποταμούς δακρύβρεχτων εξομολογήσεων». Δεν μας αποκαλύπτει το αποτέλεσμα που είχαν αυτές οι επιστολές, οι οποίες θα ήταν μάλλον θεωρητικού επιπέδου αφού, όπως ομολογεί σε ένα άλλο σημείο, «δυσκολεύομαι να γράψω για το σεξ» – κι ας «καταλαμβάνει περίπου το 50-75% των ημερήσιων σκέψεων και ανησυχιών μου» (μα πώς το υπολόγισε;) Στοιχηματίζω πάντως πως ακόμη και οι πιο σκληροί «δυνάμει εραστές» αργά ή γρήγορα λύγιζαν.

 

IMG_4754

Εγραψα όμως πιο πάνω για στρατευμένα κείμενα και πρέπει να το εξηγήσω. Η Ξένια δεν κρύβει ότι είναι αριστερή. Μεγάλωσε κλαίγοντας με τον εθνικό ύμνο της Σοβιετικής Ενωσης και βλέποντας ταινίες από τις χώρες του υπαρκτού. Ξέρει τι σημαίνει πραγματικά «αριστερό ηθικό πλεονέκτημα» και την ενοχλεί πολύ η πείνα για θέσεις και θώκους που βλέπει συχνά στους ανθρώπους του ΣΥΡΙΖΑ. Την ενοχλεί όμως επίσης να βλέπει αριστερούς να πλειοδοτούν σε αντισυριζαϊσμό. Την ενοχλεί η έλλειψη σεβασμού προς την Αριστερά εν γένει.

Και λοιπόν; Γιατί να με νοιάζει που όταν ήταν μικρή, η γιαγιά της δεν την άφηνε να παίζει με τα «λάθος κοριτσάκια»; Ξένια, γιατί να με νοιάζει που στις ταινίες κλαις στις πιο άσχετες σκηνές;

«Δεν είπα να σε νοιάζει. Αλλά μπορεί και σένα να σου έχει συμβεί να κλάψεις σε μια άσχετη σκηνή. ‘Η να κλάψεις γενικά σε μια ταινία. Γιατί ορισμένοι δεν κλαίνε καθόλου. Εγώ, όπως εξηγώ στο βιβλίο, το έχω εύκολο, κλαίω περίπου με την ίδια συχνότητα με την οποία γελάω. Και συχνά αισθάνομαι εξίσου ωραία. Αυτό που θέλω να πω είναι πως το ζητούμενο δεν είναι ο αναγνώστης να ασχοληθεί μαζί μου, αλλά να ταυτιστεί με κάτι από όσα γράφω. Αυτό μ’ αρέσει. Οπως εμείς οι δύο ταυτιζόμαστε (πόσο τρελό δηλαδή;) με έναν νορβηγό λογοτέχνη (τον Καρλ Ούβε Κνάουσγκορντ), για διαφορετικούς λόγους ο καθένας, έτσι θα ήθελα οι αναγνώστες του βιβλίου να συγκινηθούν, να γελάσουν, να ενοχληθούν, να εκνευριστούν με κάτι διαφορετικό, μια ανθυπολεπτομέρεια που δεν μου είχε καν περάσει από το μυαλό. Δημιουργείται έτσι μια κοινότητα, που συστεγάζει άσχετους ανθρώπους, τους ενθουσιάζει, τους στενοχωρεί, τους παρηγορεί, τους διασκεδάζει να κοιτούν μέσα από μια κλειδαρότρυπα ένα μόνο μέρος του σώματός μου, τον αστράγαλό μου ας πούμε και μέσω αυτού, ολόκληρο τον εαυτό τους. Ακούγομαι σαν ψώνιο; Ελπίζω όχι».

Επειδή θα αναρωτιέστε, το τατουάζ στον αστράγαλό της απεικονίζει μια γοργόνα.

Ξένια Κουναλάκη, «Στις ταινίες κλαίω στις πιο άσχετες σκηνές», εκδ. ΠΟΛΙΣ, Οκτώβριος 2016