515
| CreativeProtagon

Νανουρίζοντας μεγάλους

Ρέα Βιτάλη Ρέα Βιτάλη 13 Σεπτεμβρίου 2019, 20:00
|CreativeProtagon

Νανουρίζοντας μεγάλους

Ρέα Βιτάλη Ρέα Βιτάλη 13 Σεπτεμβρίου 2019, 20:00

Εκείνες οι παλιές αρτίστες, όσες απ΄αυτές αξιώνονται βαθιά γεράματα, καταχωρούνται μέσα μου με ένα κοινό χαρακτηριστικό. Στολίζονται ως Παναγίες με τα τάματα. Και σκουλαρίκια και καρφίτσα και κολιέ και βραχιόλια και δακτυλίδια. Συγγνώμη. Όχι μόνο οι παλιές αρτίστες. Οι περισσότερες γυναίκες όταν μεγαλώνουν πολύ, «σημαιοστολίζονται» μπιζού. Τις χαζεύω στα θέατρα, στις μπιρίμπες τους, σε διάφορες συγκεντρώσεις τους.

Η δική «μου» μεγάλη γυναίκα είναι αλλιώς. Η αισθητική της ήταν ανέκαθεν πρωτοποριακή, το σπίτι της είναι διακοσμημένο, λες και κατοικείται από νέο άνθρωπο. Έχει ταλέντο ζωής. Φρέσκια ματιά και διάθεση που διαφαίνεται στα πάντα. Στα έργα τέχνης που θαυμάζει, στα λουλούδια που στολίζουν τα ανθοδοχεία της, στον τρόπο που ντύνεται, στους χώρους που επιλέγει να επισκεφτεί. Βαριέται την παρέα με ανθρώπους που στερούνται την όσφρησή του σύγχρονου. Και αρκετές φορές την έχω ακούσει, να απορρίπτει κάτι ως «γεροντίστικο».

Oχι, δεν κλείνει τα μάτια στην ηλικία της. Αυτό με μαγεύει σε εκείνη. Eχοντας απόλυτη-απολυτότατη αίσθηση της ηλικίας της, μοσχομυρίζει ζωή. Μαζί της κάνω πολλές συζητήσεις. Τόσο περιγραφική, με αριστοτεχνικό λόγο και σαρκαστικό χιούμορ…

Τελευταία μιλάμε συχνά για το γήρας. Το άδικον του γήρατος, το ράλι της ζωής… Τι γρήγορα τρέχει η ζωή! Πάνω που έχεις γνώση των κανόνων του παιχνιδιού… Γαμώτο! «Τι κρίμα τα νιάτα να χαραμίζονται στους νέους». Από το στόμα της έχω ακούσει απίστευτες ατάκες. Θυμάμαι την περιγραφή της μόλις είχε επιστρέψει από ένα καλοκαιρινό δεκαήμερο σε ένα ξενοδοχείο. «Βεβαίως κολυμπούσα κάθε μέρα. Κάποτε παιδί μου, κοιτάζαμε να τα έχουμε καλά με τους σερβιτόρους, τώρα πια με τους ναυαγοσώστες». Μα άλλες φορές, οι κουβέντες της σηκώνουν ένα μπουρίνι θλίψης που σου αλαλιάζει χίλια συναισθήματα «Ξέρεις ποιο είναι το πιο άσχημο πράγμα στα γηρατειά; Η προοπτική. Είναι τραγικό να έχεις τον θάνατο ως προοπτική σου». Τα λέει αυτά, κοντοστέκεται βαριά σιωπή, στο βλέμμα της υποψιάζομαι φόβο, τρέμω μην ενωθούν τα μάτια μας τέτοιες ώρες, κάπου αλλού δήθεν κοιτάω, κοιτάμε…Και μετά; Ποιεί την ανάγκη φιλοτιμία. Πώς να το πω; Λες και δίνει μια σπρωξιά στον εαυτό της. Λες και αρνείται να πέσει αμαχητί. Λες και το πνεύμα, δυνατό, ρωμαλέο, σπρώχνει το σώμα της επιτακτικά «Σήκω!». Και την ακούς να οργανώνει ένα τραπέζι, μια έξοδο, ένα ταξίδι.

Η δική «μου» μεγάλη γυναίκα, είναι αλλιώς σας λέω. Τόσο αριστοτεχνικά που ακουμπάει επάνω της, πότε μια συγκλονιστική καρφίτσα, πότε ένα ζευγάρι σκουλαρίκια…. Ποτέ, ποτέ, ποτέ όλα μαζί. Ποτέ!

Προχθές ήταν καλεσμένη σε κάποια εκδήλωση. «Κούκλα είσαι!» σβέλτα την έκρινα. Αλλά περιέργως, πρώτη φορά είχε επάνω της, ένα σωρό στολίδια. Και σκουλαρίκια και μια καρφίτσα και ένα ρολόι και ένα στρυμωγμένο βραχιόλι και δακτυλίδια στα δυο της τα χέρια. «Τι έπαθες; Ούτε η Καλουτά!» την γέλασα. «Γιατί όχι; Πόσο χρόνο έχω ακόμα να τα χαρώ;».

Η δική μου μεγάλη γυναίκα, δεν είναι τελικά και τόσο «αλλιώς». «Πόσο χρόνο έχω ακόμα να τα χαρώ;». Η αγωνία, ο φόβος του τέλους. Κοινός τόπος των ανθρώπων πλην φρικτά μοναχικός… Πώς μαύρισε έτσι ο ουρανός μας; Εφυγα τρέχοντας να προλάβω μια μπόρα δακρύων. Τι άδικο πράγμα το γήρας!…

Να ήταν, να της αγκάλιαζα ασφάλεια, όπως πάντα εκείνη!… Και με ένα μακρόσυρτο «ω-ωω-ωωωω» να τη νανουρίσω, με ένα γλυκό, καθησυχαστικό, ωραίο ψέμα… «Δεν είναι τίποτα. Τίποτα, τίποτα!» να της πω. Και να με πιστέψει.