Ο Έμπορος της Βενετίας
Ο Έμπορος της Βενετίας
«Ο Έμπορος της Βενετίας» του Σαίξπηρ, στην ποιητική, άψογη μετάφραση του Μίνωος Βολανάκη παρουσιάζεται στο θέατρο «Ακροπόλ» σε σκηνοθεσία Σπύρου Α. Ευαγγελάτου. Η παράσταση κατορθώνει να συνδυάσει αρμονικά το έντονα κωμικό στοιχείο με τον έρποντα σκεπτικισμό, που δημιουργεί η εν τω συνόλω θεματική που διατρέχει την πλοκή. Ο Σπύρος Α. Ευαγγελάτος ξέρει να «διαβάσει» ένα θεατρικό κείμενο και ξέρει, κυρίως, πώς να αναδείξει την αισθητική του συγγραφέα και της εποχής του. Ο σκηνοθέτης τοποθετεί τους ήρωες στο χώρο της εμπνεύσεως του συγγραφέα.
Oι ήρωες του Σαίξπηρ απλώνονται σ’ έναν ιστορικό εξωσκηνικό χώρο σε συνάρτηση παρ' όλα αυτά με τον παρόντα φαντασιακό χωρόχρονο. Κατ’ αυτό τον τρόπο αναδεικνύεται η οικουμενικότητα των συγκεκριμένων προσώπων και υπογραμμίζεται η αρχετυπική τους καταγωγή.
«Ο Έμπορος της Βενετίας» θα μπορούσε να οριστεί ως ένα έργο που υμνεί τη φιλία μεταξύ δυο ανδρών. Ωστόσο, ο Σαίξπηρ επεξεργάζεται το ζήτημα του έρωτα, θέτοντας επί τάπητος την «κυματιστή» ψυχολογία της γυναίκας, την πονηριά της, τη διάθεσή της να τιθασεύσει τον άνδρα με καμώματα, αλλά κυρίως με την επινοητικότητά της. Η Πόρσια για παράδειγμα αποτελεί χαρακτηριστικό δείγμα μιας τέτοιας συμπεριφοράς. Εξάλλου, στον «Έμπορο της Βενετίας» αναλύονται θεματικές κατά το μάλλον ή ήττον κοινωνικοπολιτικά ευαίσθητες, ειδικά σήμερα, όπως π.χ. η παρουσία του ξένου, η έννοια της ετερότητας, η περιορισμένης φύσεως ανεκτικότητα κοινωνιών, όπως εκείνη στην οποία παραπέμπει το έργο, καθώς επίσης και το κορυφαίο ζήτημα της «εμπορικής» συναλλαγής.
Εδώ, το στοιχείο της συναλλαγής εντοπίζεται σε δύο κοσμοθεωρίες, οι οποίες, τηρουμένων των αναλογιών, συναπαρτίζουν τον κοινωνικό άνθρωπο, εκείνον δηλαδή που επιβιώνει σε πλαίσιο καθορισμένου πολιτισμικού γίγνεσθαι. Με άλλα λόγια, ο άνθρωπος στον «Έμπορο της Βενετίας» διχάζεται ανάμεσα στον υλικό κόσμο και στις συναισθηματικές αναζητήσεις του Είναι.
Ο Σπύρος Α. Ευαγγελάτος σκηνοθετεί με αφετηρία την τελευταία αυτή παράμετρο του έργου, την οποία θεωρεί κατά τη γνώμη μας, πρυτανεύον ιδεολόγημα. Λαμβάνοντας υπ’ όψιν τη σημερινή οικονομική κρίση, ο σκηνοθέτης επισημαίνει και τονίζει τη διχαστική δυναμική της οικονομικής διαπλοκής. Πράγματι, ο Σπύρος Α. Ευαγγελάτος διακωμωδεί περαιτέρω τις κωμικές αναγωγές στοχεύοντας ίσως στην απόδοση χαλαρού περιβάλλοντος των προσώπων του Σαίξπηρ. Ο Σάϋλοκ εμφανίζεται περισσότερο ως ένας αποτυχημένος «κακός» την ίδια στιγμή που διατηρεί όλα τα νοηματικά χαρακτηριστικά του ρόλου, τον οποίο στην παράσταση του «Ακροπόλ» ενσαρκώνει με εξαιρετικό μέτρο ο Νικήτας Τσακίρογλου. Ο κύριος Τσακίρογλου ασκεί επιπροσθέτως ένα είδος κριτικής του ρόλου του χωρίς να τον αποδομεί. Αντίθετα, με ωριμότητα και σοφία βρίσκει τις ερμηνευτικές ατραπούς για να ισορροπήσει το παιχνίδι της εξουσίας, αλλά και για να εξομαλύνει τη «σκληροπυρηνική» κακία που αναδύεται από τον ρόλο του Εβραίου. Απέναντί του, αντάξιος Αντόνιο, ο Λάζαρος Γεωργακόπουλος κρατάει με άνεση μέχρι το τέλος μια στάση σκεπτικισμού και καρτερικότητας, κατορθώνοντας να ελαττώσει την παθιασμένη ορμή του Βασάνιο, που τον ερμηνεύει επαρκώς ο Μάξιμος Μουμούρης. Στον ρόλο της Πόρσια, η Μαρία Σκουλά προσπαθεί να κινηθεί με άνεση, πράγμα, το οποίο επιτυγχάνει τελικώς στη σκηνή του δικαστηρίου, η οποία αποτελεί και την καλύτερα δομημένη φάση του έργου. Ως Νερίσα, η Τζίνη Παπαδοπούλου καλλιεργεί και αποδίδει τη σκαμπρόζικη πλευρά του ρόλου της, κυρίως στη σκηνή αμέσως μετά το δικαστήριο και μέχρι το τέλος της πλοκής.
Ο Θανάσης Κουρλαμπάς υποδύεται με ξεχωριστό κέφι τον Γκρατσιάνο, συμπαρασύροντας τους συμπαίκτες του, στους ρόλους των φίλων του Αντόνιο, Γεράσιμο Σκαφίδα (Σαλέριο) και Θωμά Γκαγκά (Σολάνιο). Τον ρόλο της Τζέσικα, κόρης του Εβραίου, υποδύεται η Χριστιάννα Μαντζουράνη χωρίς εξάρσεις, στα όρια μιας μονοεπίπεδης ερμηνείας, όπως ακριβώς και ο Κώστας Κορωναίος ως Λορέντζο. Εξάλλου, στους ρόλους των Γέρο-Γκόμπο και Λάνσελοτ, οι ηθοποιοί Θωμάς Γκαγκάς και Παντελής Δεντάκης αντίστοιχα, δημιουργούν ένα χαρακτηριστικό κωμικοτραγικό στιγμιότυπο, όπως, άλλωστε, μεμονωμένα οι Γεράσιμος Σκαφίδας (Πρίγκιπας του Μαρόκου) και Γιώργος Ψυχογιός (Πρίγκιπας της Αραγκόν) σε περιστατικά δια των οποίων αποκτά λειτουργικό σκηνικό περιβάλλον η δεσπόζουσα πλοκή του έργου. Άλλωστε, η λειτουργικότητα των σκηνικών του Γιώργου Πάτσα, σε συνάρτηση με τους φωτισμούς του Σπύρου Α. Ευαγγελάτου και τη μουσική του Γιάννη Αναστασόπουλου συμβάλλουν ευεργετικά στην εικονοποίηση του σαιξπηρικού λόγου, από τον οποίο αποστασιοποιείται αρκετά η ενδυματική συνεισφορά των κοστουμιών του Γιάννη Μετζικώφ. Πράγματι, τα κουστούμια, που φιλοτεχνεί, κυριολεκτικά, ο Γιάννης Μετζικώφ, στην αρχή τουλάχιστον, ξαφνιάζουν δημιουργώντας πολυσχιδείς άξονες ερμηνείας των προσώπων του έργου. Ο θεατής απορεί και αναρωτάται ως προς τη χρησιμότητα μιας «σκέτης» μπέρτας, την οποία συνοδεύουν μαύρα γυαλιά ηλίου. Μετά βέβαια το κοινό εντάσσεται φυσιολογικά στην πορεία εξελίξεως της πλοκής του έργου.
*Η Μαρίκα Θωμαδάκη είναι Καθηγήτρια Θεωρίας και Σημειολογίας του Θεάτρου στο Πανεπιστήμιο Αθηνών.
Ακολουθήστε το Protagon στο Google News
