902
| CreativeProtagon

Μαθήματα Ιστορίας μέσα σε ένα καφέ

Λένα Παπαδημητρίου Λένα Παπαδημητρίου 6 Οκτωβρίου 2019, 10:29
|CreativeProtagon

Μαθήματα Ιστορίας μέσα σε ένα καφέ

Λένα Παπαδημητρίου Λένα Παπαδημητρίου 6 Οκτωβρίου 2019, 10:29

Την περασμένη Τετάρτη, ημέρα απεργιών και γενικού κουμφούζιου, άκουσα τη σειρήνα. Αυτή που ήχησε δοκιμαστικά στις 11 το πρωί σε όλη τη χώρα. Ηταν διαπεραστική αλλά άχρωμη· μια νύχτα που είχε «κολλήσει» ένας συναγερμός αυτοκινήτου στο πιο κάτω τετράγωνο ήταν, ομολογώ, πολύ πιο άγριο. Αντίθετα, αυτή η αληθινή «σήμανση συναγερμού αεροπορικής επίθεσης» της άσκησης «Παρμενίων», 60 ψωροδευτερόλεπτα «διακοπτόμενου ήχου διαφορετικής έντασης», με άφησε μάλλον αδιάφορη. Ακουσα και τη δεύτερη, που ήταν προγραμματισμένη για τις 11.05 ακριβώς (άλλα 60 δευτερόλεπτα «συνεχούς ήχου, σταθερής έντασης») και μετά το ξέχασα. Σκέφτηκα μόνο, προς στιγμήν, πώς μπορεί να ένιωσε η 85χρονη μητέρα μου. Τι μνήμες μπορεί να ανακίνησε στο δικό της μυαλό.

Το ίδιο πρωί με τις σειρήνες βρίσκομαι σε ένα καφέ του κέντρου με το laptop μου και σκέφτομαι τα της σειρήνας και της ιστορικής μνήμης. Θυμάμαι τις διηγήσεις της μητέρας μου για τη βόμβα που έπεσε στο σχολείο της στην Πάτρα, όταν η ίδια ήταν κοριτσάκι μόλις οκτώ χρονών, για τους κρεμασμένους στα Ψηλά Αλώνια κοκ. Και ο πατέρας μου –όσο τον είχα– μετέφερε ολοζώντανα και στα εγγόνια του πολλές εικόνες πχ από την Αθήνα του μεγάλου λιμού (χειμώνας του 1942), όταν ο ίδιος ήταν φοιτητής της Ιατρικής. Πιάνω με την άκρη του ματιού μου να κάθεται στο παραδίπλα τραπέζι ένας κύριος προκεχωρημένης ηλικίας, από αυτούς τους ευθυτενείς με το νεανικό βλέμμα που σου απαγορεύει να τούς κατατάξεις στην κατηγορία «senior». Παίρνω το θάρρος και τον ρωτώ για τη σειρήνα. Δεν την είχε ακούσει και δεν είχε ιδέα γιατί μιλούσα. Και εκεί που νομίζω ότι η συζήτηση έχει τελειώσει, μου λέει, σχεδόν ψιθυριστά: «Θυμάμαι, βέβαια, τις άλλες». Υστερα κάνει μία παύση, τον βλέπω διστακτικό, δεν ξέρει εάν και τι ακριβώς θέλω να μάθω. Του κάνω, δειλά και εγώ, κάποιες ερωτήσεις, τι τέλος πάντων θυμάται. Με αφήνει με τρόπο να καταλάβω ότι είναι 90 και κάτι. Θυμάται πολλά.

Την επόμενη μισή ώρα και ενώ αντιλαμβάνεται ότι τα ώτα μου είναι περισσότερο ευήκοα από όσο μπορούσε να φανταστεί, μου μιλάει για τις άλλες σειρήνες, που όταν χτυπούσαν, «αντί να κατεβαίνουμε στα καταφύγια, ανεβαίναμε στην ταράτσα να χαζέψουμε». Χωρίς και ο ίδιος να το αντιλαμβάνεται, αρχίζει και μου ξεδιπλώνει εικόνες από τα εφηβικά του χρόνια στην Κατοχή.

Για τότε που ανέβαινε με τους φίλους του (δεν ήταν πάνω από 15 ετών) στο Λυκαβηττό να χαζέψουν τα «Στούκας» που βομβάρδιζαν τον Πειραιά («Φαίνονταν τα μικρά σύννεφα από τις εκρήξεις»), για τους κάλυκες που μάζευαν για παιχνίδι, για τους Γερμανούς που βαδίζουν συντεταγμένα τα βράδια στη λεωφόρο Κηφισίας, τραγουδώντας («Τούς άκουγες μες στη μαυρίλα να λένε τραγούδια για κάποια Ερικα που ζούσε στις Αλπεις, καθότι οι περισσότεροι ήταν από τη Βαυαρία και την Αυστρία»), για τους πεθαμένους από την πείνα στο Σύνταγμα, για τους Γερμανούς του AfriΚa Korps, («Πρώτη φορά βλέπαμε στρατιώτες με σορτσάκια»).

«Τις αφηγείστε στα εγγόνια σας αυτές τις ιστορίες;» τον ρωτώ. «Δεν έχω ούτε εγγόνια, ούτε παιδιά» μου λέει. «Σε ποιον τις λέτε»; Με κοιτάζει παραξενεμένος. Καταλαβαίνει πού το «πάω». «Κοιτάξτε όλα αυτά τα νέα παιδιά εδώ μέσα» μου λέει, αφήνοντας το βλέμμα του να «αγκαλιάσει» το καφέ. «Πιστεύετε ότι θα τους ενδιέφερε στο παραμικρό να ακούσουν τις δικές μου ιστορίες από την Κατοχή;».

Οταν μένω μόνη σκέφτομαι όλους αυτούς τους τελευταίους μάρτυρες του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου. Πριν από ένα μήνα (την 1η Σεπτεμβρίου 2019) συμπληρώθηκαν 80 χρόνια από την επίσημη έναρξή του (με την εισβολή στην Πολωνία). Και στις δύο πλευρές του Ατλαντικού εορτάζουν τις απανωτές επετείους, με τους βετεράνους να απολαμβάνουν τις τελευταίες τους επίγειες τιμές (αξίζει να δει κανείς το σπαρακτικό βίντεο από την επέτειο της D-Day, τον περασμένο Ιούνιο, με τον άγγλο και τον γερμανό στρατιώτη να συναντώνται, 75 χρόνια μετά τη μεγάλη σφαγή στις ακτές της Νορμανδίας, για ένα ποτήρι κρασί). Και οι δικοί μας τελευταίοι εναπομείναντες μάρτυρες αυτής της εποχής είναι ελάχιστοι. Αρχίζουν σιγά σιγά να φεύγουν, παντελώς «αναξιοποίητοι», παίρνοντας μαζί τους ανεκτίμητους θησαυρούς από ιστορικές μνήμες.

Γιατί ωραία «η Παγκόσμια μέρα για την Τρίτη ηλικία» και οι καλοπροαίρετες αναλύσεις και απεικονίσεις του γήρατος, με τους υπέροχους αυτούς γεράκους που επιστρατεύονται για συγκινητικά διαφημιστικά σποτ τα Χριστούγεννα. Μήπως, όμως, θα πρέπει να δούμε όλους αυτούς τους προβεβηκυίας ηλικίας ανθρώπους και σαν φορείς Ιστορίας, σαν ένα τρόπο να αγγίξουμε ένα ακόμη τρομακτικά νωπό ιστορικό παρελθόν που ολοένα ξεμακραίνει; Για να γίνει, αργά ή γρήγορα, ντοκιμαντέρ, βιβλίο Ιστορίας, και, αν έχει τύχη, σειρά του Netflix ή του HBO που θα σαρώσει στα BAFTA (στα χνάρια του «Τσέρνομπιλ»);

Μήπως, όσο τους έχουμε κοντά μας, θα πρέπει να ζητήσουμε να τους ακούσουμε; Να πάρουμε ένα κασετοφωνάκι ή μια κάμερα και να καταγράψουμε αυτές τις ιστορίες, αυτές τις πρωτοπρόσωπες μαρτυρίες που αν δεν αποθηκευτούν, θα χαθούν μέσα στον ψηφιακό ορυμαγδό; Δεν χρειάζεται να είσαι ερασιτέχνης ιστοριοδίφης ή στρατόκαυλος για να νιώσεις την ανάγκη να συνομιλήσεις με τη ζωντανή ιστορία δίπλα σου. Δεν χρειάζεται, επίσης, να είναι όλοι Μανώληδες Γλέζοι για να έχουν κάτι αξιομνημόνευτο να σου πουν.

Είναι, άλλωστε, και τα ημερολόγια, οι φωτογραφίες, οι επιστολές και τα λοιπά κειμήλια. Πολλά είτε μένουν καταχωνιασμένα στις αποθήκες (κάποιες τους ήταν καταφύγια στον πόλεμο), είτε χάνονται κάπου μεταξύ μετακομίσεων και οικονομικών (ή άλλων) περιπλοκών στις Αποδοχές Κληρονομιάς.

Να σημειώσω ότι πριν φύγει ο ηλικιωμένος του καφέ συστηνόμαστε. Από το επώνυμο και την ηλικία και κάποια πράγματα που θα αναφέρει, ειρήσθω εν παρόδω, για τις σπουδές του, αντιλαμβάνομαι ότι τόση ώρα συνομιλούσα με έναν άνθρωπο επιφανή, στον τομέα του τουλάχιστον. Δεν θα προδώσω την ταυτότητα του. Ας μου συγχωρέσει που «πρόδωσα» λίγο τις ιστορίες του από την Κατοχή. Είμαι, όμως, πεπεισμένη ότι δεν είναι μόνο δικές του.